Δευτέρα πρωί. Για τον Αργύρη δεν ήταν μόνο η αρχή της εβδομάδας. Ήταν η μέρα που πάει για ψώνια, συνήθως του δεκαπενθήμερου. Σηκώθηκε, ετοιμάστηκε και κάθισε να απολαύσει τον πρωινό του καφέ.
-Καλημέρα Τασία, κοιμήθηκες καλά;
-Ε, με την ζέστη που κάνει, μια χαρά. Επιτέλους να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου μπας και μου περάσουν αυτοί οι πόνοι στην μέση.
Η Τασία του σέρβιρε τον καφέ του, διπλό ελληνικό με το απαιτούμενο καϊμάκι. Τον έβαλε στην μεγάλη κούπα και τον τοποθέτησε στο τραπέζι με προσοχή μην της πέσει σταγόνα και λερωθεί το καθαρό τραπεζομάντηλο. Ο Αργύρης τον κοίταξε καλά καλά.
-Σκέτο καφέ μου σέρβιρες, βρε γυναίκα; Πού είναι τα κουλούρια μου; Πάλι νηστικό θα με αφήσεις πρωί πρωί;
-Τελείωσαν όλα τα πράγματα, Αργύρη μου. Μείναμε από ζάχαρη, από αλεύρι, από λάδι, βούτυρο και φυσικά από απορρυπαντικά.
-Καλά, την προηγούμενη φορά δεν ψώνισα; Σε δυο βδομάδες τελείωσαν; Τι κάνεις βρε γυναίκα, φαντάρους ταΐζεις;
-Ναι, έναν και καλό. Εσένα. Που θες δυο ταψιά κουλούρια την εβδομάδα. Δεν σου φτάνουν αυτά που τρως από μόνος σου, κλέβεις και από το δικό μου, που ένα μόνο απολαμβάνω κάθε πρωί. Εε, και την ζάχαρη που θες για τον καφέ; Και τα ρούχα που αλλάζεις δυο φορές την μέρα; Πόσα πλυντήρια βάζω, έχεις σκεφτεί;
-Γυναίκα, σταμάτα την μουρμούρα, να πιώ μια γουλιά.
Η Τασία επειδή τον λυπήθηκε και δεν μπορούσε τις γκρίνιες πρωί πρωί, σηκώθηκε και άνοιξε ένα κουτί που το είχε κρυμμένο στο ντουλάπι πίσω πίσω. Εκεί φύλαγε κανένα μουστοκούλουρο για την πάρτη της. Να το τρώει μαζί με τον δεύτερο καφέ της ημέρας όταν δεν είναι στο σπίτι ο Αργύρης. Το άνοιξε και πήρε ένα και του το άφησε στο πιατάκι. Εκείνος ήταν έτοιμος να της δώσει και φιλάκι αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.
-Βρε, άτιμο θηλυκό, καλά το έλεγα εγώ ότι έκρυβες πράγματα. Από τα νιάτα σου έτσι ήσουν, κρυψίνους. Αλλά σε συγχωρώ.
Η Τασία κούνησε το κεφάλι πάνω κάτω σαν να συμφωνούσε μαζί του, όχι βέβαια, σιγά μην και συμφωνούσε αλλά τι να κάνει; Πρωί ήταν ακόμη, εξάλλου η λίστα που του είχε ετοιμάσει έμοιαζε με την λίστα του Σιντλέρ. Μικρή δεν την έλεγες πάντως.
Αφού κατέβηκε και η τελευταία γουλιά καφέ, ο Αργύρης φόρεσε τα γυαλιά του και άρχισε στο διάβασμα, σαν τον ψάλτη που ψέλνει και δεν τον καταλαβαίνει κανείς γιατί τα λέει μαζεμένα και γρήγορα.
Καφές ελληνικός Χ 2 τεμάχια
Καφές γαλλικός Χ 1 τεμάχιο
Ζάχαρη Χ 2 τεμάχια
Και διάβαζε, διάβαζε… μέχρι που γύρισε και σελίδα. Σύνολο = 30 τεμάχια.
-Βρε γυναίκα, έχω μία απορία, γιατί μου τα γράφεις έτσι συνθηματικά; Ποιος είσαι; Ο λογιστής του κράτους;
-Μα αφού εσύ θα πας για ψώνια και όχι εγώ. Γιατί κάθε φορά που στα γράφω όλα μαζί, ποτέ μα ποτέ δεν έχεις φέρει σωστά την λίστα. Νομίζω ότι αυτός είναι ο πιο ξεκάθαρος τρόπος. Άντε τώρα σήκω να κάνω καμιά δουλειά κι εσύ να πας στο καλό. Αν έχεις απορία πάρε με τηλέφωνο, μην κάνεις του κεφαλιού σου πάλι.
Ο Αργύρης έκανε τον σταυρό του, δεν βρίσκεις άκρη με αυτήν την γυναίκα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε μία ολιγόωρη εκδρομή στην Αττική. Λίγο υπομονή παρακαλώ και θα καταλάβετε το γιατί. Εντωμεταξύ η Τασία άλλαξε την κρυψώνα των μυστικών κουλουριών γιατί τον ήξερε τον αντρούλη της. Με την πρώτη ευκαιρία θα τα αναζητούσε. Μετά άρχισε να φτιάχνει το φαγητό της ημέρας, μπριάμ έλεγε να φτιάξει, έτσι για να ηρεμήσει και το στομάχι από τα κρέατα. Αλλά δεν θα πέρναγε τα λαχανικά από το τηγάνι, όχι αυτό το είχε καταργήσει εδώ και χρόνια κι ας γκρίνιαζε ο Αργύρης .
Μμμμ, δεν έχει γούστο το μπριάμ έτσι, αλλά τι να κάνει, νηστικός δεν ήθελε να μείνει.
Το ρολόι έδειχνε 11: 30. Ο Αργύρης έλειπε δύο ώρες σχεδόν. Τι να συνέβη άραγε; Σήκωσε το τηλέφωνο και άρχισε να σχηματίζει το νούμερο. Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του άντρα της, ένα μακρόσυρτο ναιιιιιιι.
-Που είσαι καλέ, γιατί άργησες; Δύο ώρες σούπερ μάρκετ; Τι ψωνίζεις πια;
-Α, γυναίκα πού να στα λέω! Έφυγα από τον Σκλαβενίτη και πάω στον Βασιλόπουλο στην Αργυρούπολη.
-Και γιατί παρακαλώ, δεν τα βρήκες όλα όσα σου έγραψα στο δικό μας που είναι τόσο τεράστιο;
-Καλέ δεν άκουσες εσύ; Δεν πήρες χαμπάρι τις νέες παροχές της κυβέρνησης;
-Τι παροχές βρε άντρα, αν μιλάς για καμιά αύξηση της προκοπής τότε μάλλον δεν άκουσα. Γιατί αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα είχε πέσει η Ακρόπολη, να μην σου πω και ο Λυκαβηττός. Για λέγε τώρα τι εννοείς.
-Να, βγήκε ένα μεσημέρι ο πρωθυπουργός φορώντας το ωραίο του λευκό πουκάμισο και όλο χαρά μας ανακοίνωσε ότι οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν την δυνατότητα να παρακολουθούν μέσω μιας εφαρμογής πού βρίσκεται το πιο φτηνό προϊόν, δηλαδή σε ποιο ράφι, συγκεκριμένα πράγματα δηλαδή. Για παράδειγμα η φέτα η βαρελίσια στον Σκλαβενίτη μπορεί να έχει 12 ευρώ το κιλό, ενώ ο Βασιλόπουλος την αντίστοιχη να την έχει 11 ευρώ. Λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, θα κάνουμε και μια οικονομία. Κι εγώ μια σύνταξη παίρνω βρε γυναίκα. 1100 ευρώ, πώς θα τα βγάλουμε πέρα;
Ουφ τα είπα, σκέφτηκε από μέσα του ο Αργύρης, με μία ανάσα τα ξεστόμισε ο άμοιρος. Και ένα δίκιο του έριχνες. Γιατί πώς να το κάνουμε, μία σύνταξη πού να φτάσει για δύο άτομα; Όση οικονομία και να κάνεις δεν φτάνει.
-Καλά βρε αθεόφοβε, στην ηλικία σου και με τέτοια ζέστη, είσαι εσύ τώρα σε θέση να αλωνίζεις τα σούπερ μάρκετ; Ήθελα να ήξερα ποιο μυαλό το σκέφτηκε όλο αυτό. Τέλος πάντων τέλειωνε με τα ψώνια, δεν είναι ανάγκη να τρέχεις πέρα δώθε. Μην ανέβει και άλλο το θερμόμετρο και μου μείνεις πουθενά και τρέχουμε. Άμα χρειαστεί κάτι άλλο θα το πάρουμε από το μίνι μάρκετ στην γωνία.
-Τιιιι; Από το μίνι μάρκετ; Που τα χρεώνει διπλά και τρίδιπλα; Μα δεν ξέρεις τι σημαίνει κάνω οικονομία πιά! Ένα ευρώ από εδώ, ένα από εκεί. Έτσι γλυτώνεις κανένα πεντάευρω, κυρία Τασία. Καλά, καλά έρχομαι γιατί έχω αρχίσει να πεινάω κιόλας, για πες τι καλό έφτιαξες;
-Αααα, μπριάμ, με τις ωραίες μελιτζάνες που μου έφερες Αργύρη μου από την λαϊκή προχθές.
-Τιιι, μπριάμ; Αμάν βρε γυναίκα, και δεν τις πέρασες και από το τηγάνι να υποθέσω.
-Όχι, βέβαια δεν τις πέρασα. Άντε πάρε τα πόδια σου και έλα γιατί με τις κουβέντες ήρθε και το μεσημέρι.
Σε λίγή ώρα χτύπησε το κουδούνι, η Τασία άνοιξε την πόρτα και έτρεξε να βοηθήσει τον άντρα της στο κουβάλημα.
– Αμάν βρε άντρα, όλα τα ράφια άδειασες; Μόλις άρχισε να αδειάζει τις τσάντες να σου ξεφυτρώνει και μία συσκευασία χωριάτικα λουκάνικα με γεύση πράσου. Δεν θυμάμαι Αργύρη να το είχα γράψει στην λίστα αυτό, τι είναι ακριβώς; ρώτησε με απορία η Τασία.
-Ε, δεν βλέπεις καλέ; Λουκάνικα, έτσι για την λιγούρα, μια και έχουμε μπριάμ, ο Θεός να το κάνει μπριάμ αυτό το νερόβραστο, σκέφτηκα να μου τηγανίσεις κανένα αυγουλάκι με λίγο λουκάνικο. Έτσι για την γεύση βρε παιδί.
-Μα δεν υποφέρεσαι, εγώ φταίω που σε προσέχω!
Τι να κάνει η κυρία Τασία, του έκανε το χατίρι, γιατί αυτή η γκρίνια του βρε αδελφέ δεν παίζεται.
Το επόμενο πρωί ο Αργύρης σηκώθηκε κεφάτος, ψώνια δεν είχε, όλη η μέρα θα ήταν δικιά του. Κάθισε στο τραπέζι και περίμενε τον καφέ με τα κουλούρια. Η έκπληξη που τον περίμενε ήταν κάτι που δεν περίμενε. Κεραυνός να τον είχε χτυπήσει δεν θα έκανε έτσι.
-Σκέτος καφές; Πού είναι τα κουλούρια καλέ;
-Ααα, ξέχασα να σου πω. Δεν έχει κουλούρια μέχρι νεοτέρας.
-Γιατί βρε γυναίκα; Τι σου έκανα και με τιμωρείς έτσι, αφού ξέρεις ότι έχω αδυναμία στα κουλούρια αυτά.
-Ναι κι εγώ το ίδιο, αλλά σκέφτηκα άντρα μου… Οικονομία! Να μην χαλάμε την ζάχαρη, το αλεύρι, το λάδι, τον μούστο έτσι για την ευχαρίστησή μας. Και με μία σύνταξη, έχεις δίκιο, πώς θα τα βγάζουμε πέρα; Και μετά είναι και το άλλο… πού να τρέχεις μία στον Σκλαβενίτη, άλλη μία στον Βασιλόπουλο, άλλη Τρίτη στον Μασούτη; Με τα πέρα δώθε θα φτάσεις και στην Θεσσαλονίκη. Δεν λέω, ωραία η συμπρωτεύουσα, αλλά πολύ ακριβά τα διόδια. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΡΓΥΡΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ! Ακριβά τα διόδια. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΡΓΥΡΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ!
Ο Αργύρης κοίταξε τον σκέτο καφέ. Πικρός. Σαν την Οικονομία.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
