Η γιαγιά Ελένη ζούσε ξεχασμένη σε μια παλιά πολυκατοικία στο κέντρο της πόλης. Λίγα βήματα την χώριζαν από την βουή της πολυκοσμίας. Έξω από το παράθυρό της ο κόσμος έσφυζε από ζωή, οι περαστικοί βιάζονταν, τα αυτοκίνητα κόρναραν, τα παιδιά γυρνούσαν από το σχολείο γελώντας. Όλη η πόλη σε απόσταση αναπνοής, μόνο που εκείνη δεν μπορούσε να ανασάνει από την μοναξιά της. Ήταν εγκλωβισμένη στην αόρατη ύπαρξή της. Μια πόρτα την χώριζε από τα υπόλοιπα διαμερίσματα, από ανθρώπους που δεν ήξερε, μιας και οι παλιοί γείτονές της είχαν πεθάνει. Νέοι ένοικοι είχαν εγκατασταθεί, καινούργια πρόσωπα που της ήταν όλα άγνωστα. Όλοι μαζί όμως μοιράζονταν την ίδια μοναξιά μέσα στην αστική αποξένωση.
Ο Μάνθος ήταν πολύ μοναχικός χαρακτήρας. Από επιλογή, έλεγε στον εαυτό του. Ίσως όμως ήταν και από ανάγκη. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο κόσμος τον είχε απογοητεύσει. Τον είχε εξαντλήσει η επαφή με τους ανθρώπους. Είχε διαλέξει να δουλεύει από απόσταση ώστε να μην χρειάζεται να φεύγει από το διαμέρισμα. Ζούσε σαν σκιά μέσα στο σπίτι του. Σε μια πόλη χιλιάδων κατοίκων, εκείνος προτιμούσε την απόλυτη απομόνωση.
Με την γιαγιά Ελένη δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ ούτε μια κουβέντα. Την γνώριζε μόνο μέσα από τους ήχους του διαμερίσματός της. Ήξερε τι ώρα πίνει τον καφέ της από το γκαζάκι που άναβε για να κάνει τον ελληνικό της. Ήξερε πότε ετοίμαζε το μεσημεριανό της γιατί άκουγε το σύρσιμο της καρέκλας. Ήξερε ότι από το απόγευμα ως το βράδυ έβλεπε τις αγαπημένες της εκπομπές στην τηλεόραση γιατί πάντα έβαζε δυνατά την ένταση. Αυτοί οι ήχοι ήταν η μόνη γέφυρα που τον ένωνε με την υπόλοιπη πολυκατοικία τον τελευταίο χρόνο που είχε μετακομίσει εκεί.
Μέχρι εκείνο το πρωί που άκουσε έναν δυνατό κρότο από την κουζίνα της. Αμέσως μετά ένα αδύναμο βογκητό και ένα πνιχτό κλάμα. Κάτι είχε γίνει. Ο εαυτός του πάλευε μέσα του να μείνει στην ησυχία του. Η συνείδησή του όμως έπρεπε να νικήσει τους φόβους του. Σηκώθηκε αμέσως από το γραφείο του και πήγε και της χτύπησε την πόρτα.
Πέρασαν πολλά λεπτά μέχρι να του ανοίξει. Κρατούσε τον μηρό της και κούτσαινε από το ένα πόδι. Κοιτούσε ο ένας τον άλλον με έκπληξη. Ο Μάνθος δεν είχε ιδέα πώς έμοιαζε τόσο καιρό η γιαγιά και εκείνη δεν ήξερε καν ποιος έμενε απέναντί της. Η ηλικιωμένη του εξήγησε ότι έπεσε και πονούσε και εκείνος προσφέρθηκε να την πάει στο νοσοκομείο. Ήταν μια ιδιαίτερη μέρα και για τους δύο, γιατί αναγκάστηκαν να βγουν από το σπίτι τους. Ευτυχώς το χτύπημα δεν ήταν σοβαρό αλλά ο γιατρός της σύστησε να κρατήσει ακινητοποιημένο το πόδι της για μερικές εβδομάδες. Όταν το άκουσε αυτό η γιαγιά Ελένη έβαλε τα κλάματα και ο Μάνθος ήξερε ακριβώς γιατί. Ολομόναχη όπως ήταν ποιος θα την φρόντιζε; Το ήξερε καλά αυτό το συναίσθημα γιατί το είχε σκεφτεί και ο ίδιος για τον εαυτό του. Εκεί κατάλαβε ότι δεν πρέπει να είναι έτσι η ζωή. Ότι ο άνθρωπος χρειάζεται ο ένας τον άλλον. Είναι ανάγκη της ψυχής. Έτσι της υποσχέθηκε ότι θα την βοηθήσει αυτός σε ό,τι χρειάζεται. Και ήταν η καλύτερη απόφαση.
Η φιλία τους, που ήρθε τόσο απρόσμενα, κράτησε για την υπόλοιπη ζωή της γιαγιάς Ελένης. Μέχρι να χωριστούν, ο Μάνθος είχε καταφέρει να θυμηθεί πώς είναι να είσαι ζωντανός μέσα σε έναν νεκρό κόσμο. Να μην φοβάσαι να πληγωθείς, να κάνεις λάθη, να πέσεις. Όπως του έμαθε εκείνη η ηλικιωμένη που κάποτε τους χώριζε μια πόρτα κλειστή και πλέον τους ένωνε μια καρδιά ανοιχτή στην ζωή, στην φιλία, στην ανθρώπινη ζεστασιά. Όλα αυτά που του έμαθε η γιαγιά Ελένη τα κρατούσε φυλαχτό μέσα του. Ήταν η τελευταία από τους παλιούς ενοίκους. Φεύγοντας χάρισε κάτι σημαντικό. Ελπίδα σε έναν νέο άνθρωπο ότι δεν έχουν χαθεί όλα ακόμα. Μπορεί η πόρτα της να έκλεισε για πάντα, αλλά άνοιξε αυτήν που κρατούσε τον Μάνθο φυλακισμένο. Και το κλειδί ήταν η αγάπη.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
