“Όλα είναι έτοιμα… Ναι, κι εγώ έτοιμη είμαι! Όπως τα ‘παμε! Σήμερα θα του μιλήσω!… Κλείσε, ακούω θυροτηλέφωνο!… Ναι, ναι θα σε πάρω μόλις φύγει!… Ευχαριστώ!”. Η Σόνια έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο και το ακούμπησε στο τραπέζι της κουζίνας. Πήγε με γρήγορα βήματα και πάτησε το κουμπί του θυροτηλεφώνου και στάθηκε μπροστά στην εξώπορτα. Έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι πίσω της, άλλη μία στο είδωλό της στον καθρέφτη στα δεξιά της κι άνοιξε την πόρτα.
– Μια ώρα έψαχνα παρκάρισμα! Και το ασανσέρ σου πάλι χαλασμένο! ακούμπησε στα χέρια της μια σακούλα με μπύρες ο Γιάννης και μπήκε σαν σίφουνας στο σπίτι
Η Σόνια γύρισε και τον κοίταξε, είχε ήδη καθίσει στον καναπέ. Έκλεισε την εξώπορτα, πήρε μια βαθιά ανάσα, “φόρεσε” το πιο γλυκό της χαμόγελο και πήγε κοντά του.
– Τι κάνεις; Μέρες έχουμε να τα πούμε. κάθισε δίπλα του
– Ρε Σονάκι… φέρε ένα νερό ρε κορίτσι μου, κοράκιασα!
Του χαμογέλασε, σηκώθηκε και σε λίγο επέστρεψε κρατώντας στα χέρια της ένα δίσκο με δύο ποτήρια και μια κανάτα με νερό. Μόλις τ’ ακούμπησε στο τραπέζι, ο Γιάννης γέμισε το ποτήρι του και το ήπιε μονορούφι.
– Πω πω! Το είχα ανάγκη! Πώς είσαι κοριτσάρα μου; πήγε το σώμα του κοντά της και τη φίλησε στο λαιμό
– Καλά… όλα καλά… η Σόνια τραβήχτηκε λίγο
– Έφερα μπύρες. συνέχισε ο Γιάννης κι ανέβασε τα πόδια του στο τραπεζάκι. Δεν σε πειράζει, ε; της έδειξε τα πόδια του
– Όχι, όχι, σαν στο σπίτι σου! Κι εγώ ψήνω πίτσα και… Θεέ μου! Η πίτσα! έφυγε τρέχοντας προς την κουζίνα
Επέστρεψε λίγο αργότερα, με μια πιατέλα γεμάτη με κομμάτια πίτσας που άχνιζαν.
– Μου άρπαξε λίγο από κάτω… στραβομουτσούνιασε
– Ο καλός ο μύλος… είπε εκείνος και πήρε ένα κομμάτι στα χέρια του κι άρχισε να το φυσάει για να κρυώσει.
– Επιστρέφω… είπε η Σόνια και γύρισε κρατώντας δύο κουτάκια μπύρας. Τι θα δούμε; πήρε στα χέρια της το τηλεκοντρόλ
“Το νου σου! Αισθηματική θα τον πείσεις να δείτε! Να μπείτε στο κλίμα και μετά να του το ξεφουρνίσεις”, θυμήθηκε τα λόγια της Βιβής, της κολλητής της.
– Έχει βγει μια καινούρια με την Τζέσικα Άλ…
– Έλα, σου ‘χω ταινιάρα! Έχει βγει μια μ’ έναν σίριαλ κίλλερ! της πήρε το τηλεκοντρόλ απ’ το χέρι και δάγκωσε το κομμάτι της πίτσας που κρατούσε
“Και προς Θεού! Να μην έχει αίματα και φόvous!”, η φωνή της Βιβής ακούστηκε δυνατά μέσα στο κεφάλι της.
– Λέω σήμερα να δούμε κάτι πιο…
– Έλα, την βρήκα! Θα πάθεις! συνέχισε ο Γιάννης
Η Σόνια στραβομουτσούνιασε και κάθισε δίπλα του.
– Το φως! της είπε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει
– Έτσι λέγεται; τον ρώτησε απορημένη
– Σβήσε το φως, μανάρι μου! της είπε εκείνος κι άνοιξε το κουτάκι της μπύρας πίνοντας μια ηχηρή γουλιά
Πήρε μια βαθιά ανάσα σβήνοντας το φως κι επέστρεψε στον καναπέ, κοιτώντας τον να μασουλάει λαίμαργα το τρίτο κατά σειρά κομμάτι πίτσας.
Η ταινία αφορούσε έναν κατά συρροή δολοφόνο, που πληγωμένος απ’ την κακοποιητική μητέρα του, σκότωνε αδιακρίτως γυναίκες. Μέχρι που γνώρισε την Κάθριν, που έμοιαζε στα μάτια του διαφορετική απ’ τις άλλες. Σε μια σκηνή της ταινίας, ο πρωταγωνιστής κι η Κάθριν, που δεν γνώριζε τίποτα για την εγκληματική του δράση, κάθονταν στο κρεβάτι και μιλούσαν. “Δεν έχω ξανανιώσει έτσι…”, του είπε εκείνη, τυλίγοντας ναζιάρικα μια ξανθιά μπούκλα στο δάχτυλό της. “Κι εγώ νιώθω να σε γνωρίζω χρόνια…”, της απάντησε εκείνος. “Ποτέ δεν πίστευα πως θα μπορούσε μια γυναίκα να με κάνει να νιώσω τόση ζεστασιά…”, συνέχισε ο πρωταγωνιστής.
– Τι μαλ@@@ είναι αυτές; Κάρφωσέ της το στιλέτο να πάμε παρακάτω! “έσπασε” τη σιωπή η φωνή του Γιάννη
– Γιατί; Μπορεί όντως να την ερωτεύτηκε! διαμαρτυρήθηκε η Σόνια, στενεύοντας το βλέμμα της
– Ψυχάκιας είναι ρε Σονάκι! Τι λες; άναψε τσιγάρο εκείνος, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει
– Λέω ότι οι άνθρωποι είμαστε ικανοί για όλα. Και για το καλό και για το κακό και πως αν το αποφασίσουμε…
– Κορίτσι μου, μόνος μου βλέπω την ταινία τόση ώρα; Ο τυπάς έχει ξεκοιλιάσει τέσσερις γυναίκες ως τώρα!
– Ναι, εντάξει, το είδα, αλλά λέω πως μπορεί ως τώρα να νόμιζε πως όλες οι γυναίκες είναι ίδιες! Και δεν είναι! Είναι; γύρισε το σώμα της προς το μέρος του και τον κάρφωσε με το βλέμμα
– Όχι, δε λέω αυτό… της είπε κοιτάζοντάς την
– Μπορεί να νομίζουμε ότι θέλουμε κάτι, αλλά ξαφνικά να εμφανιστεί ένας άνθρωπος και να μας ανατρέψει τις θεωρίες και…
– Δολοφόvos είναι, μωρό μου! Τι λες; πήρε μια ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του και γύρισε ξανά το βλέμμα του στην οθόνη
– Θέλω να μου πεις τι είμαι για σένα. του είπε με σταθερή φωνή και το βλέμμα της ακόμη καρφωμένο πάνω του
Ο Γιάννης γύρισε και την κοίταξε. Περιεργάστηκε για λίγα δευτερόλεπτα το ύφος της και πάτησε το stop στο τηλεκοντρόλ.
– Τι είναι αυτό τώρα; τη ρώτησε
– Απλή, καθαρή ερώτηση.
Ο Γιάννης συνέχισε να την κοιτάζει.
– Λοιπόν; επέμεινε η Σόνια
– Αλήθεια, δεν καταλαβαίνω τι…
– Γιάννη μου, σε ρωτάω κάτι πολύ συγκεκριμένο. Γνωριζόμαστε ήδη τέσσερις μήνες. Βγαίνουμε, επικοινωνούμε, κάνουμε έρωτα… Παρόλα αυτά νιώθω πως δεν μπορώ να σε ρωτήσω αν αυτό που έχουμε είναι αποκλειστικό, αν έχει κάποια σημασία για σένα… Με μπερδεύεις! Πώς να στο πω; Όταν είμαστε μαζί είναι σαν να είμαστε ζευγάρι, όταν είμαστε χώρια νιώθω… Δεν μπορώ να σε ρωτήσω πού είσαι, με ποιον… Στραβώνεις! Κι αυτό δεν είναι φυσιολογικό για την κοπέλα σου. Άρα σε κάποια σημεία δεν νιώθω σαν κοπέλα σου. Σε άλλα, νιώθω σαν κοπέλα σου… Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ… η Σόνια έκανε μια γκριμάτσα κοιτάζοντας το όλο απορία βλέμμα του
– Μπορείς να μου πεις τι σ’ έπιασε τώρα;
– Τόσο φοβερό είναι αυτό που σε ρωτάω; διαμαρτυρήθηκε εκείνη
– Ρε κορίτσι μου, καλά δεν είμαστε; Τι άλλο θες; κατέβασε τα πόδια απ’ το τραπεζάκι και την κοίταξε
“Και μην δεχτείς ασάφεια για απάντηση! Να επιμείνεις αυτή τη φορά!”, ακούστηκε πάλι μέσα στο κεφάλι της η φωνή της Βιβής
– Καλά είμαστε, ναι… Αλλά δεν ξέρω τι είμαστε!
– Πω πω τι είναι αυτά τα μικροαστικά τώρα! Και σε είχα για μοντέρνα γυναίκα! σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να πηγαινοέρχεται μπροστά απ’ την τηλεόραση
– Δεν ζητάω όρκους ή δαχτυλίδια. Ρωτάω μόνο αν… θέλω να πω… αν αυτό που έχουμε, είναι στο μυαλό σου… σχέση; σηκώθηκε και πήγε μπροστά του
– Δηλαδή για να νιώθεις καλά, πρέπει να βάλουμε ταμπέλες; Αυτό μου λες;
– Σου λέω πως έχω ανάγκη να ξέρω αν αυτό που ζούμε έχει κάποια βαρύτητα μέσα σου. Όπως μέσα μου… κατέβασε το κεφάλι στην τελευταία φράση
– Δηλαδή… κάτσε γιατί θα με τρελάνεις… αλλάζει κάτι αν το πούμε σχέση ή… Μαρίκα, ξέρω ‘γω; ανέβασε τον τόνο της φωνής του
– Ναι, ρε Γιάννη! Αλλάζει! Γιατί αν εγώ επενδύω συναισθηματικά σ’ αυτό, θέλω να είναι σχέση, όχι… Μαρίκα! τον κοίταξε βαθιά στα μάτια
– Μπορείς να μου πεις γιατί θες να χαλάσεις τη βραδιά μας; Έπηξα όλη μέρα στη δουλειά, είπαμε να δούμε μια ταινία να χαλαρώσουμε!
– Είναι τόσο περίεργο αυτό που σε ρωτάω; σταύρωσε τα χέρια κάτω απ’ το στήθος
– Κάτσε ρε κοπέλα μου… Τι σ’ έπιασε στα καλά καθούμενα, μου λες;
– Προσπαθώ εδώ και καιρό να καταλάβω τι γίνεται και… ανάθεμά με, ρε Γιάννη! Δεν καταλαβαίνω!
– Τι δεν καταλαβαίνεις; Σου υποσχέθηκα ποτέ κάτι; ακούμπησε το τηλεκοντρόλ πίσω στο τραπέζι.
Η Σόνια πάγωσε για μερικά δευτερόλεπτα κι άφησε τα χέρια της να πέσουν δίπλα στο σώμα της.
– Τι με κοιτάς έτσι; Σου έταξα ποτέ αγάπες, λουλούδια, μέλλον;
– Όχι… ψιθύρισε κατεβάζοντας το βλέμμα
– Άρα τι με ρωτάς; Τι θες να σου πω; σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε. Βγαίνουμε, περνάμε καλά, δεν είναι αρκετά αυτά; Γιατί δεν το αφήνεις να τσουλήσει; Και στην τελική γιατί βρίσκομαι στα ξαφνικά υπόλογος; έβαλε τα χέρια στη μέση του
Η Σόνια σέρνοντας τα βήματά της, κάθισε στον καναπέ.
– Έλα ρε ματάκια μου… της έδωσε ένα φιλί στον ώμο. Να συνεχίσουμε την ταινία τώρα;
– Όχι… είπε ψιθυριστά αρκετά δευτερόλεπτα μετά
– Όχι; την ρώτησε χαμηλόφωνα
– Όχι, δεν μου υποσχέθηκες ποτέ τίποτα, αλλά στο δικό μου μυαλό, Γιάννη, οι άνθρωποι δεν δεσμεύονται μόνο με λέξεις. γύρισε το κορμί της προς το μέρος του και τον κοίταξε στα μάτια. Στο δικό μου μυαλό, οι άνθρωποι δεσμεύονται με αγκαλιές, με φιλιά και χαμόγελα. Δεσμεύονται με τον χρόνο που περνούν μαζί, με την τρυφερότητα που ανταλλάσσουν. Άρα όχι, δεν είπαμε ποτέ τη λέξη σχέση, αλλά για μένα όλο αυτό σημαίνει κάτι. Το ζω μόνο μαζί σου και μέσα μου σημαίνει κάτι. Και τόσο καιρό, προσπαθώ να καταλάβω αν σημαίνει και για σένα…
– Δηλαδή, δεν ξέρεις αν μου αρέσεις; της χαμογέλασε
– Αυτό το ξέρω. Αλλά δεν ξέρω πώς σου αρέσω. Δεν ξέρω αν επενδύεις συναίσθημα σ’ αυτό που έχουμε. Δεν ξέρω αν είσαι μόνο “εδώ” ή σε χίλια “εδώ”. Δεν ξέρω αν με σκέφτεσαι όταν δεν είμαστε μαζί, αν λαχταράς να με δεις, αν όλο αυτό είναι ξεχωριστό για σένα.
Ο Γιάννης άναψε τσιγάρο και γύρισε το βλέμμα προς την τηλεόραση. Η Σόνια συνέχισε να έχει το σώμα της γυρισμένο προς το μέρος του και να τον κοιτάζει.
– Πραγματικά πιστεύεις ότι υπάρχει λόγος να το αναλύουμε τόσο; της είπε μετά από κάποια δευτερόλεπτα σιωπής
Η Σόνια πήρε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του, το άναψε και γύρισε το βλέμμα της προς την τηλεόραση.
– Όχι. είπε χαμηλόφωνα.
Πήρε δυο βαθιές ρουφηξιές απ’ το τσιγάρο και το έσβησε άτσαλα στο τασάκι.
– Μπορείς να φύγεις σε παρακαλώ; του είπε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει
– Τι; ρώτησε έκπληκτος γυρνώντας προς το μέρος της
“Να είσαι γλυκιά, μην τον πιέσεις. Αν του μιλήσεις λογικά και τους εξηγήσεις τους φόβους και τις αμφιβολίες σου, σίγουρα θα σου πει την αλήθεια του και στοιχηματίζω ότι θα σε καθησυχάσει”, θυμήθηκε τα λόγια της Βιβής και βλαστήμησε από μέσα της.
– Θα ήθελα να φύγεις. είπε με πιο σταθερή φωνή και σηκώθηκε όρθια κρατώντας το βλέμμα της σταθερό προς την τηλεόραση
Ο Γιάννης έσβησε με αργές κινήσεις το τσιγάρο του, σηκώθηκε απ’ τον καναπέ, πέρασε από μπροστά της και πήγε στην πόρτα. Φόρεσε τα παπούτσια του κι έπιασε το χερούλι της πόρτας. Γύρισε προς το μέρος της, στεκόταν ακόμη ακίνητη στο ίδιο σημείο, με την πλάτη γυρισμένη. Κάτι πήγε να πει αλλά αμέσως το μετάνιωσε κι έκλεισε την πόρτα απαλά πίσω του.
“Όχι, δεν χρειάζεται, Βιβή μου, θα πάω να κοιμηθώ… Σίγουρα… Ναι, είμαι καλά. Θα τα πούμε αύριο, εντάξει;”. Η Σόνια έκλεισε το τηλέφωνο κι αναστέναξε. Κοίταξε την πιατέλα με την πίτσα πάνω στο τραπεζάκι, τα μισοάδεια κουτάκια μπύρας και το τασάκι με τα αποτσίγαρα. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε την τηλεόραση, ο Γιάννης είχε πατήσει pause στο σημείο που ο κατά συρροή δολοφόvos ακουμπούσε στοργικά το χέρι του πάνω στο μάγουλο της Κάθριν.
Έβγαλε με αργές κινήσεις το μπλουζάκι και το σορτσάκι που φορούσε και τα άφησε να πέσουν στο πάτωμα. Με αργές κινήσεις προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και πήγε στο δωμάτιό της. Ξάπλωσε και σκεπάστηκε μέχρι πάνω με το σεντόνι, κρατώντας το βλέμμα της στο ταβάνι.
Ήχος μηνύματος στο κινητό της. Το έπιασε μ’ αργές κινήσεις και κοίταξε την οθόνη: “Όταν ηρεμήσεις, θέλω να μιλήσουμε”. Ακούμπησε πάλι το κινητό στο κομοδίνο δίπλα της. Ένα δάκρυ κύλησε απ’ το δεξί της μάτι. Κι ύστερα ένα ακόμη απ’ το αριστερό. Και το μαξιλάρι της άρχισε να ρουφάει σιωπηλά όλο τον πόνο που υγρός έβγαινε από μέσα της.
“Θέλεις να πάμε για έναν καφέ το απόγευμα;”
“Ρε Σονάκι, μίλησέ μου! Τι σου έκανα;”
“Το θεωρείς πολύ ώριμο να μην απαντάς καν;”
“Δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεσαι τόσο υπερβολική!”
“Να περάσω απ’ το σπίτι σου μετά τη δουλειά να τα πούμε;”
Αυτά ήταν μερικά απ’ τα μηνύματα που της έστειλε τις επόμενες μέρες και που σε κανένα δεν του απάντησε.
– Γιατί δεν του απαντάς, ρε κορίτσι μου; Μπορεί να το ξανασκέφτηκε! Μπορεί αυτό να θέλει να σου πει! της είπε η Βιβή
– Νόμιζα ότι είχαμε κάτι όμορφο οι δυο μας. Ακόμη όμως κι όταν του το πέταξα στα μούτρα ότι δεν ξέρω αν βγαίνει μόνο μαζί μου, δεν προσπάθησε να με καθησυχάσει. Δεν τον εμπιστεύομαι πια, Βιβή!
– Εγώ νομίζω πως…
– Εγώ ξέρω πως όταν νιώθεις δεν φοβάσαι τις λέξεις. Δεν φοβάσαι τις δηλώσεις. Δεν φοβάσαι τη δέσμευση. Κι ακόμη κι αν τα φοβάσαι, σταθμίζεις τι έχει μεγαλύτερη σημασία για σένα τελικά… Κι μάλλον εκείνος φοβάται περισσότερο απ’ όσο νιώθει. Κι εγώ δεν μπορώ έτσι…
*****
– Πάλι αυτός ήταν; ρώτησε η Βιβή, βλέποντας τη φίλη της ν’ ακουμπάει το κινητό της στο τραπεζάκι
– Ναι.
– Και; Τι ήθελε;
– Να με δει. Αν έχει τόση σημασία για μένα να δώσουμε όνομα σ’ αυτό που έχουμε… να βρεθούμε να το συζητήσουμε… ξεφύσηξε κι ακούμπησε το χέρι της στο μέτωπό της
– Ορίστε! Το κατάλαβε! Γιατί είσαι έτσι; Αυτό δεν ήθελες;
– Όχι… χαμογέλασε πικρά η Σόνια
– Πώς ‘όχι’ ρε Σόνια; Να είστε μαζί δεν ήθελες; Ορίστε, αυτό…
– Έχει περάσει ένας μήνας, Βιβή! Ένας μήνας από εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μου. Του πήρε ένα μήνα για να καταλάβει πως δεν θέλει να με χάσει και χάρην αυτού, κάνει… υποχώρηση. Μόνο που εγώ θέλω έναν άνθρωπο που να θέλει να είναι μαζί μου κι όχι να χρειάζεται “εκβιασμό” για να το κάνει. Νιώθεις;
*****
Έξι μήνες μετά…
– Πού θέλεις να καθίσουμε; η Βιβή σκάναρε με το βλέμμα της τον χώρο του μπαρ
– Εδώ ωραία είναι… είπε η Σόνια
– Μήπως να… τι έπαθες; η Βιβή κοίταξε παραξενεμένη τη φίλη της που στεκόταν ακίνητη και είχε το βλέμμα της κολλημένο απέναντι
– Ο Γιάννης… είπε με κατεβασμένο το κεφάλι
Η Βιβή γύρισε και είδε τον Γιάννη να έχει φτάσει μπροστά τους, κρατώντας απ’ το χέρι μια κοπέλα. Δεν τις είχε δει, φάνηκε απ’ το ξαφνιασμένο βλέμμα του όταν βρέθηκε απέναντί τους.
– Καλησπέρα… είπε κι έμεινε να κοιτάζει τη Σόνια
– Καλησπέρα… ανταπάντησε η Σόνια κι η Βιβή κάθισε σε μια καρέκλα χωρίς να του ρίξει ούτε βλέμμα
– Η κοπέλα; ρώτησε χαμογελαστή η μικροκαμωμένη ξανθιά που στεκόταν στο πλευρό του
– Ε… η Σόνια είναι μια παλιά φίλη…
– Χαίρω πολύ! η γυναίκα έδωσε εγκάρδια το χέρι της στη Σόνια. Εγώ είμαι η Ελένη! Η κοπέλα του Γιάννη!
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
