Από την κόλαση, στη ζωή

Μόλις είχε σχολάσει από το δημοτικό όπου ήταν γυμνάστρια και χαιρετούσε τους συναδέλφους, όταν τον είδε στον δρόμο, έξω από τα κάγκελα, να την περιμένει. Αμέσως άλλαξε το ύφος της και η σκιά του φόβου την βάρυνε. Δεν ήθελε να του το δείξει, ούτε να γίνει σκηνή στον χώρο εργασίας της, μπροστά σε μαθητές και δασκάλους. Με ήρεμο τόνο, για να μη τον προκαλέσει, τον πλησίασε.

– Θοδωρή μου, έγινε κάτι;
– Γιατί; Ενοχλώ; Σε εμποδίζω από το να χασκογελάς και να αγγίζεις τους γύπες συναδέλφους σου;
– Τι λες αγάπη μου; Έλα, πάμε!, τον έπιασε από το μπράτσο να απομακρυνθούν, δεν ήταν καλή ιδέα να το λύσουν εκεί, φαινόταν ότι είχε έρθει με κακή διάθεση.
– Μη με τραβολογάς εμένα και δεν με ρίχνεις με τέτοια. Δεν είμαι χάπατο εγώ σαν τα αντράκια εδώ μέσα!, απότομα σήκωσε το χέρι του, να μην τον πιάνει.

Με την άκρη του ματιού της είδε τον διευθυντή και τον δάσκαλο της τετάρτης, που στέκονταν στα σκαλιά της εισόδου του κτιρίου, να κοιτάζουν προς το μέρος τους. Η Υβόννη πανικοβλήθηκε. “Τι να κάνω Παναγία μου;”, σκεφτόταν και προσπαθούσε πιάνοντάς τον από την μέση, να κάνει κάποια βήματα, μήπως την ακολουθήσει ο άντρας της.

– Τι έγινε; Βιάζεσαι να φύγουμε ε; Θέλεις να με απομακρύνεις, να μη σε βλέπουν μαζί μου.
– Αγάπη μου, γιατί να μη θέλω να με βλέπουν μαζί σου; Έλα, πάμε, σε παραικαλώ!, μιλούσε χαμηλόφωνα εκείνη.
– Με παρακαλάς! Θαρρείς και είμαι τυφλός! Μόλις σε είδα να τους δίνεις θάρρητα.
– Θοδωρή μου, θα τα πούμε στο σπίτι, προχώρα να πάμε στο αμάξι σε παρακαλώ.

Γύρισε εκείνος προς τους θεατές τους, ρίχνοντας τους ένα άγριο βλέμμα και θυμωμένα άρχισε να περπατάει με γρήγορους δρασκελισμούς, αφήνοντας ξωπίσω του την Υβόννη που προσπαθούσε να τον φτάσει. Αυτό που έτρεμε, είχε συμβεί. Τους είδαν. Ευχόταν μόνο να μην άκουσαν όσα είπε δυνατά, δυστυχώς, ο άντρας της.

Στο αμάξι, ο Θοδωρής έτρεμε ολόκληρος από τα νεύρα του και η Υβόννη αφήνοντας τον εαυτό της ελεύθερο, επιδόθηκε σε ένα βουβό κλάμα.

– Βέβαια! Τα γνωστά! Δάκρυα, για να σε λυπηθώ!
– Δεν τρέφω πια τέτοιες ελπίδες Θοδωρή! Κανέναν δεν λυπάσαι εσύ! Εσύ και το τομάρι σου μόνο!
– Τολμάς και αντιμιλάς; Μετά από όσα είδα;

Η Υβόννη πάτησε κι άλλο το γκάζι, από την οργή που την τάραζε. Μακάρι να κρατούσε την ψυχραιμία της, όμως δεν μπορούσε πια.

– Τι είδες; Ε; Τι; Τους χαιρέτησα κι έφυγα. Τι στο διάολο ήθελες να κάνω; Να φύγω χωρίς ούτε “γεια”; Δεν αντέχω άλλο να γίνομαι ρεζίλι. Πόσες φορές πια πρέπει να σου πω ότι κατάντησε αρρώστια όλο αυτό; Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι είναι καλύτερα να χωρίσουμε; Πόσες; Πόσες; Πόσες;

Η Υβόννη είχε χάσει πια κι εκείνη τον έλεγχο. Έτρεμε κι έκλαιγε, επαναμβάνοντας τη λέξη “πόσες”, ξανά και ξανά.

Λίγα λεπτά μετά, πάρκαρε στην πυλωτή τους. Βρόντηξε την πόρτα του αμαξιού κι άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας, ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και μπήκε στο διαμέρισμά τους. Ο γιος τους, ήταν σπίτι, αφού είχε τελειώσει από τέλος Μαΐου την τρίτη λυκείου, για να προετοιμαστούν οι μαθητές για τις απολυτήριες εξετάσεις, αλλά και τις πανελλαδικές. Μόλις αντίκρισε την μαμά του σε αυτήν την κατάσταση, κατάλαβε. Την κοίταξε τρυφερά και σε λίγα δευτερόλεπτα μπήκε και ο μπαμπάς του, ταύρος σε υαλοπολείο. Όπως πάντα, προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα.

– Μπαμπά, τι έγινε;
– Ρώτα την μάνα σου!
– Έλα, έλα να κάτσεις, να σου βάλω ένα κρύο νερό να δροσιστείς, να ηρεμήσεις.
– Ίδιο με τα μούτρα της σε έκανε! Εγώ να ηρεμήσω, εγώ έχω πάντα άδικο, εγώ είμαι ο φταίχτης. Η μάνα σου αθώα περιστερά, ε;

Ούρλιαζε ο Θοδωρής και ο δεκαεφτάχρονος Άλεξ, τον πλησίασε.

– Μπαμπά, σε παρακαλώ.
– Όλο με παρακαλάτε, μάνα και γιος. Δεν την είδες εσύ όμως! Εγώ την είδα! Όπως κάθε φορά! Παντρεμένη γυναίκα, να χαριεντίζεται με διευθυντές και δασκάλους!

Σαν σίφουνας μπήκε η Υβόννη μέσα. Είχε ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της μήπως και συνέλθει, αλλά ο άντρας της το συνέχιζε.

– Δεν βαρέθηκες να τα παρουσιάζεις όλα όπως τα βλέπουν τα δικά σου μάτια; Πες μου, δεν βαρέθηκες; Είσαι άρρωστος! Δεν αντέχω άλλο! Αύριο πάω σε δικηγόρο! Και αυτή τη φορά, θα το κάνω! Τέλος!

Ο Θοδωρής θολωμένος, πήγε στην αποθήκη όπου φυλούσε το κυνηγετικό του όπλο και στάθηκε μπροστά της, κρατώντας το με τρεμάμενα χέρια.

Ο Άλεξ δύο βήματα μακριά από την μαμά του, πάγωσε. Σα να μη κυκλοφορούσε πια αίμα μέσα του, κοιτούσε πανικόβλητος τον μπαμπά του. Η Υβόννη, σε μια παρόμοια κατάσταση, σήκωσε τα χέρια της ανοιχτά, στο ύψος του στήθους, σα να παραδιδόταν, σα να μετάνιωνε για όσα είπε και προσπάθησε να καλοπιάσει τον άντρα που είχε απέναντί της, που πια τον είχε κυριεύσει το μένος.

– Θοδωρή, άσε κάτω το όπλο. Μας τρομάζεις, είναι ο Άλεξ μας μπροστά.
– Μπαμπά, μπαμπά μου, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!, φώναζε το παιδί φοβισμένο.

Μαμά και γιος, είχαν παραλύσει, έμεναν ακίνητοι, μη και πυροδοτήσει κάποια κίνησή τους την σκανδάλη. Τα δάκρυά τους έτρεχαν, τα χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους είχαν αλλοιωθεί από τον τρόμο. Ο Θοδωρής έβγαλε μια κραυγή από τα έγκατα της ψυχής του.

– Αν δεν είσαι δική μου, δεν θα είσαι κανενός!

Και πυροβόλησε.

Όταν είδε να πέφτει aiμόφυρτος ο γιος του και άκουσε τα ουρλιαχτά της γυναίκας του, κατέβασε το όπλο και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Ο γιος του, ο μονάκριβός του, θέλοντας να προστατέψει την μαμά του, με ένα άλμα μπήκε μπροστά στο σώμα της και η σφaiρα διαπέρασε το δικό του εφηβικό κορμί. Η Υβόννη έπεσε πάνω στον Άλεξ, του χάιδευε το πρόσωπο και μοιρολογώντας τον παρακαλούσε να ζήσει, ενώ στα χέρια της είχε το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Θοδωρής με το όπλο ακόμα στα χέρια, ένιωσε ακόμα πιο οργισμένος για τη γυναίκα του.

“Εσύ φταις για όλα!”, της φώναξε και ο δεύτερος πυpoβολiσμός, βρήκε τον στόχο που δεν βρήκε ο πρώτος και την έριξε πάνω στον νεκρό γιο της.

Δεν άντεχε πια το βάρος του σώματος και των πράξεών του. Σωριάστηκε στο πάτωμα, με τα ακροδάχτυλά του άγγιζε το αίμα και άφησε τα δάκρυά του να μπλεχτούν με το κόκκινο αυτό υγρό των δύο ανθρώπων που λάτρευε. “Εσύ φταις για όλα”, είπε πάλι κοιτώντας την. “Δική μου θα είσαι, κανενός άλλου”. Τον μονόλογό του διέκοψαν χτυπήματα στη πόρτα και φωνές. Άκουγε να φωνάζουν το όνομά του, της γυναίκας του, του παιδιού του και κόντευαν να γκρεμίσουν την πόρτα. Όταν άκουσε κάποιον να λέει, “ρε παιδιά, καλέστε την αστυνομία, τι περιμένετε;”, κοίταξε μια τελευταία φορά τα νεκρά σώματα, ψιθύρισε “σας αγαπώ” και έστρεψε το όπλο στον εαυτό του. Ο τρίτος πυροβολισμός, ήταν αυτοκτοvia.

Όπως ήταν φυσικό, το διπλό φονικό και η αυtoχειρia, συγκλόνισε την μικρή κοινωνία. Ο δρόμος μπροστά στην πολυκατοικία, για μέρες ήταν γεμάτος ρεπόρτερς που προσπαθούσαν να αντλήσουν κάθε λεπτομέρεια που θα μετέφεραν στο κοινό. Έδειχναν το μπαλκόνι του διαμερίσματος, την πόρτα της εισόδου, την διαδρομή που περπατούσε ο αιμοσταγής δολοφόvos, τα κεράκια και τα τριαντάφυλλα που άφηναν κάθε μέρα συμμαθητές και φίλοι του Άλεξ. Σταματούσαν τους γείτονες, ζητώντας τους να πουν δύο λόγια για το τι άνθρωπος ήταν ο γυναικοκτόνος και παιδοκτόνος. Άλλοι έλεγαν ότι ήταν ένας ήσυχος άντρας που ποτέ δεν προκάλεσε φασαρίες, ότι έπεφταν από τα σύννεφα με την αποτρόπαια πράξη του κι άλλοι ότι η Υβόννη υπέφερε δίπλα του από την υπερβολική του ζήλια, ενώ η ίδια δεν έδινε ποτέ δικαιώματα κι ότι οι καυγάδες μεταξύ του αντρόγυνου ήταν συχνοί. Όλοι οι ρεπόρτες προσπαθούσαν να βρουν τους γονείς του αυτόχeipa και της άτυχης γυναίκας. Καμία πλευρά δεν ήταν σε θέση να βγει στα κανάλια.

Για τον κόσμο, ήταν άλλη μια γυναίκα που δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί από τα δεσμά του άντρα της και σκοτώθηκε από τα ίδια του τα χέρια, δυστυχώς, μαζί με τον άδικο χαμό κι ενός ανήλικου παιδιού. Για όλους ήταν άλλη μια τραγική ιστορία που κατέκλυσε τις οθόνες των τηλεοράσεων και των κινητών τους. Άλλη μια περίπτωση δεκάδων κοινοποιήσεων εικόνων και λέξεων εναντίωσης και οργής κατά του εγκλήματος, από προφίλ σε προφίλ και από πολλά σάιτ. Άλλη μια περίπτωση ανάλυσης του πώς και του γιατί, στα πάνελ εκπομπών, προσφέροντας μεγάλα νούμερα τηλεθέασης. Πάντα, όλοι νιώθουν ένα σφίξιμο στην καρδιά με τέτοιες ειδήσεις, όλοι κατακρίνουν τον θύτη, όλοι συμπονούν το θύμα. Μέχρι να έρθει η λήθη, μετά τον σάλο που προκαλείται, όπως γίνεται πάντα. Η ζωή άλλωστε δίνει δυστυχώς καθημερινά, πολλές κακές ειδήσεις, που τραβούν την προσοχή, οπότε, όπως λέει η γνωστή ρήση, η φωτιά εκεί που πέφτει, εκεί καίει.

Η μαμά της Υβόννης δεν άντεξε τον χαμό της κόρης και του εγγονού της και χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρχικά για την καρδιά της στο νοσοκομείο και λίγο καιρό μετά σε νευρολογική κλινική. Για ένα μεγάλο διάστημα της χορηγούσαν βαριά φαρμακευτική αγωγή να διατηρείται ήρεμη, γιατί πριν την εισαγωγή της, είχε κάνει απόπειρες αυτοκτοvias. Με τον καιρό, με τα φάρμακα πια σε κανονικές δόσεις και με την στήριξη μιας καθαρίστριας, η κυρία Παναγιώτα, έκανε τον πόνο συνοδοιπόρο της.

Εννιά μήνες μετά το έγκλημα και μια μέρα πριν πάρει εξιτήριο από την κλινική, η κυρία Παναγιώτα ζήτησε να δει την καθαρίστρια. Η Χρύσα, ήταν μια σαραντάρα γυναίκα, περίπου στην ηλικία της Υβόννης της. Κάθε μέρα, ενώ καθάριζε το δωμάτιο που φιλοξενούνταν, καθόταν δίπλα της, της χτένιζε τα μαλλιά, την χάιδευε, της έδειχνε φωτογραφίες από το σκυλί και τις γάτες της για να ξεχνιέται, της έλεγε πως η ζωή όσο σκληρή κι αν προκύψει, ο Θεός πάντα μας δίνει την δύναμη, πως όσο τον έχουμε μέσα μας ποτέ δεν είμαστε μόνοι, πώς τον πόνο μας πρέπει πάντα να τον μετατρέπουμε σε αγάπη και να προσφέρουμε στους άλλους. Η άρρωστη γυναίκα δεν έλεγε πολλά. Άφηνε την χροιά της φωνής και το γλυκό ύφος της Χρύσας να ποτίζουν την ψυχή της. Κάθε μέρα, λίγο λίγο, το λίγο έγινε πολύ και η κυρία Παναγιώτα βρήκε την δύναμη να ζήσει.

Όταν χτύπησε την πόρτα, μπήκε με ένα τριαντάφυλλο.

– Κυρία Παναγιώτα μου, χαίρομαι πολύ που βγαίνεις.
– Χρύσα μου, ήθελα να σε ευχαριστήσω για όλα.
– Μα δεν έκανα τίποτα.
– Αν δεν ήσουν εσύ, θα ήμουν ένα φυτό. Ένας τεράστιος κόμπος πόνου, εγκλωβισμένος στην παράνοια. Χάρη σε σένα, θα μπορέσω πια να ανάψω ένα κεράκι στον τάφο του παιδιού μου και του εγγονού μου και θα ζουν πάντα μέσα από τις αναμνήσεις μου. Ήθελα να σου ανοίξω την καρδιά μου, τώρα, που στάθηκα στα πόδια μου, τώρα που όλα ξεχάστηκαν από όλους. Το παιδί μου, Χρύσα μου, ένα λάθος έκανε πολύ μεγάλο. Που έμεινε έγκυος! Όταν πρώτη φορά του είπε ότι θέλει να χωρίσουν, ήταν ένα χρόνο κιόλας μετά τον γάμο τους. Δεν είχε δει άσπρη μέρα, χωρίς ζήλια. Ξέρω τι αναρωτιέσαι. Γιατί τον παντρεύτηκε! Γιατί ο έρωτας είναι τυφλός, γιατί όλοι νομίζουμε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον άλλον. Πάντα ζήλευε, αλλά και πάντα κατάφερνε να την παραμυθιάζει ότι όλα πήγαζαν από την αγάπη του. Σε μια φυλακή ζούσε το παιδί μου, στο όνομα αυτής της αγάπης. Ήμασταν κοντά της, της τα λέγαμε, την παροτρύναμε να χωρίσει, μέχρι που την απομάκρυνε κι από μας. Κρυφά πήγαινα στο σχολείο κάποιες φορές να την βλέπω. Μάτωνε η ψυχή μου που σαν τον κλέφτη αγκάλιαζα το παιδί μου. Πια δεν μπορούσε να ζει έτσι, του ζήτησε να χωρίσουν και απείλησε να αυτοκτοvhsei με το όπλο που τελικά αφαίρεσε την ζωή της Υβόννης και του Άλεξ μου. Τον λυπήθηκε, δεν θα άντεχε τις τύψεις, έμεινε μαζί του και ήρθε η εγκυμοσύνη. Τότε ήμουν πια σίγουρη ότι δεν θα ησυχάζαμε από δαύτον. Πάντα θα έβαζε το παιδί στη μέση κι αυτό έκανε. Τον πιάσαμε πολλές φορές ο άντρας μου κι εγώ, τον παρακαλέσαμε να δεχτεί να χωρίσουν. Μας έδιωχνε κι επέμενε ότι εμείς την ξεσηκώναμε. Συμβουλέψαμε την κόρη μας να ασκήσει ασφαλιστικά μέτρα. Δεν το έκανε ποτέ, ντρεπόταν. Ήθελε μια και καλή να χωρίσουν, να πάρει ο καθένας τον δρόμο του. Μα δεν το δεχόταν ο Θοδωρής. Ποτέ δεν περνούσε όμως από το μυαλό κανενός μας, ότι θα έφτανε σε αυτό το σημείο, ότι θα γινόταν δολοφόvos, ότι θα γινόταν το παιδί μου άλλο ένα όνομα στην λίστα των γυναικοκtoviωv.

Η γυναίκα δεν σταμάτησε να κλαίει. Το φορτίο στην ψυχή, ασήκωτο! Η Χρύσα την κοιτούσε με συμπόνια, της χάιδευε τα χέρια.

– Κυρία Παναγιώτα μου, δεν ξέρω τι σε ώθησε να μου τα πεις, αλλά εγώ θέλω να ξέρεις ότι δεν σε κρίνω. Όλοι μας μπορεί…
– Το ξέρω παιδί μου, την διέκοψε η πονεμένη γυναίκα. Ήσουν τόσο αθόρυβα μα και τόσο εκκωφαντικά ταυτόχρονα, δίπλα μου, όλο αυτό τον καιρό, χωρίς καν να με ξέρεις. Από δική μου εσωτερική ανάγκη το έκανα, στην μνήμη του παιδιού μου, του εγγονού μου. Μου τα στέρησε. Με άφησε μόνη και έρημη με τον πόνο να τρυπά την καρδιά μου.
– Θα τα καταφέρεις, κυρία Παναγιώτα μου, για να διατηρηθεί η μνήμη τους. Να ξέρεις ότι η πόρτα του σπιτιού μου θα είναι πάντα ανοιχτή, ανά πάσα ώρα και στιγμή νιώσεις μόνη ή έχεις ανάγκη έναν άνθρωπο να μιλήσεις.
– Συνήθως οι άνθρωποι στα δύσκολα σφυρίζουν αδιάφορα, προσπερνούν, λησμονούν, κρίνουν, απομακρύνονται, χάνονται. Ακόμα και στενοί συγγενείς. Είναι πιο εύκολος τούτος ο δρόμος. Κι εσύ, ένα άγνωστο, εργαζόμενο κορίτσι, στάθηκες εκεί, άπλωσες το χέρι και με τράβηξες από την άβυσσο και μου προσφέρεις την ευκαιρία να υπάρχεις γύρω μου, αν λιγοψυχήσω. Όσα ευχαριστώ και να πω, θα είναι λίγα. Μακάρι ο κόσμος μας να είχε λίγους ακόμα τέτοιους ανθρώπους σαν εσένα. Ίσως να μη γίνονταν και τόσα κακά.

Αγκαλιάστηκαν και η Παναγιώτα, πήρε τον δρόμο για το σπίτι της, για την νέα πραγματικότητα, για την ζωή χωρίς την κόρη και τον εγγονό της, ενώ η Χρύσα έμεινε να περνά ανάμεσα από ανθρώπους με απόλυτη ανάγκη από ένα χάδι, καθαρίζοντας τον χώρο γύρω τους, μα τελικά, όπως αποδείχθηκε, καθαρίζοντας κυρίως τον πόνο και τον φόβο τους, στην προσπάθειά τους να ξανά βγουν στον έξω κόσμο.

Η ζωή μας έγινε πια μια είδηση σε οθόνες. Η ζωή μας έγινε πια μια κοινοποίηση. Η ζωή μας έγινε πια ένα φατσάκι με δάκρυα κάτω από ένα έγκλημα. Και κάπου εκεί, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που με ένα άγγιγμα, προσπαθούν να επαναφέρουν ανθρώπους από την κόλαση, στη ζωή.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading