Τις παλιές αξίες διατηρούσε στην ζωή του ο Ανέστης, παρόλο που έβλεπε γύρω του τον κόσμο να αλλάζει δραματικά. Στα εξήντα του, είχε χηρέψει, δεν είχε αποκτήσει παιδί, ήταν σε άριστη φυσική κατάσταση λόγω επαγγέλματος, δεν έπινε, δεν έβγαινε και δεν χαμογελούσε όπως παλιά με όλα αυτά που έβλεπε. Πετυχημένος στον χώρο του, αναλάμβανε νέα παιδιά για να τα μυήσει στον αθλητισμό και την πειθαρχία. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο Ανδρέας, ο γιος μιας ευκατάστατης οικογένειας που οι γονείς του έβλεπαν ότι έπαιρνε λάθος δρόμο και ήθελαν να τον επαναφέρουν στην τάξη. Η φήμη του Ανέστη τους οδήγησε σε αυτόν και έτσι παρέδωσαν στα χέρια του τον γιο τους με την ελπίδα ότι δεν ήταν πολύ αργά.
Ο Ανδρέας, ήδη στα δεκαεννιά του, είχε συλληφθεί μια φορά για κλοπή, όχι επειδή είχε ανάγκη αλλά για την πλάκα του. Κάπνιζε και έπινε με τους φίλους του κάθε βράδυ, είχε παρατήσει τις σπουδές του και νόμιζε πως όλος ο κόσμος του χρωστάει επειδή κουβαλούσε το όνομα του πατέρα του. Από την αρχή ξεκαθάρισε στον Ανέστη ότι δεν είχε κανένα σκοπό να ακολουθήσει τις οδηγίες του και καλύτερα να έλεγε στους γονείς του ψέματα ότι συνεργάζεται για να μην χάσει την δουλειά που ήταν καλοπληρωμένη. Με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο παρακολουθούσε τον προπονητή του να γίνεται κατακόκκινος από τα νεύρα του. Αλλά ο Ανέστης δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Έβλεπε ένα κακομαθημένο παιδί που δεν ήξερε το σωστό και το λάθος, δεν είχε ακούσει ποτέ όχι, δεν ήθελε να αναλάβει τις ευθύνες του, δεν ήξερε πώς λειτουργεί ο κόσμος και δεν εκτιμούσε την σκληρή δουλειά. Ήξερε όμως ότι ήταν πιθανό να μην βρέθηκε ποτέ κανείς να του τα μάθει. Έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή.
Άφησαν το στάδιο και βγήκαν στον δρόμο. Ο Ανέστης παρατηρούσε την στάση και το περπάτημα του Ανδρέα. Δεν έδινε καμία σημασία ποιος ήταν πίσω του, δεν φυλούσε τα νώτα του, ήταν εντελώς απροστάτευτος από τους κινδύνους. Φερόταν σαν μικρό παιδί, όχι σαν ενήλικας. Μπήκαν σε ένα εστιατόριο για φαγητό. Ο Ανδρέας δεν κράτησε την πόρτα να περάσει μια γυναίκα με το μωρό της. Έκατσαν στο τραπέζι και παρήγγειλαν φαγητό. Ο Ανδρέας δεν είπε ούτε παρακαλώ ούτε ευχαριστώ. Δεν άγγιξε τα λαχανικά του και ήπιε δύο κουτιά αναψυκτικό. Ο Ανέστης σιγουρεύτηκε ότι έπρεπε να αρχίσει από τα βασικά. Άκουγε τον νεαρό να απαντά με φράσεις του ψυχολόγου του. Δεν κρατήθηκε άλλο και σηκώθηκε όρθιος.
«Ψυχολόγο θέλουν οι γονείς σου. Θα το κάνουμε της παλιάς σχολής. Όπως έμαθα και εγώ».
Δεν ήταν εύκολο. Έπρεπε να βρει τα κουμπιά του. Τα χαρίσματά του. Ήταν όλα κρυμμένα πολύ καλά. Γιατί όταν δεν αξιοποιούμε τις αρετές μας και θάβουμε την συνείδησή μας, ο άνθρωπος αχρηστεύεται. Πήγε τον Ανδρέα σε μέρη που δεν είχε πάει ποτέ. Σε νοσοκομεία, εκκλησίες, γηροκομεία. Όπου υπήρχε ανάγκη και πόνος. Όπου υπήρχε φτώχεια και μοναξιά. Του έδειξε τον κόσμο από μια άλλη πλευρά που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. Του έμαθε ότι ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω του και πως όταν βοηθάς παίρνεις την μεγαλύτερη ανταμοιβή. Του έμαθε να διαβάζει βιβλία, να δίνει προτεραιότητα, να μιλάει ευγενικά, να τρώει υγιεινά, να αθλείται, μα πάνω από όλα του έμαθε να γυμνάζει την ψυχή του.
Λίγα χρόνια αργότερα, χωρίστηκαν. Ο Ανέστης ήταν καιρό στο νοσοκομείο και είχε σταματήσει να προπονεί τον Ανδρέα. Πέρασε ένα καλοκαίρι και ο νεαρός τον επισκέφτηκε για να του πει τα νέα του κατορθώματα. Είχε τελειώσει την σχολή του, δούλευε εθελοντικά όπου υπήρχε ανάγκη, ταξίδευε, είχε κάνει καινούργιους φίλους που τον ωθούσαν να γίνει καλύτερος, είχε φτιάξει τις σχέσεις με τους γονείς του. Ήταν πια ένας καινούργιος άνθρωπος.
«Οι γονείς μου νόμιζαν ότι τα υλικά αγαθά ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να μου προσφέρουν. Οι ευκολίες αυτές έχτισαν κακό χαρακτήρα. Δεν εκτιμούσα τίποτα. Δεν υπολόγιζα τίποτα. Μέχρι που είδαν και οι ίδιοι τα αποτελέσματα και μου έκαναν το καλύτερο δώρο. Εσένα. Έναν δάσκαλο πρότυπο που δεν είχα ποτέ στην ζωή μου. Θα σε ευγνωμονώ για πάντα. Θέλω να μου κάνεις όμως μα χάρη. Να γίνεις καλά και να βγεις από εδώ μέσα. Έχω πολλά ακόμα να μάθω».
«Έκαναν και σε εμένα ένα δώρο οι γονείς σου, μικρέ. Και μην νομίζεις ότι θα γλυτώσεις εύκολα από εμένα! Έχω πολλά ακόμα να σου μάθω. Της παλιάς σχολής όμως!»
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
