[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Ο Χιούι Κάρρινγκτον στην άμαξα των Σίνεϊ
Της Ντέλφα Μακντόναλντ
(Τεύχος Οκτωβρίου, 1900, σελ. 10-14)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Αν προμηθεύεσαι από παλιά τα τεύχη του περιοδικού μας, θα έχεις διαβάσει τις προηγούμενες ιστορίες της κυρίας Μακντόναλντ, έτσι θα γνωρίζεις πως ακολουθεί πιστά τις αρχές που διέπουν το Weird Literature, μία εκ των οποίων είναι να δημοσιεύουμε διηγήματα που ενέχουν υπερφυσικά στοιχεία, ακόμα και τρόμο (με προτίμηση στον τρόμο, θα λέγαμε). Το ίδιο συμβαίνει και με την παρακάτω ιστορία, η οποία, πέραν της φρίκης που αποκαλύπτεται σταδιακά, μπορεί να θεωρηθεί και αλληγορική.
Για εμένα, όμως, αγαπητέ αναγνώστη, η μεγαλύτερη φρίκη με την οποία ασχολείται σε αυτή την ιστορία η κυρία Μακντόναλντ δεν είναι το τέρας που ελλοχεύει στα σκοτάδια, αλλά οι χειρούργοι που δουλεύουν στο φως της ημέρας και αναλαμβάνουν να βγάζουν μανιωδώς (και με ευχαρίστηση!) τα δόντια των ασθενών τους.
Μίνα Έιμς
Ο τριαντάρης Χιούι βγήκε από το γεμάτο ρωγμές σπίτι που νοίκιαζε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και μόρφασε ξανά από τον πόνο στο μελανιασμένο του στόμα, κάτι που του θύμισε αφενός τον προχθεσινό καβγά έξω από την παμπ στον οποίο είχε μπλέξει για μια γυναίκα (και επειδή είχε μεθύσει και παραφερόταν) και αφετέρου τον «οδοντίατρο»/σιδερά που αναλάμβανε εξαγωγές δοντιών στη φτωχογειτονιά που έμενε. Και στις δύο περιπτώσεις, ο χαμένος ήταν ο ίδιος ο Χιούι, μιας και αυτός ήταν που έφυγε στο τέλος αιμόφυρτος και με φριχτούς πόνους, κάτι που τον ανάγκασε να στραφεί λεκτικά εναντίον του Δημιουργού του.
Έσφιξε το λερωμένο πανωφόρι του στο λιγνό σώμα του και έσαξε το επίσης βρόμικο χαμηλό καπέλο του ώστε να καλύπτει τα ξανθά μαλλιά του, σε μια προσπάθεια να λυτρωθεί έστω από το κρύο του Λονδίνου. Δεν περπάτησε αμέσως, ούτε μετακινήθηκε με άλλον τρόπο, μιας και αμφέβαλλε αν έπραττε ορθά. Στο λιγοστό φως που πρόσφεραν τα φανάρια του δρόμου, παρατήρησε τους ελάχιστους διαβάτες (ευτυχώς δεν είδε ανάμεσά τους τη γριά φωνακλού που του νοίκιαζε το παλιόσπιτο) που τον προσπερνούσαν χωρίς να του δίνουν ιδιαίτερη σημασία, κάτι που συνήθως τον ενοχλούσε, γιατί ήταν κοινωνικός άνθρωπος, αλλά τώρα του ήταν δύσκολο να ενδιαφερθεί για τους άλλους. Κάνα δυο φορές πέρασαν άμαξες, κάτι που ο Χιούι Κάρρινγκτον, λόγω των πόνων του και των σκέψεών του αν ήταν καλή ιδέα να επισκεφθεί τόσο σύντομα κάποια παμπ, ένεκα που είχε λίγα χρήματα στις τσέπες του και που ήταν γνωστός μέθυσος και ταραχοποιός στις πιο κοντινές, και ιδίως σε αυτές που μπορούσε όντως να πληρώσει για ένα δυο ποτήρια τζιν ή μπίρα. Αλλά ήθελε τόσο πολύ να πιει, για να μειωθεί λίγο ο πόνος, που θα ρίσκαρε μια επίσκεψη, ή δύο.
Φύσηξε τον παγωμένο αέρα και τότε είδε να εμφανίζονται δυο μαύρα άλογα από τη μια άκρη του δρόμου, με κατεύθυνση προς την άλλη, κάτι που σήμαινε ότι σύντομα θα έφταναν κοντά στον Χιούι. Εκείνος επιβεβαίωσε με τα ίδια του τα μάτια ότι έσερναν και ένα κλειστό κουβούκλιο, επίσης μαύρο, ενώ είδε ότι τα γκέμια τα χειριζόταν ένας κοντόσωμος άντρας, με μια γυναίκα να τον συντροφεύει και να έχει απλώσει το φόρεμά της σιμά του. Αμφότεροι ήταν φασκιωμένοι σαν νεογέννητα μωρά που οι γονείς τους φοβούνται μήπως κολλήσουν καμιά αρρώστια, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν ενδιέφερε τον Χιούι, ο οποίος, έχοντας αναθαρρήσει που μπορεί να μη χρειαζόταν να περπατήσει μες στο κρύο και με τους πόνους να τον τρελαίνουν, ήδη έψαχνε στις τσέπες του για μερικά νομίσματα.
Έκανε να πλησιάσει προς το κέντρο του δρόμου, για να κάνει σήμα την άμαξα, αλλά τότε πρόσεξε ότι σταμάτησε. Παράλληλα, άκουσε κραυγές, κλάματα από το εσωτερικό της, ή έτσι νόμισε. Όμως, η κυρά που κατέβηκε από το κάθισμά της και άνοιξε την μια από τις πλαϊνές πόρτες και μπήκε, επιβεβαίωσε ότι οι φωνές έρχονταν από εκεί μέσα. Ο άντρας οδηγός κοιτούσε τριγύρω του, αρχικά χωρίς να εστιάζει κάπου, κι ο Χιούι σκόπευε να τους αφήσει να ηρεμήσουν όποιον ήταν αναστατωμένος μέσα στην άμαξα, αλλά τότε είδε τον άλλο να στρέφεται προς το μέρος του και να τον παρατηρεί.
Ο Χιούι, κρίνοντας ότι δεν ήταν σωστό να αλληλοκοιτάζονται έτσι για ώρα (και σκεπτόμενος ότι ίσως είχε την ευκαιρία να πλησιάσει και να ζητήσει να τον μεταφέρουν σε πιο κεντρικό δρόμο, ακόμα και σε μια από τις παμπ που επισκεπτόταν), σήκωσε το χέρι και ο αμαξάς του ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Αμέσως, όμως, γύρισε ξανά προς το κουβούκλιο και φάνηκε να στήνει αυτί, σαν να του έλεγε κάτι κάποιος, μάλλον η σύντροφός του. Έπειτα, προς ευχάριστη έκπληξη του Χιούι, ο άντρας σήκωσε ξανά το χέρι του και του έκανε νόημα να πλησιάσει, μια πρόσκληση που ο νεαρός κύριος Κάρρινγκτον δέχθηκε χωρίς καθυστέρηση.
Όταν έφτασε κοντά στην άμαξα, χαιρέτισε τον οδηγό, έναν άντρα με σκληρό πρόσωπο, αινιγματικά μάτια και παχύ μουστάκι. Ο άλλος ρώτησε τον Χιούι αν γύρευε κάποιον να τον μεταφέρει, τη στιγμή που ακούστηκε ένα ηχηρό σκούξιμο, σαν να χλιμίντριζε από πόνο ένα ζώο. Ο Χιούι προσπάθησε να δει τι συνέβαινε, αλλά οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες και δε φαινόταν τίποτα, ούτε από τις χαραμάδες. Μετά, εμφανίστηκε η γυναίκα, που φορούσε μαντήλι στο κεφάλι και ένα μεγάλο καπέλο, κρύβοντας τα χαρακτηριστικά της, εκτός από τα μάτια και τη μύτη, που έμοιαζαν γερασμένα. Το ζευγάρι λεγόταν Σίνεϊ και θα ήθελε να τους ακολουθήσει ο Χιούι αυτή την κρύα βραδιά (συγκεκριμένα ο άντρας τόνισε ότι δεν θα δεχόταν καμιά αντίρρηση, γιατί «δεν θα ήταν πρέπον»).
Εκείνη τη στιγμή, ο Χιούι είχε μια δεύτερη σκέψη για το αν έπρεπε να ανέβει στην άμαξα. Δεν ήξερε τι έφταιγε, κάτι στον τρόπο που είχε μιλήσει ο κύριος Σίνεϊ μάλλον, κάτι στα πρόσωπα του ζεύγος, κάτι στις κραυγές από το εσωτερικό της άμαξας… Δεν ήταν σίγουρος, ωστόσο είχε στιγμιαία την έντονη παρόρμηση να γυρίσει και να απομακρυνθεί. Μάλιστα, ακούγοντας τον αμαξά να λέει κάποιο αστείο για το κρύο και «ένα ξεγυρισμένο κρυολόγημα», ο Χιούι κοίταξε γύρω του, τις δυο άκρες του δρόμου και τα σπίτια, ελπίζοντας να εμφανιστεί κάποιος, όμως κάτι τέτοιο δε συνέβη, πράγμα που επέφερε γρήγορους χτύπους στην καρδιά του, γιγαντώνοντας τους πόνους στο στόμα του και φέρνοντας δάκρυα στα μάτια του. Ταυτόχρονα, μια απαίσια οσμή εισέβαλλε από τη μύτη του, μια αποφορά σαν κάποιο ζώο να είχε ψοφήσει.
Ξάφνου, ο Χιούι δεν ήθελε να πάει πουθενά αλλού, πέραν από το να κλειστεί στο ρημαγμένο σπίτι που του νοίκιαζε εκείνη η γριά (θα προτιμούσε να δειπνήσει με δαύτη, μόνο οι δυο τους, παρά να ανέβει στην άμαξα).
Ο Χιούι αποφάσισε να φύγει μακριά από την άμαξα.
Μια αντρική φωνή, στριγκή και αποφασιστική, τον ανάγκασε να κοιτάξει προς το ζευγάρι που του ανήκε η άμαξα: «Κύριε Κάρρινγκτον, αργείτε πολύ και, δυστυχώς, δεν έχουμε τον απαραίτητο χρόνο για να σπαταλήσουμε».
Πριν το συνειδητοποιήσει, ο Χιούι βρέθηκε με τα χέρια πίσω από την πλάτη του και το στόμα του σφραγισμένο. Κατάλαβε ότι ο Σίνεϊ τον είχε αρπάξει, γιατί η γυναίκα με τα γερασμένα χαρακτηριστικά πέρασε δίπλα τους και άνοιξε την άλλη πλαϊνή πόρτα της άμαξας. Ο Χιούι προσπάθησε να αντισταθεί, αλλά του ήταν αδύνατο (ποτέ του δεν είχε νικήσει σε μια μάχη σώμα με σώμα, άλλωστε, γιατί να τα κατάφερνε τώρα, που πονούσε κιόλας;). Παρασύρθηκε μέσα στο κουβούκλιο, ενώ, όταν ο άλλος τον πέταξε, ο Χιούι συνειδητοποίησε αμέσως ότι από εκεί μέσα προερχόταν η αποφορά.
Σκέφτηκε να προσπαθήσει να αποδράσει, αλλά, μετά τη σύγκρουση με το δάπεδο, οι πόνοι έγιναν ακόμα χειρότεροι, ενώ άκουσε με τρόμο ένα γρύλισμα δίπλα του, ένα γρύλισμα που θύμισε τις προηγούμενες κραυγές, αλλά πιο ήπιο και πιο… ευχαριστημένο.
Κάλυψε με τα χέρια το πρόσωπό του (το καπέλο του είχε πέσει από το κεφάλι του) και διαπίστωσε ότι ήταν υγρά. Τα κοίταξε στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις χαραμάδες των κουρτινών και είδε ένα σκουρόχρωμο λεκέ να τα έχει βρομίσει.
Αίμα, σκέφτηκε και πίστεψε ότι το στήθος και το στόμα του θα διαλύονταν (μια λύτρωση που ευχαρίστως θα δεχόταν).
Ο Χιούι Κάρρινγκτον αναθεμάτισε τον εαυτό του που τούτη τη βραδιά δεν είχε καθίσει στο σπίτι του, να πιει από το φθηνό κρασί του, να φάει λίγο ψωμί και να κοιμηθεί όπως-όπως στο γεμάτο ζωύφια κρεβάτι του.
«Το μωρό μας πεινάει, κύριε Κάρρινγκτον» ακούστηκε η φωνή της γυναίκας, που στο μεταξύ είχε κατεβάσει λίγο το μαντήλι. «Κι όταν πεινάει είναι πολύ ανήσυχο και φωνάζει πολύ. Αλλά εσείς θα το ηρεμήσετε. Τούτη την κρύα βραδιά, εσείς αναλάβατε αυτό το ιερό καθήκον».
«Κι είναι πρέπον να ταΐζουν οι γονείς το μωρό τους, όσο πιο σύντομα μπορούν» είπε ο Σίνεϊ από την θέση του ως οδηγού.
Η πόρτα έκλεισε και σύντομα η άμαξα των Σίνεϊ άρχισε να κινείται.
Κάτι χλιμίντρισε και σηκώθηκε μέσα στο κουβούκλιο, κοντά στον Χιούι. Δάχτυλα τυλίχτηκαν γύρω από το κεφάλι του, όπως συνέβη τις προάλλες, πρώτα από έναν θαμώνα έξω από την παμπ και μετά στο «ιατρείο» του σιδερά. Κι όπως εκείνοι πόνεσαν τον Χιούι τότε, έτσι τον πόνεσε και το πλάσμα τώρα. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο Χιούι Κάρρινγκτον ήταν ο χαμένος, αλλά αυτή την νύχτα δεν έφυγε για πουθενά αλλού, παρά για να συναντήσει τον Δημιουργό του.
Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Ντέλφα Μακντόναλντ γεννήθηκε το 1870 στο Δυτικό Λονδίνο. Είχε δύσκολη παιδική ηλικία, μεγαλώνοντας σε τρεις διαφορετικές οικογένειες, τις οποίες δεν θυμάται πια. Ζει με τον σύζυγό της και τα δυο παιδιά τους στο Σάρρεϋ και γράφει μικρές ιστορίες που «πηγάζουν από την ψυχή της», όπως λέει και η ίδια.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
