Αλμυρά απαγορευμένα φιλιά

«Paradise, bro!», ούρλιαξε ο Γιώργος για ν’ ακουστεί πάνω από την εκκωφαντική μουσική. Ο Ορέστης του χαμογέλασε συμφωνώντας.

«Bro, κοίτα, κοίτα!», φώναξε ξανά μέσα στ’ αυτί του, ενώ ταρακουνούσε το μπράτσο του, δείχνοντάς του μια κοριτσοπαρέα λίγο πιο πέρα.

Ο Ορέστης προσπάθησε ν’ απαγκιστρωθεί σπρώχνοντάς τον. Η αλήθεια είναι ότι είχε αρχίσει να τον κουράζει η όλη φάση. Σάρωσε βαριεστημένα τα ιδρωμένα κορμιά που χτυπιούνταν στον ρυθμό μυρίζοντας αντηλιακό, όταν το βλέμμα του σταμάτησε σε δύο κοπέλες λίγο πιο πέρα που είχαν γυρισμένη την πλάτη τους προς αυτόν και χόρευαν. Θα μπορούσε να είναι απλά δύο συνηθισμένες φρέσκιες, με τα μακριά μαλλιά τους πιασμένα ψηλά σε κοτσίδα που καμτσίκιζαν τον αέρα καθώς χόρευαν, μα εξέπεμπαν μια έντονη αίσθηση οικειότητας. Γύρω τους είχαν μαζευτεί κάμποσα αρσενικά και ένα από αυτά έγειρε και αγκάλιασε τη μια κοπέλα, που άρχισε να τον σπρώχνει φανερά ενοχλημένη. Η κοπέλα γύρισε το κεφάλι της προς αυτόν και τα μάτια τους συναντήθηκαν για μερικά δεύτερα. Ο Ορέστης απέμεινε να την κοιτά σαστισμένος, ενώ εκείνη, με τη βοήθεια των γύρω της, ξέφυγε από τη μέγγενη και άρχισε να ανοίγει χώρο ανάμεσα στους θαμώνες του beach club, ακολουθούμενη από τη φίλη της. Ο Ορέστης όρμησε προς το μέρος της και της έκοψε τον δρόμο. Εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει, τον έσπρωξε κάνοντάς του νόημα να την αφήσει να περάσει, αλλά βλέποντάς τον αμετακίνητο, έκανε να τον προσπεράσει. Ο Ορέστης τη γράπωσε από τον ώμο κι εκείνη κραύγασε σαστισμένη. Σήκωσε το κεφάλι της και μια βρισιά απέμεινε κρεμασμένη στην άκρη των χειλιών της γουρλώνοντας τα μάτια της έκπληκτη, καθώς ο Ορέστης την τραβούσε προς την παραλία.

«Ορέστη; Πότε ήρθες; Ο μπαμπάς το ξέρει;»
«Μπαμπάκια!», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Ορέστης και την αγριοκοίταξε. «Πόσες φορές πρέπει να σου πω να μην τον λες έτσι;»

Η Φίλια κάτι έκανε να πει, μα φάνηκε να το μετανιώνει, ενώ μια θλίψη σκίασε τα μάτια της. Εκείνος σάστισε με την αντίδρασή της, συνήθως, κάθε φορά που της την έλεγε για το θέμα του “μπαμπά”, του αντιμιλούσε και του επιτιθόταν.
«Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε προσπαθώντας ν’ αλλάξει θέμα, μα ακούστηκε σκληρός.
Ένα μισό ειρωνικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της.
«Είσαι τελείως ντελούλου; Τι φαίνεται να κάνω;»
Ναι, αυτή είναι η Φίλια που ξέρω, σκέφτηκε ευχαριστημένος ο Ορέστης.

«Τι φάση με σένα;» τον ρώτησε η άλλη κοπέλα που είχε πλησιάσει. «Άφησέ την! Ωπ, εσύ δεν είσαι;», άφησε τη φράση της στη μέση η Ματίνα κοιτάζοντάς τον εξεταστικά.
«Ήρθατε για διακοπές;» ρώτησε πιο μαλακά ο Ορέστης, μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα του από το κορμί που άφηνε ακάλυπτο το μικροσκοπικό μπικίνι.
«Για τι άλλο;» τον ειρωνεύτηκε η Φίλια, που έπιασε το βλέμμα του, καθώς του γύριζε την πλάτη και, αρπάζοντας τη Ματίνα, κίνησαν για τις ξαπλώστρες τους.

Ο Ορέστης έμεινε να τις κοιτά αναποφάσιστος. Πόσο είχε αλλάξει η μικρή Φίλια… Ποια μικρή… Αυτή είναι κανονική γυναίκα. Και τι γυναίκα! Μια γυναίκα που τον έκανε να αισθάνεται άβολα και ό,τι και να έλεγε, ν’ ακούγεται λάθος. Τελικά, το μόνο που δεν είχε αλλάξει είναι ότι παρέμενε ενοχλητική.

«Bro, που τις ξέρεις αυτές; Τι φάση; Απίστευτα μωρά!»
«Μαζέψου, ρε μαλάka!», ξέσπασε ξαφνικά ο Ορέστης καρφώνοντάς τον, και πήρε την αντίθετη κατεύθυνση.
«Τι έπαθες, ρε;» του φώναξε ο Γιώργος απορημένος και έτρεξε ξωπίσω του.
«Η αδερφή μου είναι, ρε μαλάka!»
«Ποια αδερφή σου; Η κόρη της μητριάς σου;» ένα σφύριγμα ξέφυγε του Γιώργου. «Πώς μεγάλωσε έτσι; Και πώς βρέθηκε εδώ;»
«Τι πώς βρέθηκε εδώ; Φέτος έδινε, οπότε…»

Τι ήταν αυτό που τον πείραζε τόσο, ο Ορέστης δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Ήταν που τόσες μέρες την έβλεπε να είναι ανοιχτή και να παίζει με όποιον την πλησίαζε; Ήταν που τον αγνοούσε λες και δεν τον ήξερε; Ήταν που κάθε φορά που την έβλεπε ένιωθε περίεργα; Άλλοτε ένα σφίξιμο στην καρδιά, άλλοτε ταχυπαλμία, άλλοτε να φλέγεται… Δεν έπρεπε καν να σκέφτεται έτσι. Κι όμως δεν μπορούσε να σταματήσει.

Είχαν περάσει έξι χρόνια από τότε που μετακόμισε με τη μητέρα του στην Τεργέστη και όποτε ερχόταν για διακοπές στην Ελλάδα τις περνούσε με τη γιαγιά του. Η επαφή του τα τελευταία χρόνια με τον πατέρα του ήταν λιγοστές βιντεοκλήσεις και μερικές ώρες προτού κατέβει στο χωριό, όπου η Φίλια σπάνια εμφανιζόταν και αυτό για λίγο. Το δε τελευταίο χρόνο που διάβαζε για τις πανελλήνιες, δεν την είχε δει ποτέ. Και να που μετά από τόσα χρόνια συναντήθηκαν στην Πάρο. Εκείνη για να γιορτάσει που τελείωσε μια δύσκολη χρονιά κι εκείνος που τελείωσε επιτέλους με τις σπουδές του.

«Bro, κοίτα ποιες είναι εδώ! Φεύγουν και αυτές σήμερα!». Ο Ορέστης μειδίασε ελαφρά, καθώς είχε φροντίσει να μάθει από πρώτο χέρι πότε γυρνάνε.

«Τέλεια!», αναφώνησε ο Γιώργος και το βλέμμα του σπίθησε πονηρά. «Στο χαρίζω για το σκάλωμα που έφαγες να φύγουμε νωρίτερα,, μια και σήμερα, δε θα μου ξεφύγει η μικρή, θα πάρω σίγουρα το τηλέφωνό της!»

«Τι είπες;» τον κάρφωσε ο Ορέστης και ο Γιώργος πήρε ένα απολογητικό ύφος. «Από τη φίλη της, ‘ντάξ; Κανείς δε θα σου πειράξει την “αδερφή”! Από τη φίλη της! Ώρε, μαλάka, πώς έχεις γίνει έτσι triggered, ούτε αληθινή αδερφή σου να ήταν!», σκλήρησε ξαφνικά και, ανασηκώνοντας το σακίδιό του, έτρεξε να προσφέρει τη βοήθειά του στην κοριτσοπαρέα της Φίλιας που τον υποδέχτηκαν με γέλια.

«Ορέστη!» αναφώνησε έκπληκτη ανοίγοντας την πόρτα η Αριστέα για να υποδεχτεί την κόρη της. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του σ’ ένδειξη χαιρετισμού και προχώρησε μέσα χωρίς να βγάλει μιλιά. Η Αριστέα έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην κόρη της πίσω του κι εκείνη απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους της, καθώς την προσπερνούσε αποφεύγοντας την αγκαλιά της.

«Καλώς τους!» ακούστηκε η φωνή του Διονύση, του πατέρα τους. «Πολύ χάρηκα που αποφάσισες επιτέλους να περάσεις λίγες μέρες μαζί μας, γιέ μου!». Η Αριστέα γύρισε και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Ξέχασα να σου πω! Ο Ορέστης θα μείνει λίγες μέρες μαζί μας!» πρόσθεσε αγνοώντας το ενοχλημένο ύφος της γυναίκας του για την αβλεψία του. «Πάμε, θα κοιμηθείς με τον αδερφό σου!» αναφώνησε φανερά ευχαριστημένος ο πατέρας του και ο μικρός Άλκης ήλθε και αγκάλιασε τον Ορέστη ενθουσιασμένος. Ο Ορέστης με κόπο κατέπνιξε την επιθυμία του να το βάλει στα πόδια. Ότι θα ερχόταν η μέρα να το παίξει one big happy family με τον Διονύση, ενώ το μόνο που ήθελε ήταν να αφαιμάξει και το τελευταίο γονίδιο που μοιραζόταν με αυτόν τον άντρα από το κορμί του, ποιος θα τον πίστευε.

Ο Ορέστης ένιωθε τρομερά άβολα και ανήσυχος. Του ήταν αδύνατον να ηρεμήσει. Σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε για να μην ξυπνήσει τον μικρό Άλκη και μπήκε να κάνει ένα κρύο ντους. Τελικά, ήταν πολύ κακή ιδέα να μείνει μαζί της κάτω από την ίδια στέγη. Τον εκνεύριζε τρομερά η παγερή αδιαφορία της, η ανοησία της να κυκλοφορεί μισόγυμνη στο σπίτι, η σπίθα στα μάτια του πατέρα του για την προγονή του. Καλά, τίποτα δεν καταλαβαίνουν μάνα και κόρη; Κοίτα που δεν την είχε για τόσο χαζή την Αριστέα, να μην έχει καταλάβει ότι το μάτι του πατέρα του έπαιζε και ότι είχε ερωμένη, όπως ακριβώς έκανε και με τη μάνα του. Η μικρή, πάλι, το είχε καταλάβει, ήταν σίγουρος. Πάντως κάτι σοβαρό φαινόταν να έχει παιχτεί ανάμεσα στη Φίλια και την Αριστέα, καθώς με το ζόρι μιλιούνταν.

Τέσσερις το πρωί, πού στο διάολο πήγε για μια “βόλτα”; αναρωτήθηκε και αυθόρμητα χτύπησε το χέρι του στον τοίχο κάνοντας την παλάμη του να τσούξει. Να είναι μ’ εκείνον τον παραφουσκωμένο από την Πάρο; Ή με τον “κολλητό” με τα δεκάδες σκουλαρίκια και τατού. Ένα ξεφύσημα του ξέφυγε. Τόσες μέρες στην Πάρο την είδε να παίζει μαζί τους, αλλά ποτέ δεν την είδε να κόλλησε με κανέναν ή να περνά τα όρια. Τίναξε το κεφάλι του στη σκέψη και κλείνοντας το νερό, έφερε τα χέρια του στο πρόσωπό του για να σκουπίσει τα μάτια του. Τι στο πούτ@ο έχει πάθει; Τέλος, αύριο φεύγει, δεν μπορεί να καθίσει άλλο εκεί.

Γύρισε για να πάρει την πετσέτα του όταν πάγωσε. Η Φίλια τον κοιτούσε από την πόρτα της ντουζιέρας με τα χαρακτηριστικά της τραβηγμένα από την έκπληξη, ενώ ήταν μισόγυμνη. Ξάφνου έτρεξε προς την τουαλέτα και άρχισε να ξερνά. Ο Ορέστης την πλησίασε, τη σκέπασε με το μπουρνούζι της, ενώ τράβηξε τα μαλλιά της πίσω. Μύριζε αλκοόλ.
«Τι κάνεις ρε; Γιατί δεν κλειδώνεις;» του την είπε μόλις κατάφερε να πάρει ανάσα.
«Εγώ τι κάνω; Εσύ που μπήκες μέσα δεν άκουσες το ντους;»
«Τα αυτιά μου βουίζουν…» είπε παραπονιάρικα και έπιασε το κεφάλι της, αφήνοντας το μπουρνούζι να πέσει και να αποκαλυφθεί το στήθος της.
«Πού ήσουν μου λες;»
«Ρε θείο, είσαι insufferable!»
«Θείο; Τώρα θα σου δείξω εγώ!» έγρουξε ο Ορέστης, αρπάζοντάς τη, και χώνοντάς τη στη ντουζιέρα άνοιξε το κρύο νερό, κάνοντάς τη να ξεφωνίσει.

«Πώς κατάφερες και συναχώθηκες καλοκαιριάτικα;» ρώτησε η Αριστέα την Φίλια, το επόμενο πρωί. Εκείνη συνοφρυώθηκε και αγριοκοίταξε τον Ορέστη, που έπινε τον καφέ του χωρίς να φαίνεται να τους δίνει σημασία. «Πότε φεύγετε, είπες;» συνέχισε η Αριστέα.
«Θα δώσω το μηχανογραφικό σήμερα και αύριο, φεύγουμε»
«Μόνο εσύ και η… », η Φίλια την αγριοκοίταξε
«Και δε θα πεις πού θα πάτε στην μαν…»
«Όχι;»
«Καλά, καλά… Καλά να περάσετε!» αναφώνησε η Αριστέα και ανέβλεψε προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό της.
«Και ελπίζω αυτή τη φορά να μην έχουμε κακά συναπαντήματα!» έριξε την μπηχτή της η Φίλια κοιτώντας τον Ορέστη, που με το ζόρι κατέπνιξε ένα ελαφρύ μειδίαμα.

«Τόσο πολύ στεναχωρήθηκες που με είδες;»
«Τι κάνεις εδώ μου λες;»
«Διακοπές. Τι άλλο;»
«Στην Ίο;»
«Στην Ίο…»
«Τυχαία;»
Ο Ορέστης έριξε μία πλάγια ματιά στον Γιώργο, που χασκογελούσε με τη Ματίνα. Η Φίλια ακολούθησε το βλέμμα του.

«Προδότρα!» ψέλλισε φανερά εκνευρισμένη και τον έσπρωξε στον ώμο με το δάχτυλό της για να περάσει. Ο Ορέστης την έπιασε από το μπράτσο.
«Μπορείς να μου πεις τι σου ‘χω κάνει;»
«Με κριντζάρεις!»
«Εγώ σε κριντζάρω; »
«Βλέπεις κανέναν άλλο; Εμφανίστηκες μετά από τόσα χρόνια και ξαφνικά μου το παίζεις μεγάλος αδερφός!»
«Μα…», η Φίλια του έκλεισε το στόμα με το χέρι της.
«Μην τολμήσεις και πεις ότι είσαι αδερφός μου γιατί θα μας ακούσει όλη η Ίος! Αδερφός σου είναι ο Άλκης! Εγώ δεν είμαι αδερφή σου! Και σύντομα δε θα είμαι τίποτα, γιατί και οι δύο ξέρουμε ότι δε θ’ αργήσει η ώρα που η μα θα καταλάβει ότι ο μπαμπάς της τα φορά!»
«Μην το λες, μπαμπά!»
«Σωστά, ο μαλάkas είναι πιο κατάλληλο!», γρύλισε η Φίλια αναμετρώντας τον με το βλέμμα της. Ο Ορέστης χαμογέλασε ειρωνικά. «Μοιάζετε εσείς οι δύο…» έφτυσε τις λέξεις η Φίλια. Ο Ορέστης πισωπάτησε ασυναίσθητα, ξαφνιασμένος από την παρατήρησή της πέφτοντας πάνω σε έναν τουρίστα που περνούσε εκείνη την ώρα από το στενόσοκο. Την ώρα που γύρισε να απολογηθεί, βρήκε την ευκαιρία η Φίλια να ξεφύγει και πήρε να ανεβαίνει προς την Παναγία στην κορυφή του λόφου. Ο Ορέστης την έφτασε και τη σταμάτησε.

«Τι θες, μου λες;»
«Θυμάσαι που όταν ήμασταν μικρά μ’ έπαιρνες από πίσω και μου έλεγες πως θες να με παντρευτείς;» προσπάθησε να ελαφρύνει το κλίμα ο Ορέστης αφήνοντάς την και πήρε να περπατά δίπλα της. Η Φίλια ξεφύσηξε.
«Ήμουν μικρή και αθώα. Τώρα ξέρω…» δεν πρόλαβε να αποσώσει.
«Αμάν ρε παιδιά, πρέπει να σας κυνηγάμε στα στενά και τις ανηφόρες; Τι τρέχετε έτσι;» τους μάλωσε η Ματίνα και ξαφνικά στάθηκε και κοίταξε γύρω της εκστασιασμένη το κυκλαδίτικο τοπίο. «Δεν υπάρχει! Απίστευτο;» είπε και άρπαξε τη Φίλια να βγάλουν σέλφι.

Η Φίλια πήγε στην τουαλέτα στο μικρό μπαράκι κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Το κεφάλι της πονούσε. Η Ματίνα από τη μία, που δεν έβαλε στοπ όλη τη μέρα, προφανώς γιατί ένιωθε αμήχανα για τη βλακεία που έκανε πίσω από την πλάτη της μαζί με τον Γιώργο. Και από την άλλη, ο Ορέστης μ’ αυτό το περίεργο βλέμμα που την ανατριχιάζει. Τι στο καλό τρέχει με αυτόν; Η Ματίνα επιμένει ότι έχει φάει σκάλωμα μαζί της. Από τη μία, η ιδέα την εξιτάρει. Θα ήταν η τέλεια εκδίκηση για όλα αυτά τα άκυρα που της έριξε όταν ήταν μικρή και για όλα αυτά τα χρόνια που την κορόιδευε. Αλλά ας το δούμε κάπως grounded, φάση. Το πιο πιθανό είναι ότι μοιάζει στον συλλέκτη πατέρα του. Αν και όλες αυτές τις μέρες δεν τον είδε να ενδιαφέρεται για καμία άλλη ή να κάνει κίνηση. Έτριψε το κεφάλι της προσπαθώντας να ηρεμήσει τον πονοκέφαλο. Από την άλλη θα ήταν και η τέλεια εκδίκηση ενάντια στη μάνα της, που τη γέμισε ψέματα τόσα χρόνια ότι ήταν αληθινή κόρη του Διονύση. Αν δεν είχε γίνει το ατύχημα, θα το πίστευε ακόμη… Τελικά, τόσα χρόνια τσάμπα τον έβριζε που εκνευριζόταν κάθε φορά που έλεγε τον Διονύση μπαμπά. Αυτός ήξερε. Πώς θα μπορούσε όμως να συμβεί κάτι ανάμεσά τους; Η μάνα της με τον πατέρα του είναι μαζί. Έχουμε ένα κοινό αδερφό… Ξεφύσηξε δυνατά και βγήκε με φόρα από την τουαλέτα.

«Γεια είμαι ο Σεμπάστιαν», της είπε ένας νεαρός με βαμμένα ξανθά μαλλιά και ένα μεγάλο τατού στο μπράτσο, σε σπασμένα αγγλικά. Η Φίλια τον χαιρέτησε ανόρεχτα και εκείνος της ζήτησε να έρθει στο τραπέζι της παρέας του, μα εκείνη του έδειξε τη δική της. Βλέποντας όμως και τους τρεις τους να γελάνε, το μετάνιωσε και βγήκε έξω. Προχώρησε λίγο και έγειρε με την πλάτη σε μια ξύλινη πόρτα στο χρώμα της μέντας. Έκλεισε τα μάτια και για λίγο αφέθηκε ν’ ακούει τη μουσική και τις ομιλίες σ’ άπειρες γλώσσες. Ένα νυχτολούλουδο σε μια γλάστρα πιπέριζε τη μυρωδιά της αλμύρας που μπλεκόταν με τα φρουτώδη αρώματα και το αλκοόλ. Ξάφνου, ο Σεμπάστιαν στάθηκε μπροστά της, εγκλωβίζοντάς την ανάμεσα στα χέρια του.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε στ’ αγγλικά φανερά εκνευρισμένη.
«Θέλω να σε φιλήσω» της είπε και έγειρε να ακουμπήσει τα χείλη της. Η Φίλια έβαλε την παλάμη της πάνω τους και τον έσπρωξε με το άλλο χέρι.
«Χάσου!», τον πρόσταξε! Μα εκείνος δε φάνηκε να πτοείται όταν έγειρε απότομα στο πλάι. Μια γροθιά είχε προσγειωθεί στο πρόσωπό του. Ένα χέρι την άρπαξε και άρχισε να την τραβολογά, όταν κατάφερε επιτέλους να ελευθερωθεί ήταν αρκετά μακριά, χαμένοι κάπου στα στενά.

«Λεπτό δεν μπορώ να σε αφήσω!»
«Άκου! Πραγματικά με βγάζεις από τα ρούχα μου!»
«Άλλοι θέλουν να σε βγάλουν από τα ρούχα σου!», αναφώνησε οργισμένος ο Ορέστης και η Φίλια γύρισε τα μάτια πάνω και ξεφύσηξε αγανακτισμένη.
«Ας θέλουν! Είμαι απολύτως ικανή να προστατέψω τον εαυτό μου και να επιλέξω με ποιον θα τσιλάρω, με ποιον θα δώσω το πρώτο μου φιλί και με ποιον θα…»
«Το πρώτο σου φιλί;» επανέλαβε ο Ορέστης μην μπορώντας να πιστέψει στ΄αυτιά του. Η Φίλια ξεροκατάπιε. Μόλις θρυμμάτισε την εικόνα που έχτιζε όλες αυτές τις μέρες. Τώρα θα καταλάβει ότι παρόλο το θέατρο στην ουσία είναι noba.

«Φίλια;» είπε μαλακά ο Ορέστης και έσκυψε προς το μέρος της και το στόμα του στέγνωσε. Η καρδιά της κόντεψε να εκτοξευτεί από το στήθος της, στο χάδι της ανάσας του στο πρόσωπό της. Σύνελθε, πρόσταξε τον εαυτό της. Είναι ο Ορέστης, ο γιός του “μπαμπά”, του ξεφτίλα, που κορόιδεψε τόσες και τόσες γυναίκες ανάμεσά τους και τη μάνα της. Όχι, αυτή δεν πρόκειται να αφήσει κανέναν να την πληγώσει. Αιώνια αγάπη, τόσο cringe!
«Φίλια, έχω χάσει το μυαλό μου μαζί σου!», ψέλλισε ο Ορέστης και πλησίασε ακόμη πιο πολύ. Ένας καγχασμός της ξέφυγε. Ίδιος ο πατέρας του! Για πόσο ηλίθια την περνά. Ο Ορέστης μαζεύτηκε βλέποντας το παγωμένο βλέμμα της..

«Λοιπόν, ξέρεις κάτι;» ακούστηκε ειρωνική και βραχνή η φωνή της. «Από το πρώτο μου φιλί να είναι από κάποιον άσχετο μεθυσμένο, ας είναι της “οικογένειας”…» είπε και τον φίλησε σκαστά. Ο Ορέστης κόντεψε να μείνει. «Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον χάλια φιλί ήταν αυτό. Bro, πάμε πάλι;», είπε στάζοντας ειρωνεία και ανασηκώθηκε στις μύτες και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Τα χείλη του κινήθηκαν μουδιασμένα στην αρχή, να σύντομα το φιλί του βάθυνε, ενώ τα χέρια του την τύλιξαν και την κόλλησαν πάνω του. Όταν επιτέλους την άφησε το μυαλό του ήταν σε μια ομίχλη.

«Ναι, πολύ καλύτερα» έκανε ψυχρά η Φίλια αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Νομίζω ότι το ‘χω! Κάτσε!» είπε και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τον ξαναφίλησε. Μα αυτή τη φορά ο Ορέστης τραβήχτηκε πίσω και έφερε το χέρι του στα χείλη.

«Τι κάνεις;»
«Τι μοιάζει να κάνω; Εξάσκηση!» απάντησε ψυχρά και ξεφυσώντας ειρωνικά του γύρισε την πλάτη.
«Φίλια!» τη σταμάτησε «Το εννοώ!»
«Πέσε κοιμήσου, θα σου περάσει.»
«Τι μαλαkies λες;» αναφώνησε εκνευρισμένος
«Εγώ τι μαλαkies λέω; Σοβαρά τώρα; Νομίζεις ότι πουλάει ακόμα αυτό το παραμύθι; Έλεος ρε Ορέστη, είσαι φουλ κριντζ. Μπορεί να έπιαναν την εποχή των γονιών μας, αλλά σοβαρά τώρα…» τον κατακεραύνωσε καρφώνοντάς τον στα μάτια.

Το βλέμμα του την έκοψε. Γιατί, γιατί έμοιαζε τόσο πληγωμένος; Όχι, αυτό δεν ήταν το βλέμμα του κυνηγού, δεν έμοιαζε σε τίποτα με το βλέμμα του Διονύση και των άλλων. Αυτό το βλέμμα την έκανε να πονά και αυτό ήταν το πρόβλημα. Δεν έπρεπε να την νοιάζει. Αν ήταν ψέμα, γιατί πονούσε έτσι; Και αν ήταν αλήθεια, γιατί αυτό την έκανε να θέλει να χαμογελάσει;

Ο Ορέστης έκανε να φύγει απογοητευμένος. Δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει, όχι ακόμα, χρειαζόταν χρόνο. Χρόνο να κάνει τι; Έπιασε το κεφάλι της πανικόβλητη. Ο Ορέστης δίστασε, βλέποντάς τη να κρατά το κεφάλι της και στα μάτια του φάνηκε η έγνοια. Σκέψου, πες κάτι, πρόσταξε τον εαυτό της.
«Ζαλίζομαι», ψέλλισε αβέβαιη και τον έπιασε. «Ορέστη, δεν… δεν αισθάνομαι…»
«Τι έχεις;» γύρισε αμέσως και τη ρώτησε ανήσυχος. Η Φίλια έκλεισε τα μάτια της. Δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Ή μάλλον ήξερε, απλώς δεν ήταν έτοιμη να το παραδεχτεί.

Αναστασία Χ.

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading