“Και μην ξεχνάτε… το ανεξήγητο υπάρχει μέχρι ν’ ανάψεις το φως!”, χαμογέλασε ο Άλεξ κοιτώντας την κάμερα. “CUT!”, συνέχισε δυνατά και πήρε μια βαθιά ανάσα. “Το ‘χουμε;”, απευθύνθηκε στον Σταμάτη, που πάτησε το stop και κούνησε το κεφάλι του καταφατικά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
– Έχουμε ένα τελευταίο και μετά το μοντάζ…
– Τι ένα τελευταίο, ρε Άλεξ; Αυτό ήταν το τελευταίο! διαμαρτυρήθηκε ο Σταμάτης
– Όχι! Μου έστειλαν ένα πολύ καλό και θα το κάνουμε τώρα, μ’ αυτό θα κλείσει η καλοκαιρινή σεζόν! Ένας εγκαταλελειμμένος σταθμός τρένου που τα χαράματα, την ίδια ώρα κάθε μέρα, ακούγεται ήχος τρένου που πλησιάζει. Μόνο που τρένο δεν φαίνεται. Τρελό; πήρε ένα μπουκαλάκι νερού στο χέρι του κι ήπιε μια γενναία γουλιά
– Και τι λες να συμβαίνει;
– Απομακρυσμένο χωριό στην Ήπειρο που ψαρεύει τουρίστες, τα κλασικά. Άκουσα ότι θα χτιστεί ξενοδοχείο εκεί κοντά.
– Ποιος στο έστειλε;
– Fake account, χωρίς φωτογραφία. Μηδέν ακόλουθους… Κλασικά εικονογραφημένα!
– Ρε συ, δεν είπαμε όμως πως θα τελειώσω το μοντάζ και του σημερινού, θα τα προγραμματίσουμε για Ιούλιο και Αύγουστο θα διακοπάρουμε; ο Σταμάτης ακούμπησε την κάμερα στο τραπέζι και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του
– Ναι, έτσι είπαμε, αλλά δεν θέλω να το αφήσω για Σεπτέμβρη αυτό!
– Bro, εγώ μέχρι Παρασκευή τελειώνω με τα μοντάζ και το Σάββατο φεύγω, να ξέρεις. Έχω κανονίσει Ίο με γκομενάκι!
– Ok ok! Θα πάω μόνος, έτσι κι αλλιώς για μένα διακοπές δεν προβλέπονται φέτος. Θα πάρω τον εξοπλισμό, θα το κάνω και θα το μοντάρω εγώ. Παίζει να κάνω κι ένα τουρ στα γύρω χωριά, μπας και βρω και τίποτα άλλο! ακούμπησε ο Άλεξ το μπουκάλι που κρατούσε και πήρε στα χέρια του την κάμερα
– Ντάξει… ό,τι θες, αλλά να σου πω κάτι; Σαν φίλος… Παράτα τα όλα κι έλα μαζί μας Ίο, θα είμαστε μεγάλη παρέα. Πρέπει να ξεκολλήσεις! Από τότε που χωρίσατε με την Ηρώ κι έφυγε απ’ το κανάλι…
– Κομμένη! τον διέκοψε απότομα ο Άλεξ. Τελείωνε με τα μοντάζ κι άσε τα άλλα σε μένα.
*****
Ο Άλεξ κάθισε στη γνωστή θέση στο γραφείο του, έστησε την κάμερα στη σωστή θέση και πάτησε το Rec.
“Ένας εγκαταλελειμμένος σταθμός τρένου. Διαλυμένες ράγες. Ένα σταθμαρχείο κλειδωμένο με σκουριασμένα λουκέτα. Κι επίμονες μαρτυρίες πως κάθε βράδυ στις τρεις ακριβώς, η σκοτεινή αποβάθρα φωτίζεται κι ο ήχος από φρεναρίσματα τρένου σκίζει την ησυχία της νύχτας. Κάποιοι λένε, πως όποιος βρέθηκε εκεί εκείνη την ώρα κι έκανε το λάθος να κοιτάξει προς τον ήχο, είδε όντως ένα τρένο να σταματά, είδε τις πόρτες να ανοίγουν και κάποιος τον φώναξε με το όνομά του. Έκτοτε, δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς… Ο μύθος λέει πως άνθρωποι εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, μπαίνοντας σ’ ένα αόρατο τρένο, που κινείται πάνω σε ράγες που δεν λειτουργούν. Εμείς στο UrbanProof λέμε πως το ανεξήγητο υπάρχει μέχρι ν’ ανάψεις το φως. Και σήμερα θα βρεθούμε σ’ αυτή την αποβάθρα, για να αποκαλύψουμε, όπως πάντα, πως το μόνο ανεξήγητο είναι το πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φαντασία για να δημιουργήσει μυστήριο”. Πάτησε το stop κι έκλεισε τα μάτια. Ήταν έξι το πρωί και κόντευε ήδη είκοσι τέσσερις ώρες άυπνος. Σηκώθηκε ανόρεκτα, έβγαλε το T-shirt που φορούσε κι έπεσε μπρούμυτα στο διπλό κρεβάτι. Ακούμπησε το δεξί του χέρι στο άδειο μαξιλάρι δίπλα του. “Α ρε Ηρώ…”, ψιθύρισε κι έκλεισε τα μάτια. Έπρεπε να κοιμηθεί, σε λίγες ώρες έπρεπε να φορτώσει το αυτοκίνητο και να ξεκινήσει το ταξίδι του.
*****
– Καλούτσικο είναι το ξενοδοχείο. Όχι πολλές πολυτέλειες, αλλά καθαρό. Μόνο που η ιδιοκτήτρια μοιάζει λίγο με… μάγισσα! χαχάνισε ο Άλεξ
– Πήγες να βρεις το τρένο φάντασμα κι ανακάλυψες μάγισσα; γέλασε ο Σταμάτης
– Μόνο η σκούπα της λείπει, bro! Κοντή, με γαμψή μύτη και κρεατοελιά στο πιγούνι! Έπος! Και να δεις πώς με κοιτάει, ρε! Σκανάρισμα κανονικό! Χώρια που μ’ έχει ρωτήσει εκατό φορές τι ήρθα να κάνω εδώ και τι κουβαλάω μέσα στις τσάντες μου!
– Της είπες;
– Ναι, μπας και μου πει τίποτα για τον μύθο με το τρένο. Το μόνο που μου είπε ήταν: “Το μέρος είναι καταραμένο! Μην πας εκεί!”, ο Άλεξ κούνησε ειρωνικά το κεφάλι του
– Πω ρε φίλε! Ακραίο! γέλασε ο Σταμάτης απ’ την άλλη πλευρά της γραμμής
– Σε κλείνω, πρέπει να προλάβω να στήσω τον εξοπλισμό πριν σκοτεινιάσει.
Ο Άλεξ έβαλε στην πλάτη τη μαύρη τσάντα του κι έκλεισε πίσω του την πόρτα του δωματίου.
*****
Έφτασε στο σημείο αργά το απόγευμα. Το παλιό, πέτρινο σταθμαρχείο, φαινόταν από δεκαετίες εγκαταλελειμμένο. Οι εξωτερικοί τοίχοι ήταν διαβρωμένοι απ’ την πολυκαιρία και η ξύλινη πόρτα, βαμμένη μ’ ένα ξεθωριασμένο πια πράσινο, ήταν φουσκωμένη σε σημεία απ’ την υγρασία και το τζάμι της ήταν μισοσπασμένο. Ο Άλεξ πλησίασε, άναψε το φακό κεφαλής που φορούσε και κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι κοιτώντας στο εσωτερικό. Δεν μπορούσε να δει πολλά, ο χώρος όμως φαινόταν άδειος και κρίνοντας απ’ το σκουριασμένο λουκέτο, πρέπει να ήταν χρόνια κλειστός.
Γρήγορα έστησε τον εξοπλισμό του και κατέβηκε στις ράγες, ακολουθώντας τες με τα πόδια, τραβώντας ταυτόχρονα πλάνα με τη μικρή κάμερα χειρός που κρατούσε. Χόρτα είχαν φυτρώσει ανάμεσα στις σπασμένες ράγες, οι οποίες κάποια δεκαριά μέτρα παρακάτω ήταν εντελώς διαλυμένες. Προχώρησε λίγο ακόμη και διαπίστωσε ότι για διακόσια περίπου μέτρα, δεν υπήρχαν καθόλου ράγες, κάτι που απέκλειε να περνάει ακόμη τρένο από εκεί.
Κοίταξε γύρω του. Μια αχανής έκταση, χωρίς κτίρια ή σπίτια, με μόνο κτίσμα το παλιό σταθμαρχείο, που από τότε που είχε φτιαχτεί ο δρόμος κάποια χιλιόμετρα πιο νότια, είχε πάψει να λειτουργεί.
Έσυρε τα βήματά του πίσω στην αποβάθρα. Κάθισε στο ζεστό τσιμέντο και πήρε το κινητό στα χέρια του. Διάβασε αδιάφορα τις ειδοποιήσεις απ’ τα social του και μπήκε στα μηνύματα. Δύο νέα μηνύματα, ένα από κάποιον follower που του έδινε συγχαρητήρια για τα βίντεό του και το άλλο απ’ τον Σταμάτη με φωτογραφίες από ένα beach bar. Πάτησε like και στα δύο και μπήκε στην τελευταία του συνομιλία με την Ηρώ. “Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε, Άλεξ. Σου ζήτησα να μην με ξαναενοχλήσεις. Τελειώσαμε!”, αυτό έγραφε το τελευταίο της μήνυμα, τρεις μήνες πριν. Έσφιξε τα χείλη και σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει.
Ξεφύσηξε. Τελικά το στόρι δεν έδειχνε τόσο δυνατό όσο του φάνηκε όταν εκείνος ο άγνωστος του το είχε στείλει στα social. Σκρόλαρε στο κινητό του να το ξανακοιτάξει. “Ο χρήστης δεν βρέθηκε”, έγραφε. Σούφρωσε δύσπιστα τα φρύδια του. “Όποιος πηγαίνει εκεί, δεν επιστρέφει ποτέ. Το τρένο τον παίρνει μαζί του”, διάβασε τις τελευταίες φράσεις που του είχε γράψει. Μειδίασε. Η ανθρώπινη ανοησία τον ξεπερνούσε. Δυο χρόνια τώρα που είχε φτιάξει το κανάλι του στο Youtube, του είχαν στείλει αμέτρητους αστικούς μύθους και κάθε φορά που επισκεπτόταν το εκάστοτε μέρος, πάντα έφευγε έχοντας λύσει το “μυστήριο”. Άλλες φορές οι ιστορίες πλάθονταν από κατοίκους για να ενισχύσουν τον τουρισμό, άλλες φορές κάποιος τρελός ξεκινούσε φήμες που από στόμα σε στόμα γιγαντώνονταν κι άλλες φορές, αρκετά συχνά, συγγενείς έστηναν σκηνικά “στοιχειωμένων” σπιτιών ή και περιοχών, για να καταφέρουν να αρπάξουν την περιουσία από άλλους επίδοξους δικαιούχους. Είχε βρει κρυμμένες κάμερες, ηχεία, προβολείς και κομμένα καλώδια. Πάντα έφευγε έχοντας καταγεγραμμένα τα ευρήματα και τις λογικές εξηγήσεις για όσα κάποιοι πάλευαν να αποδείξουν πως ήταν μεταφυσικά.
Σηκώθηκε όρθιος και περπάτησε με αργά βήματα γύρω απ’ το σταθμαρχείο. Ένα μικρό κομμάτι κόκκινου πλαστικού τράβηξε το βλέμμα του. Έσκυψε, το μάζεψε και το κοίταξε εξεταστικά. Έμοιαζε με κάλυμμα καλωδίου. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά και κοίταξε προσεχτικά τον πέτρινο τοίχο του κτιρίου. “Αλίμονο!”, αναφώνησε και πήγε με γρήγορα βήματα στο αμάξι του. Έβγαλε απ’ το πορτ μπαγκάζ ένα αναδιπλούμενο σκαλάκι και γύρισε στο σημείο. Ανέβηκε και με αναμμένο τον φακό κεφαλής σκάναρε προσεχτικά κάθε σπιθαμή του τοίχου. “Μπίγκο!”, είπε πάλι δυνατά και πήδηξε απ’ το σκαλάκι. Ανεβοκατέβασε νευρικά το χερούλι της πόρτας. Ξεφύσηξε εκνευρισμένος κι έπιασε το κλειδωμένο λουκέτο τραβώντας το δυνατά. “Απίστευτο!”, γέλασε δυνατά όταν είδε πως το χέρι του έγινε καφεκίτρινο. Έσκυψε κι άρχισε να τρίβει το σκουριασμένο λουκέτο με δύναμη. Το χρώμα που απομακρυνόταν από πάνω του με τις κινήσεις του, αποκάλυπτε πως επρόκειτο για ένα καινούριο λουκέτο που κάποιος είχε φροντίσει να καλύψει με σκουριά εξωτερικά. Χάιδεψε τη φορητή κάμερα που είχε στηριγμένη στο στήθος του. “Το είδες, ε;”, ρώτησε θαρρείς και περίμενε να του απαντήσει. Προσπάθησε να τραβήξει το λουκέτο για να ανοίξει, αλλά κατάλαβε σύντομα ότι αυτό δε θα ήταν εφικτό. “Amateurs!”, έφτυσε τη λέξη και πήρε μια πέτρα και την πέταξε με δύναμη στο παράθυρο του σταθμαρχείου. Ο ήχος από το σπάσιμο του τζαμιού, ακούστηκε δυνατά μέσα στην απόλυτη ησυχία. Ξεκούμπωσε την κάμερα κι έβγαλε προσεχτικά το T-shirt που φορούσε και που σχεδόν έσταζε απ’ τον ιδρώτα και το τύλιξε σφιχτά στο δεξί του χέρι. Αφαίρεσε όσα σπασμένα γυαλιά χρειαζόταν, ώστε να υπάρχει επαρκής χώρος για να περάσει το σώμα του και μετά με προσεχτικές κινήσεις γλίστρησε στο εσωτερικό του σταθμαρχείου.
Κοίταξε γύρω του. Στο πάνω μέρος του τοίχου, ήταν τοποθετημένα μικρά ηχεία και δύο κάμερες. “Γεια σας παιδιά!”, είπε ενθουσιασμένος, χαιρετώντας προς το μέρος των καμερών και έβγαλε το κινητό του απ’ την τσέπη του, αρχίζοντας να φωτογραφίζει τα ευρήματά του.
“Πάμε να περιμένουμε τώρα και το… τρένο φάντασμα!”, είπε γελώντας και βγήκε με προσεχτικές κινήσεις απ’ το παράθυρο. Στάθηκε μπροστά στην κάμερα που είχε τοποθετήσει στον τρίποδα αρκετές ώρες πριν, για να κοιτάζει προς το μέρος απ’ όπου θα ερχόταν υποτίθεται το τρένο και πάτησε το rec. “Όπως λέμε πάντα, το ανεξήγητο υπάρχει μέχρι ν’ ανάψεις το φως! Ο χώρος του παλιού σταθμαρχείου, όπως θα δείτε και στα πλάνα που έχω ετοιμάσει, είναι γεμάτος με ηχεία, που είναι μάλλον προγραμματισμένα να ενεργοποιούνται συγκεκριμένη ώρα και με κάμερες που καταγράφουν. Στην περιοχή ακούγεται πως η έκταση μέσα στην οποία βρίσκεται το σταθμαρχείο, παρότι κρατική, πρόκειται να παραχωρηθεί σε μεγαλοεπιχειρηματία του εξωτερικού, που σκοπεύει να την αξιοποιήσει ως τουριστικό θέρετρο. Δεν θα ευχαριστήσει πολλούς η ανακάλυψη που μόλις έκανα, το ξέρω, αλλά… that’s life guys! Sorry! Και για του λόγου το αληθές, θα δούμε μαζί, τι ακριβώς θα συμβεί στις τρεις ακριβώς!”, πάτησε το Stop κι έτριψε το μέτωπό του.
Έβγαλε το κινητό απ’ την τσέπη του και κοίταξε την οθόνη. Δύο μηνύματα. Πάτησε ξανά το rec στην κάμερα που βρισκόταν μπροστά του πάνω στον τρίποδα και κοίταξε ποιος ήταν ο αποστολέας. Για μια στιγμή ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Το ένα ήταν ειδοποίηση κλήσεων. Επτά αναπάντητες κλήσεις από την Ηρώ. “Τι σκατά;”, ψέλλισε κι άνοιξε και το δεύτερο μήνυμα: “Φύγε από εκεί που είσαι!”, έγραφε. Στένεψε τα μάτια, τι στο καλό συνέβαινε; Πληκτρολόγησε με γρήγορες κινήσεις το νούμερό της κι έβαλε το κινητό στο αυτί του. Ένας δυνατός ήχος από σφύριγμα τρένου τάραξε το κορμί του. Πάτησε το κουμπί ανοιχτής ακρόασης, στερέωσε το κινητό στην τσέπη του τζιν του και γύρισε το σώμα του προς το μέρος απ’ όπου υποτίθεται θα ερχόταν το τρένο, κάνοντας λίγο στο πλάι ώστε να μην εμποδίζει την εγγραφή.
Η κάμερα πάνω στον τρίποδα συνέχισε να καταγράφει το σκοτεινό τοπίο. Ο ήχος φρεναρισμάτων τρένου έσκισε τη σιωπή της νύχτας. Φώτα άναψαν, σαν όντως να είχε σταματήσει τρένο εκεί μπροστά, μα κανένα τρένο, πουθενά. “Άλεξ!”, η φωνή της Ηρώς ακουγόταν σπαρακτικά απ’ το κινητό κι ένα δυνατό “Όχι!” βγήκε απ’ τα χείλη του Άλεξ.
Και μετά σιωπή.
****
Δεν είχε ακόμη αρχίσει να ξημερώνει, όταν ένα περιπολικό της αστυνομίας έφτασε στο σημείο. Το μόνο που βρήκαν ήταν μια κάμερα στηριγμένη σ’ έναν τρίποδα μπροστά στο παλιό σταθμαρχείο και το αυτοκίνητο του Άλεξ παρκαρισμένο λίγα μέτρα πιο πέρα. Οι τσάντες με τον υπόλοιπο εξοπλισμό του, όμως, έλειπαν.
Ο Σταμάτης με την Ηρώ έφτασαν λίγο αργότερα και έτρεξαν αγχωμένοι κατά το μέρος των αστυνομικών που εξέταζαν το εσωτερικό του σταθμαρχείου. Εκτός απ’ το σπασμένο τζάμι, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ήταν ένας εντελώς άδειος χώρος. Η Ηρώ ούρλιαζε στους αστυνομικούς πως αν την είχαν πιστέψει απ’ το πρώτο τηλεφώνημα που τους έκανε, θα είχαν φτάσει εγκαίρως και τους έδειχνε το μήνυμα που είχε λάβει από άγνωστο αριθμό πως ο Άλεξ κινδύνευε εκεί που ήταν, φωνάζοντάς τους πως αυτός ο αριθμός μετά την αποστολή του μηνύματος απενεργοποιήθηκε. Ο Σταμάτης άναψε τον φακό του κινητού του και κοίταξε τον γύρω χώρο για κάποιο ίχνος, αλλά δεν βρήκε τίποτα.
Το βίντεο της κάμερας δεν έδειχνε τίποτα περισσότερο μετά την κραυγή του Άλεξ, παρά μόνο το σκοτεινό τοπίο μπροστά απ’ το σταθμαρχείο. Στην κατάθεσή της, η μοναδική μάρτυρας που τον είχε δει, η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου όπου διέμενε ο Άλεξ, είπε μόνο “του είχα πει να μην πάει…”.
Χρόνια αργότερα, η έκταση γύρω από το παλιό σταθμαρχείο μετατράπηκε σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο. Στην ιστοσελίδα του διαφημίζονται ακόμη νυχτερινές επισκέψεις στην αποβάθρα, για όσους θέλουν να ακούσουν τον ήχο του θρυλικού τρένου.
Ο Άλεξ δεν βρέθηκε ποτέ.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
