Η ξεχασμένη επέτειος

Η πρώτη Κυριακή του μήνα ήρθε επιτέλους. Χρόνια τώρα η κυρία Τασία φόραγε τα καλά της, έτοιμη για την μεσημεριανή έξοδο. Ήταν μία ιεροτελεστία αυτή η Κυριακή, γιατί από τα νιάτα της ο Αργύρης και εκείνη βόλταραν πρώτα στην παραλία του Φλοίσβου, αφού πρώτα είχε προηγηθεί ένα καφεδάκι στο κοντινότερο καφέ και μετά ένα πέρασμα από την αγαπημένη τους ταβέρνα.

Όταν είχε έξοδο η Τασία μέχρι και καπέλο φόραγε, χειμώνα καλοκαίρι. Η Τασία ήταν λάτρης των καπέλων. Η Βουγιουκλάκη και εκείνη, που όταν τα φορούσαν δεν ήταν παρά μία φυσική προέκταση του όμορφου της κεφαλής τους. Με λίγα λόγια τους πήγαιναν πολύ.

Τα σκουλαρίκια ήταν πάντα ασορτί με τους χρωματισμούς των ρούχων της. Η Κυρία Τασία διέθετε μία τεράστια συλλογή από δαύτα σε όλα τα χρώματα που μπορεί να φανταστεί κανείς. Ιδιαίτερη αδυναμία είχε στο ρόζ και στις αποχρώσεις του. Μπορείτε να την φανταστείτε με ροζ σκουλαρίκια και καπελίνο στην ίδια απόχρωση; Για κάντε μία προσπάθεια.

Δίπλα της στεκόταν ο κύριος Αργύρης το ίδιο προσεκτικά ντυμένος. Τον πρόσεχε τον Αργύρη της η Τασία, ατσαλάκωτο τον είχε. Παντελόνι, πουκάμισο στην πένα.
-Γυναίκα, τι θα φορέσω; Για έλα να μου διαλέξεις πουκάμισο.

(Αλίμονο, μια φορά να ντυθεί μοναχός του! Δεν είναι σε θέση να κάνει τίποτα χωρίς εμένα!)

-Ήθελα να ‘ξερα αν φύγω από την ζωή και μείνεις εσύ πίσω τι θα απογίνεις; τον ρώτησε μία φορά εκείνη με μεγάλη πραγματικά απορία.
-Μωρέ τι θα κάνω; Πάρτυ!
-Μμμμ. Σιγά, εσύ ούτε ένα αυγό δεν ξέρεις να βράσεις. (από την τεμπελιά σου και την ανικανότητά σου μόνο κονσέρβες θα τρως καημένε, μέχρι να σε βρει η πρόνοια!)
-Καλά μια μέρα θα μαγειρέψω εγώ.
-Ακόμη δεν έχει ξημερώσει αυτή η μέρα, έτσι μου φαίνεται.

Όταν η Κυρία Τασία έσκαγε μύτη από το δωμάτιο για να φύγουν επιτέλους, ο Αργύρης πάντα της έκανε την ίδια ερώτηση που είχε καταντήσει ρουτίνα:
-Μα τι το θες το καπελίνο, καλή μου; Είδες καμία άλλη στην εποχή μας να το φοράει;
-Κι εσύ είδες κανέναν να έχει μουστάκι; Εσύ, οι Κρητικοί και οι Μανιάτες. Αλλά ούτε από την Κρήτη είσαι, ούτε από την Μάνη. Και τώρα τι έχεις να πεις; Εεεε; (Άκρα του τάφου σιωπή… καμία αντίδραση από την πλευρά του κυρίου Αργύρη).
-Εντάξει, με έπεισες. (Εύχομαι να φυσήξει δυνατά, να της το πάρει ο αέρας, Παναγία μου, γιατί από μόνη της δεν θα το βγάλει). Έλα πάμε τώρα να φάμε, μας έχουν κρατήσει και το τραπέζι μας, μην αργήσουμε και το δώσουν αλλού. Δεν μου αρέσει καθόλου να τρώω στα πίσω τραπέζια. Δεν έχει γούστο. (Δεν είναι ρομαντικά ήθελε να της πει, αλλά ύστερα από τόσα χρόνια γάμου σιγά μην μιλούσε για ρομάντζα και αηδίες. Αυτά είναι για τα παιδαρέλια).

Συνήθως τους έβρισκε κανείς στην ταβέρνα στο Έδεμ, εκεί που το κύμα σκάει μέχρι τα πόδια των τραπεζιών. Καλαμαράκια τηγανητά, ψαράκια τηγανητά, κατά προτίμηση μπαρμπουνάκια, με συνοδεία ένα μικρό μπουκάλι ούζο ήταν οι προτιμήσεις τους. Καμιά φορά, στα νιάτα τους κυρίως, το μπουκαλάκι ούζο δεν έμενε στο ένα, γίνονταν δύο αλλά σπάνια τρία.

-Έλα γυναίκα μου, βίβα το πρώτο!, και να σου τα τσουγκρίσματα, και να σου και τα ορεκτικά μέχρι να έρθουν τα ψάρια σερβιρισμένα στην πιατέλα και πασπαλισμένα με φέτες λεμονιού και μικρά κλωναράκια μαϊντανού.

Η κυρία Τασία αγαπούσε το τυρί σαγανάκι, ένα ολόκληρο το ήθελε για πάρτη της, ο Αργύρης ίσα που προλάβανε να αρπάξει ένα μικρό κομμάτι. Μια φορά σήκωσε το πιρούνι του σαν τον Ποσειδώνα που σήκωνε την τρίαινα για να δαμάσει τα κύματα μήπως προλάβει κανένα αξιόλογο κομμάτι και να σου τον βρήκε μία γενναία ξυλιά στο χέρι από την Τασία του.
-Άτιμε, περίμενε να του βάλω το λεμονάκι του και μετά πάρε το κομμάτι σου. εκείνη τότε του έβαζε χαριστικά ένα μεγάλο κομμάτι στο πιάτο και μετά έπαιρνε το υπόλοιπο στην άλλη άκρη για να το φάει μόνη της.

Κατά τα άλλα η Τασία ήταν δίκαιη στο φαγητό. Κυρίως τα τελευταία χρόνια που στο σπίτι τον είχε όλο στην δίαιτα, τι να κάνει η καημένη για να τον βλέπει ευχαριστημένο; Ε, κανένα τυράκι τηγανητό ή ένα μπαρμπούνι ή λίγο ούζο δεν έβλαπτε. Φυσικά το ποτό περιοριζόταν πια στα δύο ποτηράκια με μπόλικα παγάκια και νερό μέχρι πάνω. Πού λόγος για μπουκαλάκι. Θα πάει η πίεση στον Θεό.
-Κάτσε Αργύρη μου, να πάρω και το κορίτσι μας τηλέφωνο να δω τι κάνει και εκείνη. Άραγε τι θα φάνε σήμερα;
-Βρε γυναίκα, άσε τα παιδιά στην ησυχία τους, Κυριακή είναι, μέρα χαλαρή. Πάλι με εσένα θα ασχολούνται; Τι θα φάνε; Τι εννοείς; Κάτι που θα τρώγεται.

Από την άλλη γραμμή η Μαρία σήκωσε το τηλέφωνο ξέροντας από πριν την κλασσική ερώτηση που θα επακολουθούσε. Και εκείνη όμως ήταν προετοιμασμένη για την απάντηση.

Η Μαρία γνώριζε την μάνα της καλά, για εκείνη την μεγάλη γυναίκα το πιο φυσικό ήταν η νοικοκυρά την Κυριακή να την περνάει όλη μέρα στην κουζίνα, (γιατί τις άλλες τι έκανε, δηλαδή;). Ο λόγος απλός, αφού όλη η οικογένεια είναι μαζεμένη, η μάνα πρέπει να τους έχει ευχαριστημένους όλους. Καλό πρωινό, ένα μεσημεριανό προσεγμένο με την σαλάτα του, το κρέας του και φυσικά ένα γλυκάκι επιβάλλεται. Και μετά άντε να μαζέψεις κουζίνα, για να πάει να ξαπλώσει, όχι να κοιμηθεί, να τεντώσει τα πόδια, θα πάει τέσσερεις. Και αρχίζει ο απογευματινός αγώνας, καφεδάκι για τον σύζυγο, να πάνε μετά μία μικρή βόλτα με τα παιδιά, αν υπάρχουν, και να τελειώσει η μέρα με την βραδινή ρουτίνα, φαγητό πάλι και μάζεμα κουζίνας, μην αρχίσει η Δευτέρα με τον νεροχύτη γεμάτο. Και να πάει για ύπνο κατά τις έντεκα, εξαντλημένη και κουρασμένη. Αυτά ήταν για την μάνα της, την Τασία, τα δεδομένα για μία καλή νοικοκυρά.

-Έλα μάνα, καλημέρα. Πού σε βρίσκω; ρώτησε η Μαρία έτσι για να δείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
-Ε, πού αλλού καλέ; Στην ταβέρνα είμαστε, και είπα να σας πάρω ένα τηλέφωνο να δω τι κάνετε; Τι μαγείρεψες σήμερα; (κατευθείαν στο ψητό η γιαγιά)
-Μμμμ, μάνα σήμερα έχω πάρει ρεπό, θα φάμε χάμπουργκερ με πατάτες τηγανητές. Μας πρόλαβες στην πόρτα, θα πάμε στο μεγάλο Μall για μία βολτίτσα, έχει και παιδότοπο για τον μικρό, ε, μετά θα φάμε αυτά τα λαχταριστά ψωμάκια με το μπιφτεκάκι και το τυράκι στην μέση και γύρω γύρω πατάτες τηγανητές. Ε, μια κόκα κόλα επιβάλλεται, στο τέλος θα πάρουμε ένα μεγάλο παγωτό κατά προτίμηση σοκολάτα πασπαλισμένο με σιρόπι σοκολάτας.
Απόλυτη ησυχία από την άλλη γραμμή.

-Μάναααα, ζεις; Δεν σε ακούω, χάθηκε το σήμα. Άντε τώρα σε αφήνω, καλή σας όρεξη, φιλιά στον πατέρα.
Και έκλεισε η γραμμή από την μια μεριά, ενώ η Τασία προσπαθούσε να χωνέψει το αόρατο για αυτήν χάμπουργκερ που της είχε καθίσει στο λαιμό.

-Τι σου είπε το παιδί; ρώτησε με την αφέλεια του ο Αργύρης.
-Σιωπή Αργύρη, εσύ φταις για την κατάντια της κόρης μας. Και δεν με νοιάζει για εκείνη και για τον άντρα της, το καημένο το παιδάκι σκέφτομαι. Θα μου το πεθάνουν καλέ αυτοί!
-Τι είναι αυτά που λες βρε γυναίκα; Τι έγινε θα μου πεις ή θα με σκάσεις;
-Θα πάρει λέει ρεπό σήμερα. Αντί να κάτσει μέσα να τους φτιάξει ένα ωραίο γιουβέτσι, Κυριακή είναι, γιουβέτσι απαιτεί η μέρα. Θα πάνε στο Μall και θα φάνε χάμπουργκερ. Εσύ φταιςςςςς! Ακούει από σένα, να τα βούτυρα γυναίκα στο φαΐ, να η ζάχαρη, να το τυρί να ξεχειλίζει, ε τι περιμένεις, δίνεις το κακό παράδειγμα.
-Άκου γυναίκα και βάλτο καλά στο μυαλό σου. Το κορίτσι μας έφυγε πριν δέκα χρόνια από το σπίτι μας. Έχει την δική της οικογένεια. Σταμάτα να ανακατεύεσαι, δεν θα το πω άλλη φορά. Αλλά πού να χωρέσει στο μυαλό σου, σε αφήνουν οι καπελαδούρες; Έχουν κάνει το κεφάλι σου απροσπέλαστο. Σαν ταβανόπλακα ένα πράγμα. Άντε τώρα να φάμε τα ψαράκια μας και άσε τις χαζομάρες.

Σε λίγο ήρθε και ο σερβιτόρος με την πιατέλα στο χέρι με τα μπαρμπουνάκια. Σαν να σηκώνει το τρόπαιο από τον πόλεμο και να το παραδίνει στον βασιλιά έμοιαζε ο καημένος. Γιατί αυτήν την φορά τα μπαρμπούνια ήταν σπέσιαλ, ειδική παραγγελία από τον Αργύρη, ήταν μεγάλα και ωραία τηγανισμένα. Όχι από εκείνα τα μικρά και τα τσουρούτικα. Γιατί απλά σήμερα η μέρα ήταν ιδιαίτερη. Δεν ήταν μόνο η πρώτη Κυριακή του μήνα, όχι. Είχαν και επέτειο γάμου. Δεν το είχε ξεχάσει ο Αργύρης κι ας έκανε τον χαζό και τον ξεχασιάρη από το πρωί. Η Τασία τριγυρνούσε στα πόδια του σαν το γατί που τριγυρνάει στα πόδια του αφεντικού του όλο νάζι για να το κάνει να τo χαϊδέψει. Εκείνος όμως έδειχνε ατάραχος. Σαν να μην θυμόταν τίποτα. Καμία αντίδραση από την πλευρά του. Και η Τασία είχε πάρει το περίλυπο ύφος της και χαμήλωσε τα μάτια κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω.

Συμπέρασμα της κυρίας Τασίας: «Αχ αυτοί οι άντρες δεν κάνουν για τίποτα! Άχρηστοι τελείως!»

Με το που ακούμπησε ο σερβιτόρος την πιατέλα στο τραπέζι, στο οποίο υπήρχε στην μέση και ένα βάζο με λουλούδια, τα είχε παραγγείλει και αυτά ο Αργύρης, η Τασία έβαλε μία φωνή.
-Καλέ τι ψαρούκλες είναι αυτές; Τι τεράστια μπαρμπούνια; Καλέ η ουρά τους βγαίνει απ’ έξω!

Εκείνη την ώρα έσκασαν μύτη και δύο τροβαδούροι με τις κιθάρες τους. Στάθηκαν πάνω από τα κεφάλια τους. “Δύο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες μ’ έχουν κάνει τρελό…”.
Ο Αργύρης της έπιασε το χέρι, το έβαλε στοργικά μέσα στα δικά του και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
-Να ζήσουμε αγαπημένη μου, μέχρι τα εκατό μας, να γιορτάζουμε επετείους και γενέθλια.

Η Τασία τον κοίταξε με την έκπληξη στα μάτια που ήδη είχαν αρχίσει να υγραίνουν.
-Κι εγώ που νόμιζα ότι το είχες ξεχάσει. Μα είπα κι εγώ, ούτε ένα φιλάκι, ούτε ένα λουλούδι;
-Δεν βλέπεις βρε γυναίκα; ολόκληρo βάζο με τριαντάφυλλα κόκκινα έχει το τραπέζι. Είδες κανένα άλλο βάζο στα διπλανά; Για σένα κορίτσι μου είναι.

Η Τασία δεν άντεξε και του έδωσε ένα φιλί το στόμα αλά παλαιά. Έτσι για να θυμηθούν τα νιάτα τους (έχει γούστο να μου ζητήσει και τίποτε άλλο μετά! Πάλι θα με πιάσει εκείνος ο πονοκέφαλος!)

Σε λίγα λεπτά ακούστηκε από δίπλα η φωνή του εγγoνού.
-Γιαγιά, γιαγιά, ήρθαμε και εμείς.
Τι έκπληξη είναι αυτή;
-Άτιμε, πώς τα είχες οργανώσει όλα! Κι αν πάθαινα κανένα καρδιακό με το χάμπουργκερ; Μα πώς τα σχεδίασες όλα αυτά;
Η Μαρία έσκυψε και την φίλησε με στοργή την Τασία, έσκυψε και φίλησε τον Αργύρη με ευγνωμοσύνη.
-Να ζήσετε μαζί και αγαπημένοι για πολλά πολλά χρόνια.
-Ελάτε παιδιά μου, βολευτείτε. Μόλις ήρθαν και τα ψάρια, έρχονται και οι γαρίδες και οι πατάτες. Α, και δύο σαγανάκια, ένα για μας και ένα ολόκληρο για σένα Τασία μου, να το φας όλο δικό σου.
Τι να πει τώρα η Τασία με όλα αυτά; δεν είχε λόγο να παραπονεθεί για τίποτα.

-Μαρία μου, το γιουβέτσι να το κάνεις την άλλη Κυριακή, να φάει και ο άντρας σου να ευχαριστηθεί. Κι εσύ Αργύρη μου αύριο, μετά από τόσα τηγανητά, πατάτες βραστές, εντάξει;
-Δεν υπάρχεις βρε μάνα! Πάλι θες να γίνει το δικό σου; Όχι, θα πάμε στο Μall. Άντε να ζήσετε και πάλι!, και υψώθηκαν τα ποτηράκια με το ούζο για να δηλώσουν τις ευχές από καρδιάς. Το χαμομήλι και η βραστή πατάτα ας περιμένουν για την επομένη.

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading