Η κόκκινη κλωστή

«Λένε πως υπάρχει μια κόκκινη κλωστή. Δεν τη βλέπεις. Δεν τη νιώθεις. Δεν ακούς ποτέ τον ήχο της όταν τεντώνει. Κι όμως, ενώνει δύο ανθρώπους που είναι γραφτό να συναντηθούν. Μπορεί να μπερδευτεί. Μπορεί να τεντώσει μέχρι να πονέσει. Μπορεί να τους οδηγήσει σε άλλες αγκαλιές, σε άλλες ζωές, σε άλλα σπίτια. Αλλά δεν κόβεται ποτέ…»

Ο Αίας γνώρισε τη Λητώ ένα απόγευμα του Σεπτέμβρη. Ο ήλιος έδυε νωρίς και ο αέρας μύριζε ακόμη καλοκαίρι. Δεν υπήρξε κάτι εντυπωσιακό στη γνωριμία τους. Ήταν απλά δύο άνθρωποι που συναντήθηκαν τυχαία στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου και ήθελαν το ίδιο βιβλίο για μια εργασία. Κανείς δεν σκόνταψε, κανείς δεν έριξε καφέ πάνω στον άλλον, κανείς δεν έσωσε κανέναν, κανείς δεν ένιωσε πως η γη σταμάτησε να γυρίζει. Κι όμως…

Από εκείνη την πρώτη συζήτηση ένιωσαν και οι δύο μια παράξενη ηρεμία. Σαν να μη χρειαζόταν να προσποιηθούν τίποτα. Σαν να μπορούσαν να αφήσουν τις άμυνές τους στην άκρη. Και έτσι, έγιναν φίλοι…

Οι άνθρωποι γύρω τους έλεγαν πως έμοιαζαν περισσότερο με ζευγάρι παρά με φίλους. Εκείνοι γελούσαν. «Δεν γίνεται», έλεγαν. Και συνέχιζαν να πίνουν καφέδες που κρατούσαν ώρες, να περπατούν μέχρι να ξημερώσει, να χάνονται σε ατελείωτες συζητήσεις για τα όνειρα, τους φόβους και όσα ήθελαν να γίνουν όταν θα μεγάλωναν.

Η Λητώ ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τηλεφωνούσε ο Αίας όταν είχε μια μεγάλη χαρά. Ο πρώτος άνθρωπος που έψαχνε όταν όλα κατέρρεαν. Η πρώτη σκέψη το πρωί και η τελευταία το βράδυ πριν κλείσει τα μάτια του. Ήθελε να μοιράζεται μαζί της κάθε σημαντική και ασήμαντη λεπτομέρεια της ζωής του. Κι εκείνος ήταν το ίδιο για εκείνη.

Κανείς τους δεν κατάλαβε πότε η συνήθεια έγινε ανάγκη. Πότε η ανάγκη έγινε αγάπη. Απλά έγινε αβίαστα και εκεί ξεκίνησε η υπερανάλυση αυτής της ‘περίεργης’ στα μάτια των άλλων, μα ‘μοναδικής’ στα μάτια τους σχέσης.

Και αυτό γιατί φοβήθηκαν. Γιατί αν αγαπήσεις τον άνθρωπο που είναι ήδη το ασφαλές σου καταφύγιο, ρισκάρεις να χάσεις και τον έρωτα και τη φιλία μαζί.

Έτσι σώπασαν. Σταμάτησαν να σκέφτονται. Σταμάτησαν να αναλύουν. Απλά ζούσαν σιωπηλά και η σιωπή, καμιά φορά, αλλάζει τη μοίρα περισσότερο από τις λέξεις…

Τα χρόνια όμως πέρασαν. Η ζωή άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούσαν να την προλάβουν…

Η Λητώ γνώρισε έναν άντρα που την αγάπησε ήρεμα. Χωρίς μεγάλες εξάρσεις, χωρίς καταιγίδες. Της πρόσφερε μια ζωή ασφαλή. Ένα σπίτι με ανοιχτά παράθυρα, Κυριακές με οικογενειακά τραπέζια και την υπόσχεση ότι θα είναι πάντα εκεί.

Όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί, είπε αμέσως το «ναι». Όχι γιατί ήταν ο μεγάλος έρωτας, αλλά γιατί πίστεψε πως ο μεγάλος έρωτας είναι μύθος και η αγάπη είναι επιλογή.

Το προηγούμενο βράδυ από τον γάμο της, το τηλέφωνό της χτύπησε.

«Κοιμάσαι;» τη ρώτησε ο Αίας.
«Όχι…»

Μίλησαν μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Για μια ταινία. Για ένα τραγούδι. Για τα χρόνια της γνωριμίας τους. Για το αγαπημένο τους νησί. Για όλα όσα δεν είχαν σημασία αλλά και για εκείνο το ένα πράγμα που είχε.

Κανείς δεν είπε: «Μη παντρευτείς! »
Κανείς δεν είπε: «Σ’ αγαπώ!»

Το πρωί η Λητώ φόρεσε το νυφικό της. Όταν μπήκε στην εκκλησία, τα μάτια της τον βρήκαν πριν από όλους τους άλλους. Ο Αίας στεκόταν πίσω, με τα χέρια σφιγμένα τόσο δυνατά που τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει. Χαμογέλασε και εκείνη ανταπέδωσε. Ήταν το πιο θλιμμένο χαμόγελο που αντάλλαξαν ποτέ…

Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η σειρά του Αίαντα. Η Λητώ φόρεσε το πιο όμορφο φόρεμά της. Χόρεψε στον γάμο του. Του ίσιωσε τη γραβάτα πριν μπει στην εκκλησία.

«Είσαι όμορφος», του είπε.
«Εσύ γιατί κλαις;», τη ρώτησε χαμογελώντας.
«Από συγκίνηση», του απάντησε και ήταν το πρώτο ψέμα που του είπε ποτέ.

Οι ζωές τους κύλησαν παράλληλα. Σαν δύο τρένα στις ίδιες ράγες που δεν συναντιούνται ποτέ, αλλά ταξιδεύουν πάντα δίπλα-δίπλα.

Επόμενη πίστα ζωής… Έγιναν γονείς…

Η Λητώ ξενυχτούσε κρατώντας στην αγκαλιά της το μωρό της. Ο Αίας της έστελνε μήνυμα στις τρεις τα ξημερώματα.

«Κοιμάται;»
«Όχι…»
«Ούτε ο δικός μου!»
Και γελούσαν μέσα από την εξάντληση μα το πέρασαν και αυτό μαζί.

Μεγάλωσαν παιδιά…Έχασαν τους γονείς τους…Έκοψαν τούρτες γενεθλίων… Χειροκρότησαν σε σχολικές γιορτές… Έθαψαν αγαπημένους φίλους…

Η ζωή περνούσε από πάνω τους αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια μα, ό,τι κι αν συνέβαινε, υπήρχε πάντα εκείνο το ένα τηλεφώνημα.

«Είσαι καλά;». Αυτό μόνο. Και ήταν αρκετό και για τους δύο.

Ώσπου μια μέρα, η ζωή αποφάσισε να τους δοκιμάσει αλλιώς. Η Λητώ έχασε το δεύτερο παιδί της. Το παιδικό δωμάτιο έμεινε έτοιμο. Τα μικρά καλτσάκια διπλωμένα. Το αρκουδάκι πάνω στην κούνια και μια σιωπή τόσο βαριά, που έκανε ακόμη και το ρολόι του σπιτιού να ακούγεται σαν χτύπος καρδιάς.

Οι άνθρωποι έρχονταν και έφευγαν. Της έλεγαν λόγια που νόμιζαν πως βοηθούν.
«Ο χρόνος θεραπεύει…»
«Θα ξαναχαμογελάσεις…»
«Έτσι τα έφερε η ζωή…»

Ο Αίας δεν είπε τίποτα. Χτύπησε το κουδούνι. Η Λητώ άνοιξε την πόρτα και μόλις τον είδε, κατέρρευσε στα χέρια του. Έπεσε στην αγκαλιά του σαν να κρατιόταν όρθια μόνο και μόνο μέχρι να έρθει εκείνος.

Δεν μίλησαν. Έμεινε δίπλα της μέχρι να ξημερώσει. Της έφτιαξε έναν καφέ που έμεινε άθικτος. Της σκέπασε τους ώμους όταν αποκοιμήθηκε εξαντλημένη στον καναπέ και πριν φύγει, φίλησε το μέτωπό της τόσο απαλά, που ούτε εκείνη κατάλαβε αν το ονειρεύτηκε.

Χρόνια μετά, ο άντρας της Λητούς πέθανε ξαφνικά. Ο κόσμος της άδειασε για δεύτερη φορά. Στην κηδεία δεν θυμόταν ποιος την αγκάλιασε, ποιος της μίλησε, ποιος έκλαψε.

Θυμόταν μόνο δύο μάτια. Τα μάτια του Αίαντα.
Δύο μάτια γεμάτα πόνο. Όχι γιατί ζήλευε τον άντρα που έφυγε αλλά γιατί πονούσε όταν πονούσε εκείνη.

Ο καιρός συνέχισε να κυλά… Ο γάμος του Αίαντα άρχισε να σβήνει αργά σαν κερί που είχε λιώσει όλο το κερί του. Δεν υπήρξαν προδοσίες. Δεν υπήρξαν φωνές. Μόνο δύο άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν και κάποια στιγμή έγιναν ξένοι.

Το διαζύγιο βγήκε μια βροχερή μέρα του Νοέμβρη. Το ίδιο βράδυ στάθηκε έξω από το σπίτι της Λητούς. Εκείνη άνοιξε την πόρτα και πριν προλάβει να μιλήσει, τον αγκάλιασε με όση αγάπη είχε μέσα της.

«Γύρισες…», ψιθύρισε.
Δεν εννοούσε στο σπίτι της. Εννοούσε… σε εκείνη…

Πέρασαν μήνες. Έμαθαν ξανά ο ένας τον άλλον. Με τα λευκά μαλλιά που είχαν αρχίσει να φαίνονται. Με τις ουλές. Με τις ρυτίδες. Με τις ενοχές. Με τις απώλειες.

Ένα βράδυ, καθώς περπατούσαν δίπλα στη θάλασσα, ο Αίας σταμάτησε.

«Ξέρεις τι φοβάμαι περισσότερο;»
«Τι;»
«Ότι χάσαμε τη ζωή μας…»

Η Λητώ τον κοίταξε για πολλή ώρα. Ύστερα του έπιασε το χέρι.

«Όχι, Αία…», του είπε σχεδόν ψιθυριστά, «η ζωή δεν μας τιμώρησε. Μας ωρίμασε. Αν είχαμε αγαπηθεί τότε, ίσως να μην αντέχαμε. Σήμερα ξέρουμε τι σημαίνει να χάνεις, να συγχωρείς, να περιμένεις. Σήμερα μπορούμε να αγαπήσουμε χωρίς εγωισμό…»

Ο Αίας δάκρυσε…«Και αν είναι αργά;»
Η Λητώ χαμογέλασε. «Για την αγάπη που είναι αληθινή… δεν υπάρχει αργά…»

Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε αργά σαν να ήθελε να αναπληρώσει κάθε φιλί που δεν τόλμησε να της δώσει όλα εκείνα τα χρόνια.

Γιατί η κόκκινη κλωστή δεν υπόσχεται πως όλα θα είναι εύκολα. Υπόσχεται μόνο πως, όσο κι αν η ζωή τους λυγίσει, όσο κι αν αγαπήσουν άλλους, όσο κι αν θάψουν όνειρα, ανθρώπους και κομμάτια του εαυτού τους, αν είναι αληθινά δεμένοι, κάποια μέρα θα βρεθούν ξανά.

Όχι για να αναπληρώσουν τα χαμένα χρόνια, αλλά για να καταλάβουν ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή που να ήταν πραγματικά χώρια.

Η κόκκινη κλωστή ήταν πάντα εκεί. Αόρατη στα μάτια μα δεμένη τόσο σφιχτά στις ψυχές τους, που ούτε ο χρόνος, ούτε ο θάνατος, ούτε οι λάθος επιλογές κατάφεραν ποτέ να τη σπάσουν.

Κατερίνα Μοχράνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading