Χορεύουμε;

«Έχει αμνησία! Θα τρελαθώ! Πόσο θα κρατήσει αυτό, γιατρέ; Δεν ξέρω πώς θα μπορέσω να δικαιολογήσω την αποχή του από την κοινωνία. Πώς θα το κρύψουμε από τον κόσμο; Είναι δυνατόν ένας τόσο γνωστός και καταξιωμένος ηθοποιός να χαθεί ξαφνικά από την επικαιρότητα; Θα αρχίσουν οι ερωτήσεις και τι θα πούμε; Ότι ο Αλέξανδρος Σακελλάρης δεν θυμάται τίποτα; Θεέ μου, τι σκάνδαλο!»

«Σας ξαναλέω, κυρία μου, είναι τυχερός που μετά τόσο σφοδρό χτύπημα το μόνο που έχει είναι αυτό. Πρέπει να κάνετε υπομονή. Κάποια στιγμή μπορεί να επανέλθει»

«Κι αν δεν επανέλθει;»

Δεν ήταν μόνο η απώλεια μνήμης που τρόμαζε την σύζυγό του. Ήταν ότι ο άντρας της είχε ξεχάσει εντελώς τον χαρακτήρα του! Από σοβαρός και συγκρατημένος είχε γίνει παρορμητικός και διαχυτικός! Ούτε το χέρι δεν άφηνε να του πιάνουν και τώρα φιλούσε και αγκάλιαζε όλο το προσωπικό του νοσοκομείου! Γελούσε δυνατά, έκανε αστεία, αποκάλυπτε έναν άλλον εαυτό. Και αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο.

Μετά από σαράντα χρόνια κοινής πορείας στην ζωή, η Αμαλία ένιωθε τώρα σαν να ήταν παντρεμένη με έναν ξένο! Τον είχε γνωρίσει πριν γίνει ο σπουδαίος ηθοποιός που ήταν σήμερα. Ήταν δίπλα του σε όλα, στις πρώτες οντισιόν, στις οικονομικές δυσκολίες του θεάτρου, στις μεγάλες πρεμιέρες. Είχε βιώσει από πρώτο χέρι την αγωνία, τον κόπο, την πρόοδό του. Ατελείωτες νύχτες έμειναν ξάγρυπνοι για να προβάρει ξανά και ξανά κάποιο ρόλο του. Αυτό γινόταν πάντα στο γραφείο του. Δίπλα του ήθελε να έχει ένα ποτήρι νερωμένο ουίσκι, ένα τσιγάρο να καίει μόνο του και τα γυαλιά του για να τα φοράει όταν κουράζεται. Εκείνη έστεκε δίπλα του κερί αναμμένο να φωτίζει τα σκοτεινά μονοπάτια του.

«Πού πάμε, αγάπη μου;»

«Πώς με είπες;», δεν πίστευε στα αυτιά της. «Σπίτι. Πάμε σπίτι, Αλέξανδρε».

Αγάπη μου! Δεν την είχε αποκαλέσει έτσι ποτέ! Πάντα με το όνομά της την έλεγε και εκείνη με το δικό του. Ποτέ δεν την ενοχλούσε, μάλιστα της άρεσε περισσότερο. Δεν άντεχε τα γλυκανάλατα υποκοριστικά που χρησιμοποιούσαν άλλα ζευγάρια.

«Φτάσαμε! Άντε, τώρα να πας να ξεκουραστείς όπως είπε ο γιατρός».

«Όχι! Χορεύουμε;», αναφώνησε και έτρεξε να βάλει δυνατά την μουσική αφήνοντας άφωνη την Αμαλία.

«Θεέ και κύριε! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Ο κύριος χορεύει!»

«Πήγαινε, Κωνσταντίνα, να φωνάξεις έναν γιατρό. Έναν καλό γιατρό! Και μην πεις πουθενά τι είδες, κατάλαβες; Ξέχασέ το! Ο Αλέξανδρος Σακελλάρης δεν χορεύει! Πήγαινε!» πρόσταξε την οικιακή βοηθό της και εκείνη εξαφανίστηκε αμέσως.

Η Αμαλία σωριάστηκε αποκαρδιωμένη στην πολυθρόνα όσο ο άντρας της χόρευε. Ο γιατρός που ήρθε δεν είπε κάτι διαφορετικό από τον προηγούμενο. Μόνο υπομονή μπορούσε να κάνει και να εύχεται να περάσει.

«Και η δεξίωση; Την είχα ξεχάσει! Είναι αύριο! Τι θα κάνω; Δεν μπορώ να την ακυρώσω! Είναι η επέτειος του γάμου μας! Έχω καλέσει τόσο κόσμο, ηθοποιούς, επιχειρηματίες, γιατρούς, πολιτικούς. Κέτερινγκ, λουλούδια, γλυκά. Τι θα υποθέσουν; Τι θα πει ο κόσμος;»

«Θα τα καταφέρετε, κυρία! Θα έρθουν και τα παιδιά σας. Θα τους εξηγήσετε την κατάσταση και θα είστε συνέχεια δίπλα του για να μην μείνει μόνος του. Ένα βράδυ είναι, θα περάσει!»

«Εντάξει, Κωνσταντίνα. Σε ευχαριστώ και παρόλο που δεν ζήτησα την συμβουλή σου ομολογώ πως είναι ενθαρρυντική. Σε ευχαριστώ, μπορείς να πηγαίνεις».

Η Αμαλία έμεινε μόνη να προετοιμαστεί. Ζήτησε από τα παιδιά της να καταφθάσουν νωρίτερα γιατί είχε κάτι σημαντικό να τους ανακοινώσει. Αν δεν ήταν η δεξίωση ήταν πιθανό να μην τους έλεγε την αλήθεια. Φοβόταν ακόμα και την δική τους αντίδραση. Νόμιζε ότι ο πατέρας τους θα έπεφτε στα μάτια τους. Ένιωθε την ανάγκη να προστατέψει την εικόνα του πάση θυσία. Αλλά τώρα δεν είχε επιλογή. Χρειαζόταν συμμάχους. Το επόμενο βράδυ θα ήταν το πιο κρίσιμο της ζωής της.

Οι καλεσμένοι άρχισαν να φτάνουν ντυμένοι επίσημα και με το σοβαρό ύφος που είχαν πάντα όταν πήγαιναν στο σπίτι του γνωστού ηθοποιού. Οι δεξιώσεις της οικογένειας δεν φημίζονταν για την διασκέδασή τους. Έπαιζε μόνο κλασική μουσική, τα καναπεδάκια περνούσαν ανά συγκεκριμένα λεπτά, το κρασί προσφερόταν με μέτρο, οι συζητήσεις έπρεπε να αφορούν μόνο το θέατρο ή τις επιχειρήσεις. Μέχρι εκείνο το βράδυ που όλα άλλαξαν.

Η Αμαλία δεν κατάλαβε πώς έγινε το κακό. Κάποια στιγμή άκουσε δυνατή μουσική, είδε τον κόσμο να χορεύει, σαμπάνια στα ποτήρια, κέφι και ξέφρενη διασκέδαση. Και στην μέση τον Αλέξανδρο. Δεν κατάλαβε πώς ξέφυγε της προσοχής της. Πότε πρόλαβε να φέρει τα πάνω κάτω. Θυμόταν μόνο να ψάχνει την πολυθρόνα της για να λιποθυμήσει.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε τους τελευταίους καλεσμένους να φεύγουν τρισευτυχισμένοι. Ένιωσε να της σφίγγουν το χέρι και να την ευχαριστούν για την υπέροχη βραδιά. Κούνησε το κεφάλι και προσπάθησε να σηκωθεί. Τα παιδιά της της επιβεβαίωσαν ότι όλοι οι καλεσμένοι πέρασαν υπέροχα και κανείς δεν σχολίασε την αλλαγή του πατέρα τους γιατί ο ίδιος τους ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από το θέατρο και το εξέλαβαν σαν αποχαιρετιστήριο πάρτι!

«Χορεύουμε, αγάπη μου;», την σήκωσε ο Αλέξανδρος και την έκλεισε στην αγκαλιά του ενώ τα παιδιά τους απολάμβαναν την στιγμή.

Η Αμαλία δυσκολεύτηκε πολύ αλλά κατάφερε να αποδεχτεί αυτή την αλλαγή που τελικά κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέντε χρόνια έμεινε ακόμα μαζί τους ο Αλέξανδρος πριν φύγει στον ύπνο του. Αυτά τα πέντε χρόνια όμως τα έζησε ζωντανός!

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

One response to “Χορεύουμε;”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading