Πικρό κρασί

Δηλητήριο έμοιαζε το κρασί στο ποτήρι του καθώς κοιτούσε την γυναίκα που καθόταν απέναντι από τον πατέρα του. Το γέλιο του είχε χρόνια να ακουστεί μέσα σε αυτό το σπίτι. Τώρα τον έβλεπε να γελά με την ψυχή του και πονούσε η δική του. Εκείνη του χάιδευε το χέρι με μια οικειότητα τόσο ζεστή που ο Αντώνης ένιωθε τα σωθικά του να ανακατεύονται. Πού να ήξερε όταν πήγαινε σε εκείνο το γεύμα για να γνωρίσει την σύντροφο του πατέρα του ότι θα αντίκρυζε την δική του πρώην ερωμένη.

Ο Αντώνης μετακινούσε ανόρεχτα με το πιρούνι το φαγητό πέρα δώθε στο πιάτο του. Το ποτήρι του γέμιζε ξανά με πικρό κρασί. Έτσι ένιωθε κάθε γουλιά στον λαιμό του. Κοιτούσε κλεφτά τον μπαμπά του. Έλαμπαν τα μάτια του από ευτυχία. Πάνω από είκοσι χρόνια ήταν μόνος του. Ποτέ δεν περίμενε ότι θα αγαπήσει ξανά. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι την γυναίκα που είχε στο πλάι του την είχε πρώτα διαλέξει ο γιος του.

«Η Μίνα είναι ο άγγελος μου. Έδωσε ξανά νόημα στην ζωή μου. Είναι όλα όσα δεν ήξερα ότι χρειαζόμουν. Καταλαβαίνει τι νιώθω με ένα μόνο βλέμμα. Ακούει μέχρι και την σιωπή μου. Είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσα να ζητήσω. Νιώθω τόσο τυχερός. Σαν να μου δίνει η ζωή μια δεύτερη ευκαιρία. Ήμουν πολύ νέος όταν έχασα την μαμά σου. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα μπορέσω να δώσω έστω και ένα μικρό κομμάτι από την καρδιά μου σε άλλη γυναίκα. Μα δες με τώρα! Νιώθω σαν μικρό παιδί! Πετάω από χαρά! Ήθελα να σου γνωρίσω την Μίνα και να πάρω την ευχή σου για να γίνει η γυναίκα μου»

«Είναι σοβαρό, δηλαδή;»

«Φυσικά. Στην ηλικία μου άλλωστε…»

«Η Μίνα όμως είναι σαράντα έξι, σωστά;»

«Ναι. Πού το ξέρεις;»

«Φαίνεται…»

«Αντώνη. Τι συμβαίνει; Περίμενα ότι ίσως αντιδράσεις αλλά όχι να είσαι αγενής μαζί της! Δεν σε μεγάλωσα έτσι!»

«Να φέρω το γλυκό καλύτερα», σηκώθηκε αμήχανα η Μίνα από το τραπέζι και μάζεψε τα πιάτα.

«Να σε βοηθήσει ο Αντώνης! Μπας και επανορθώσει για τον τρόπο του», είπε πικραμένος ο πατέρας του.

Μέσα στην κουζίνα, ο Αντώνης γύρισε την πλάτη του στην Μίνα. Εκείνη τον πλησίασε διστακτικά. Το άρωμά της ήταν ακόμα το ίδιο, όπως τότε που πότιζε τα σεντόνια του για μέρες μέχρι να την ξαναδεί.

«Μη του το χαλάσεις. Είναι ευτυχισμένος. Και εγώ είμαι», τον παρακάλεσε.

«Θα του πω την αλήθεια», δήλωσε αποφασισμένος.

Όταν επέστρεψαν στο τραπέζι, ο πατέρας του αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα βαριά. Είδε την Μίνα να παίρνει την τσάντα της, να του δίνει ένα φιλί και να αποχωρεί χωρίς εξηγήσεις. Ούτε εκείνος ρώτησε τίποτα, περίμενε τον γιο του να δώσει την απάντηση.

«Πατέρα… Πρέπει να σου πω κάτι»

«Η Μίνα ήταν;»

«Τι;»

«Η Μίνα ήταν εκείνη που σε πλήγωσε τρία χρόνια πριν. Είχατε σχέση και ξαφνικά σου είπε να χωρίσετε»

«Ναι. Πώς…;»

«Για εμένα σε είχε χωρίσει. Δεν το ήξερε. Στο εγγυώμαι αυτό. Ίσως αν είχαμε καλύτερες σχέσεις μεταξύ μας να ήξερε ότι είμαστε πατέρας και γιος»

«Τι θα κάνεις, μπαμπά;»

«Θα συνεχίσω μαζί της, φυσικά»

«Φυσικά κιόλας! Λες και είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο!»

«Εγώ δεν έχω πολλές επιλογές. Εσύ έχεις!»

«Δεν θα σκέφτεσαι ότι…»

«Το παρελθόν είναι παρελθόν. Τέλος. Θα με στηρίξεις;»

«Πώς; Πώς να το κάνω αυτό;»

«Να τα ξεχάσεις όλα και να έρθεις στον γάμο μας»

«Καταλαβαίνεις τι μου ζητάς; Η μητριά μου είναι πρώην μου! Όχι, μπαμπά. Λυπάμαι. Αυτό το πικρό κρασί δεν θα το πιώ»

Ο Αντώνης άφησε το ποτήρι του γεμάτο και σηκώθηκε από το τραπέζι. Αγκάλιασε μια τελευταία φορά τον μπαμπά του. Κατάλαβε ότι το παρελθόν δεν είχε σβήσει. Είχε γίνει το μέλλον του πατέρα του. Και εκείνος δεν χωρούσε σε αυτό. Έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά σε εκείνο το σπίτι.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading