Αυτό που ζούμε (δεν) είναι της στιγμής

Μετά από ανάλυση δύο ωρών, η Έλενα τοποθετώντας το κινητό στο τραπέζι του μπαλκονιού, συνέχιζε να προσπαθεί να πείσει τις φίλες της ότι η ερωτική σκηνή του τελευταίου επεισοδίου της αγαπημένης τους σειράς ήταν καλύτερη από των πρώτων. Άναψε το τσιγάρο που μόλις είχε στρίψει και φυσώντας βιαστικά τον καπνό, τους περιέγραψε βήμα προς βήμα την σκηνή – ξανά! – για να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Ακολούθησαν γέλια και ευχές από την μια προς την άλλη να βρουν έναν άντρα, σαν αυτούς που βλέπουν στις ταινίες και διαβάζουν στα βιβλία. Έχοντας φτάσει πια δύο το βράδυ, τερμάτισαν την κλήση.

Η Έλενα ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας και άπλωσε τα πόδια χαμηλά στα κάγκελα. Τότε διαπίστωσε ότι στο απέναντι σπίτι, στον όροφο που εδώ και χρόνια ήταν άδειος, κάποιος καθόταν στο μπαλκόνι και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Με την πρώτη ματιά κάποιον της θύμιζε, αλλά δεν μπορούσε να ανακαλέσει από πού. Κοιτάχτηκαν ξανά και ξανά. Χωρίς να βγάζει κάπου όλο αυτό, έσβησε το τελευταίο της τσιγάρο και μπήκε μέσα για να ξαπλώσει.

Το επόμενο πρωί, την ξύπνησε η δόνηση στο κινητό της.
“Έλα μαμά”
“Καλημέρα πουλάκι μου. Τι κάνεις;”
“Προσπαθώ να χαρώ το ρεπό μου αλλά δεν με αφήνεις. 9 η ώρα ρε μαμά;”
“Έλα μην γκρινιάζεις. Σε πήρα γιατί μετά θα το ξεχάσω. Θέλω, όταν μπορέσεις, να πας σούπερ μάρκετ να πάρεις-“
“Στειλ’ τα σε μήνυμα. Φιλιά”, είπε κοφτά η Έλενα και έκλεισε το τηλέφωνο. Πάσχισε να ξαναβρεί τον ύπνο της, αλλά δεν τα κατάφερε. Προκειμένου να μην αφήσει τα νεύρα να υπερισχύσουν, έφτιαξε ένα γρήγορο πρωινό, έβαλε ό,τι της ήταν απαραίτητο στη τσάντα και αποφάσισε να πάει, με παρέα το αγαπημένο της βιβλίο, για καφέ στην Πλάκα.

Βγαίνοντας από το σπίτι, συνάντησε τον γείτονά τους, τον κύριο Στέλιο.
“Καλημέρα στο κορίτσι μας”
“Καλημέρα κύριε Στέλιο! Τι κάνετε;”
“Αα πάντα με χαμόγελο, από τότε που ήσουνα μικρή. Τώρα μεγαλώσατε εσείς, μεγαλώσαμε κι εμείς”
“Νεότατος είστε, πείτε ότι γυρεύετε κομπλιμέντα”
Ο ηλικιωμένος άντρας γέλασε με τη καρδιά του και ακούμπησε την Έλενα στον ώμο.

“Βιάζεσαι να φύγεις;”, τη ρώτησε με ένα μελαγχολικό βλέμμα
“Όχι. Χρειάζεστε κάποια βοήθεια;”
“Να μωρέ, ήρθε μετά από πόσα χρόνια ο Βασίλης μας και μένει στο πάνω σπίτι. Άμα τον περιμένεις λίγο θα κατέβει. Να πάτε μαζί μια βόλτα, να θυμηθείτε τα παλιά, να νιώσει κι αυτός δραστήριος. Όλο τον χειμώνα στις Βρυξέλλες, δουλειά, δουλειά, δουλειά, να περάσει κάποιες μέρες ανέμελα στην πατρίδα. Ξέρεις και πόσο δύσκολο του είναι να έρχεται να μένει εδώ… Όλα του θυμίζουν την συγχωρεμένη τη μάνα του. Να είναι καλά ο πατέρας του που αγάπησε την Ελλάδα και την γυναίκα του τόσο πολύ, που βοήθησε το παιδί να μην χάσει επαφή μαζί τους. Όμως τα χρόνια πέρασαν και ο Βασίλης όλο και πιο αραιά έρχεται. Ας το συνδέσει με όμορφες εμπειρίες, τι λες;”

Η Έλενα ένιωθε ένα τσούξιμο πίσω από τα μάτια της. Ο άντρας που είδε χτες βράδυ ήταν ο Βασίλης… Το αγοράκι που μεγάλωσαν μαζί και έναν Σεπτέμβρη έφυγε. Ο έφηβος που ερχόταν κάθε καλοκαίρι με τον μπαμπά του, ο οποίος πάλευε να τον γεμίσει με όμορφες εικόνες της μαμάς του. Τόσες, που θα κατάφερναν να αντικαταστήσουν το τραύμα ενός μικρού παιδιού που αποχαιρετά τη μαμά του στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Ο νεαρός που αντάλλασσαν καμία κουβέντα. Είχε γίνει άντρας και κατευθυνόταν προς το μέρος της, με σταθερό βηματισμό. Το άλλοτε ατημέλητο παιδί, στεκόταν απέναντί της με ένα τζιν, ένα λευκό t shirt που αγκάλιαζε τους μύες στα χέρια και τον κορμό του και ένα ζευγάρι λευκά αθλητικά παπούτσια. Καθαρό πρόσωπο, έντονες γωνίες, σκούρα μπλε μάτια, από τα οποία έλειπε η λάμψη που είχε ως νέος και είχε αντικατασταθεί από ένα αυστηρό, κοφτερό βλέμμα, μαύρο, κοντό και πυκνό μαλλί που κάλυπτε μέρος του μετώπου του. Ένας άντρας που σου έκοβε την ανάσα.

“Έλενα”, πρόφερε το όνομά της με ελαφρώς γαλλική προφορά και η ίδια ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν
“Γεια σου Βασίλη”, είπε με τα μάγουλα και τη μύτη της να έχουν κοκκινίσει. Χτες βράδυ την είχε ακούσει να περιγράφει ερωτικές σκηνές στο μπαλκόνι της, φορώντας μόνο ένα oversized μπλουζάκι και μετά από όλα αυτά φλέρταραν και με τα μάτια. Και τώρα έκαναν μια τυπική χειραψία!
“Την θυμάσαι! Πόσο ευχάριστο! Πείτε τα εσείς, εγώ έχω να ανεβάσω τα ψώνια. Σε χαιρετώ, Έλενα μου”, είπε ο κύριος Στέλιος και αφού αντάλλαξαν ένα χαμόγελο, έφυγε.

Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή και τελικά η Έλενα μίλησε:
“Θα πάω στην Πλάκα για καφέ. Μόνη μου. Αν θέλεις να θυμηθείς την Αθήνα, είναι το καλύτερο μέρος”
“Θέλω”, της απάντησε κοφτά ο Βασίλης και της έκανε νόημα με το χέρι να περπατήσουν.

Η ατμόσφαιρα στη βόλτα τους ήταν πολύ πιο άνετη και χαλαρή από την πρώτη συνάντηση. Θυμήθηκαν τα παλιά, γέλασαν, συζήτησαν για τη δουλειά και τη ζωή στο εξωτερικό και ανανέωσαν το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα.

Τα βράδια ήταν και οι δύο στα μπαλκόνια τους. Κάπνιζαν και μιλούσαν μόνο τα μάτια… για ώρες. Τα απογεύματα μετά τη δουλειά, ο Βασίλης περίμενε την Έλενα σε, κάθε φορά, και νέο μέρος στην Αθήνα, έκαναν βόλτες και συμπεριφέρονταν όπως δυο καλοί φίλοι.

Ο Αύγουστος έφτασε στο τέλος του. Σε δύο μέρες έμπαινε Σεπτέμβρης και στην απογευματινή τους βόλτα ο Βασίλης ανακοίνωσε κάτι που κύλησε κι έσκασε σαν χειροβομβίδα στα πόδια της Έλενας:
“Επιστρέφω στις Βρυξέλλες πρώτη του μήνα”. Τα λόγια του βγήκαν με μεγάλη δυσκολία από το στόμα αλλά πίεσε τον εαυτό του να συνεχίσει. Πλησίασε την Έλενα και πέρασε μια τούφα από τα μαλλιά πίσω από το αυτί της, αφήνοντας το χέρι του να ακουμπήσει – για πρώτη φορά – το πρόσωπό της. “Πέρασα πολύ όμορφα αυτές τις μέρες. Δεν περίμενα ότι θα μπορούσε να αντιστραφεί η ψυχολογία μου σχετικά με το σπίτι της μητέρας μου και την διαμονή μου στην Ελλάδα. Το οφείλω σε σένα. Ευχαριστώ”.

Η σπαστή γαλλική προφορά, τα στρογγυλά σκούρα μπλε μάτια και η μυρωδιά μαύρης ορχιδέας που είχε κυριεύσει τα πνευμόνια της ήταν αρκετά για να μείνει σιωπηλή. Κατάφερε μόνο ένα πικρό χαμόγελο. Το στήθος της όμως που ανεβοκατέβαινε μαρτυρούσε τη σύγχιση μέσα της. Τι να του πει; Πώς να του το πει; Τι να ζητήσει; Εξάλλου πρόκειται για δύο παιδικούς φίλους που ξαναβρέθηκαν μετά από χρόνια, με τον έναν να ζει τους 11 από τους 12 μήνες στο εξωτερικό, τίποτα παραπάνω, σωστά;

“Η αλήθεια είναι ότι η ζωή μου είναι πια στις Βρυξέλλες. Δεν έχω σκοπό να ξαναγυρίσω στην Ελλάδα για πολλούς λόγους. Οικονομικούς, προσωπικούς, ψυχολογικούς. Αλλά σίγουρα άλλαξε η άποψή μου για τα καλοκαίρια. Πόσο μάλλον τώρα που έχω μια τόσο καλή φίλη”
Της μίλησε σαν να είχε ακούσει τη σκέψη της. Όμως και πάλι τα αυτιά της βούιζαν και το κρουασάν με τον καφέ που είχε φάει από το πρωί ένιωθε να ανεβαίνει στον λαιμό της. Κατάπιε με δύναμη και τον ακούμπησε στον ώμο, προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο άνετη γίνεται: “Γι’ αυτό είναι οι φίλοι”.

Επέστρεψαν σπίτια τους και η Έλενα ήταν πιο απόμακρη από τις άλλες φορές. Σε όλη την διαδρομή απαντούσε μονολεκτικά και απέφευγε διακριτικά τα “γνωστά – τυχαία” αγγίγματα του Βασίλη.

“Λοιπόν, καληνύχτα”, του είπε κοφτά και χωρίς να τον κοιτάξει μπήκε στην πολυκατοικία της. Έκανε ένα παγωμένο ντουζ στην προσπάθειά της να κάνει το μυαλό να σταματήσει να τον σκέφτεται και ακολουθώντας μηχανικές κινήσεις, πήρε τα τσιγάρα της και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ο Βασίλης στεκόταν απέναντι. Φορώντας μια γκρι φόρμα και τίποτε άλλο. Το ασημί φως του φεγγαριού τόνιζε τους μύες στο κορμί του και τις γωνίες στο πρόσωπό του. Κοιτάζονταν, όπως κάθε βράδυ, ασταμάτητα, φυσώντας τον καπνό.

Η Έλενα έσβησε το τσιγάρο και σηκώθηκε όρθια. Ακούμπησε τις παλάμες στα κάγκελα και τον κοίταξε. Σήκωσε το δεξί της χέρι και του έκανε νόημα να έρθει από το διαμέρισμά της να μιλήσουν. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και μπήκε μέσα.

Μετά από πέντε λεπτά ακούστηκε ο ήχος του κουδουνιού της κάτω πόρτας. Σχεδόν αμέσως ακούστηκαν χτύποι στην εξώπορτα.

Η Έλενα άνοιξε.

Στάθηκαν ακίνητοι με μοναδικό ήχο τις βαριές ανάσες τους. Ο Βασίλης κοίταξε τα γυμνά της πόδια κι έπειτα το βλέμμα του ανέβηκε στο κοντό αθλητικό σορτσάκι και την κολλητή μπλούζα που φορούσε και διέγραφε τον γυμνό της κορμό.

Όταν τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της, με ένα βήμα βρέθηκε στην αγκαλιά του. Τα χείλη τους ενώθηκαν και το φιλί που ακολούθησε ήταν τόσο έντονο που ακούγονταν δόντια που χτύπαγαν και βογκητά που ξέφευγαν. Ο Βασίλης έκανε ένα βήμα προς τα μπρος, κρατώντας με το ένα χέρι της μέση της και με το άλλο έκλεισε την πόρτα. Την οδήγησε, χωρίς να έχει σταματήσει να εξερευνά το στόμα της με τη γλώσσα του, στο σαλόνι και με μια κίνηση την πέταξε στον καναπέ. Έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους χωρίς να μιλάνε και η Έλενα αφέθηκε ολοκληρωτικά στα χέρια του. Την δάγκωνε, την γευόταν κι όμως την κρατούσε σαν να είναι πορσελάνη στα χέρια του. Την κατεύθυνε σε κάθε του επιθυμία και η Έλενα υπάκουε χωρίς αντιρρήσεις. Είχε ξανακάνει Σ€ξ , αλλά πρώτη φορά ένιωσε πώς είναι να διαπερνά το κορμί της η λίμπιντο και να καταλήγει από το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια της!

Όλο το βράδυ κύλησε με τον ίδιο τρόπο. Τα ξημερώματα ο Βασίλης την πήρε αγκαλιά και μπήκαν μαζί στο ντουζ. Την έπλυνε και πάλι αγκαλιά την οδήγησε στο κρεβάτι.

Η Έλενα πίεσε τη φωνή της να βγει:
“Θα μείνεις;”, τον ρώτησε και χασμουρήθηκε
“Φυσικά”, της απάντησε και άνοιξε το χέρι του. Η Έλενα ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και αμέσως την πήρε ο ύπνος. Εκείνος, αν και ένιωθε βαριά τα βλέφαρά του, ήθελε να μείνει ξύπνιος όσο μπορούσε. Να τη δει. Τους είχε μείνει μόνο μια μέρα.

Νωρίς το μεσημέρι ξύπνησαν αγκαλιά. Ήταν Κυριακή πρωί κι έτσι η Έλενα δεν δούλευε. Έφτιαξαν μαζί πρωινό και όλη η μέρα μέχρι και αργά το βράδυ κύλησε με τους δυο τους να κάνουν έρωτα. Κάνεις δεν αναφέρθηκε στο dead line αυτής της σχέσης που εξέπνεε σε λίγες ώρες…

Όταν άλλαξε η μέρα και μπήκε Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου, ο Βασίλης έσβησε το τσιγάρο του στο μπαλκόνι της Έλενας και την κοίταξε μέσα στα καστανά της μάτια με μια δόση μελαγχολίας.
“Θα πρέπει να πάω να φτιάξω τις βαλίτσες. Στις 5 πρέπει να είμαι αεροδρόμιο”
“Το ξέρω”, του απάντησε γλυκά και του χάιδεψε το μάγουλο. “Πέρασα πολύ όμορφα μαζί σου”
Ο Βασίλης ακούμπησε το χέρι της και το κράτησε στο πρόσωπό του: “Κι εγώ mon cœur”
Η Έλενα του χαμογέλασε γλυκά και πήρε το χέρι της από το μάγουλό του.
“Κάπου εδώ λέμε καλό χειμώνα και σου εύχομαι καλό ταξίδι”
Ο Βασίλης σηκώθηκε από τη θέση του.
“Κάπως έτσι”

Κοιτάχτηκαν και μετά από μια μεγάλη αγκαλιά, έφυγε. Η Έλενα έμεινε για λίγο στο μπαλκόνι και μετά μπήκε μέσα. Ετοίμασε τα πράγματα για την δουλειά της την επόμενη μέρα και έπεσε για ύπνο.

Δεν αντάλλαξαν ούτε ένα μήνυμα από εκείνη την ημέρα. Μάθαιναν ο ένας τα νέα του άλλου μέσα από τα ποστ στο ίνσταγκραμ. Η Έλενα έβγαινε τακτικά στο μπαλκόνι και κοιτούσε το σφραγισμένο παράθυρο στο απέναντι σπίτι. Μέχρι που μια μέρα σταμάτησε να το κάνει και κλείδωσε όσα της θύμιζαν τον Βασίλη σε ένα κουτάκι πίσω πίσω στο μυαλό της.

“Κύριε Στέλιο καλησπέρα! Ζέστη και σήμερα, ε;”
“Αφόρητη κορίτσι μου! Κάθε καλοκαίρι και χειρότερο”
“Να σας βοηθήσω με τα ψώνια;”
“Δεν χρειάζεται mon cœur, θα το κάνω εγώ”
Η βαριά γνώριμη φωνή προκάλεσε ρίγη σε όλο το κορμί της. Γύρισε και αντίκρισε τον Βασίλη. Πάσχισε να κρατήσει τα πόδια της κολλημένα στο έδαφος και να μην πέσει στην αγκαλιά του.

“Καλώς ήρθες”, κατάφερε να πει με μια απορία στο βλέμμα
“Καλώς σε βρήκα, mon cœur. Δεν θα έχανα το καλοκαίρι μου στην Ελλάδα. Ραντεβού στο μπαλκόνι”, είπε και της έκλεισε το μάτι

Η Έλενα χαμογέλασε πονηρά και τον ακούμπησε ελαφρά στον ώμο όταν πέρασε δίπλα της.
“Στο δικό μου μπαλκόνι”
“Μόνο στο δικό σου”, απάντησε ο Βασίλης και βοήθησε τον θείο του με τα ψώνια.

Αγγελική Ανδριοπούλου

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading