Η Νέλλη περπατούσε γρήγορα, κρατώντας σφιχτά τον φάκελο με τα προσκλητήρια στο χέρι. Κοίταξε το ρολόι, στρίβοντας δεξιά για να μπει στο μετρό.
Τον δυνατό κρότο ακολούθησε η θολή της όραση και η αίσθηση ότι αιωρείται. Τα επόμενα δευτερόλεπτα, ένιωθε έναν δυνατό πόνο στο μπράτσο και ένα στήριγμα στη μέση της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια δύο, τρεις φορές και τότε αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει πάνω σε έναν άντρα και όχι μόνο είχε ανοίξει ο φάκελος μπροστά στα πόδια τους, είχε χυθεί και το μελάνι που είχε αγοράσει για κάποια σχέδια που ήθελε να προτείνει στην διακοσμήτρια και είχε λερώσει την ίδια, τα προσκλητήρια και εκείνον, ο οποίος την κρατούσε δυνατά από το αριστερό μπράτσο και είχε φέρει το αριστερό του χέρι γύρω από τη μέση της για να μην πέσει.
Έκανε ένα βήμα πίσω για να σταθεί στα πόδια της και τότε την άφησε. Κοκκίνισε από ντροπή και θυμό. Θυμό για τα προσκλητήρια που τα ποδοπατούσαν εδώ κι εκεί ή είχαν γίνει μπλε από το μελάνι και ντροπή γιατί το ανοιχτό μπεζ κουστούμι του είχε γίνει ίδιο χρώμα με το πουκάμισο που φόραγε από μέσα.
Εκείνος βλέποντας τα μάτια της που κινούνταν ασταμάτητα δεξιά αριστερά και μετά πάνω του, έσκυψε με απόλυτη ηρεμία και άρχισε να μαζεύει τα προσκλητήρια. Η ίδια τον μιμήθηκε και αφού τα μάζεψαν όλα και τα έβαλε πίσω στο φάκελο στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον.
“Με συγχωρείς. Πραγματικά συγνώμη! Ήμουν τόσο χαμένη στις σκέψεις μου που… που… πρέπει να σου δώσω κάποια χρηματική αποζημίωση για…”
Ο άντρας της έπιασε το χέρι ενώ πήγε να ανοίξει την τσάντα της.
“Σε παρακαλώ! Αυτά συμβαίνουν. Εσύ, είσαι καλά; Ζαλίζεσαι; Γιατί έπεσες με φορά πάνω μου είναι η αλήθεια”
Όση ώρα μιλούσε της κρατούσε το χέρι, κάτι που θα έπρεπε να την έχει ενοχλήσει. Αντιθέτως, το ένιωθε ως κάτι οικείο. Η θέρμη που άφηνε στο δέρμα της και τα πράσινα μάτια του που απέπνεαν κάτι επικίνδυνο σε συνδυασμό με τα ξανθά του μαλλιά, την έκαναν να ξεχάσει πολλά σημαντικά πράγματα που συνέβαιναν την ίδια ακριβώς στιγμή, όπως τον μέλλοντα σύζυγό της που την περίμενε στις αποβάθρες.
“Ναι, είμαι καλά. Σε ευχαριστώ”, είπε κοφτά και τράβηξε το χέρι της. “Επειδή θα πρέπει να φύγω, εσύ είσαι εντάξει; Πέρα από το κουστούμι δηλαδή”
“Ναι, μια χαρά…”, της είπε χαμογελώντας “…Νέλλη”
Τον κοίταξε απορρημένη κι εκείνος της έδειξε με το δάχτυλό του το όνομά της στο προσκλητήριο.
“Σωστά”, χαμογέλασε νευρικά κι έφυγε.
****
Μια βδομάδα πριν τον γάμο, οι φίλες της είχαν κανονίσει μπάτσελορ σε ένα γνωστό beach bar στην παραλία, όπου θα της έφερναν και τα δώρα τους.
Ήταν ακριβώς όπως το είχε φανταστεί, με κοκτέιλ, μαγιό και άφθονο χορό, ώστε να αποφορτιστεί από το άγχος και την πολύωρη δουλειά, που όσο κι αν την λάτρευε, το καλοκαίρι ήταν αφόρητη. Οι πολύωρες ανασκαφές κάτω από τον ήλιο και η συντήρηση αρχαίων ευρημάτων ήταν οπωσδήποτε μοναδική εμπειρία, αλλά πολύ δύσκολη στους 38 βαθμους!
Κατά τη διάρκεια της βραδιάς ένιωσε κάποιες στιγμές σαν να την παρακολουθεί κάποιος, αλλά είχε πείσει τον εαυτό της ότι είναι η ιδέα της και δεν θα άφηνε το στρες να της χαλάσει τη βραδιά. Βέβαια δεν ήταν πρωτόγνωρο συναίσθημα… Συχνά τελευταία ένιωθε τις τρίχες στον αυχένα της να σηκώνονται σε ανύποπτο χρόνο. Κι όμως κοιτάζοντας τριγύρω δεν έβλεπε κανέναν. Τα είχε αποδώσει, έτσι, όλα στην κόπωση, σωματική και πνευματική, των ημερών…
Τα ξημερώματα γύρισε σπίτι της μαζί με την καλύτερή της φίλη. Κάποιος έπρεπε να τη βοηθήσει με τα δώρα. Έτσι η Μαριάνα κουβάλησε τις σακούλες και τις μικρές κούτες και η ίδια μια μεγάλη και βαριά κούτα. Τα άφησαν δίπλα από την πόρτα, πέταξαν τα ψηλοτάκουνα πέδιλα στην άκρη και ξάπλωσαν στον μεγάλο καναπέ.
“Ό,τι και να πω για να σας ευχαριστήσω είναι λίγο. Διαλέξατε το πιο ωραίο μέρος, με τα πιο ωραία ποτά και την πιο ωραία μουσική”
“Ξέχασες τον ωραίο κόσμο”, είπε η Μαριανα ξαπλωμένη, έχοντας κλείσει με τον δεξί πήχη τα μάτια της.
Η Νέλλη την κοίταξε στραβά.
Χωρίς να έχει πάρει το χέρι από τα μάτια της τής είπε: “Μην με αγριοκοιτάς. Φίλη, έπεσα σε έναν έξω από τις τουαλέτες” δάγκωσε τα χείλη της “ψηλός, γυμνασμένος, σαν ποδοσφαιριστής! Άσε που το βλέμμα του απέπνεε κάτι επικίνδυνο”
“Και αφού σε ενθουσίασε τόσο γιατί δεν του μίλησες;”
“Δεν γύρισε ούτε να με κοιτάξει δυστυχώς”
“Έλα, τέλος συζήτησης”, είπε η Νέλλη
“Καλά, miss ηθική, συγνώμη που σε θίξαμε”
Η Νέλλη της πέταξε ένα μαξιλάρι. Η Μαριάνα αν και ξαφνιάστηκε, γέλασε δυνατά και ανταπέδωσε. Σαν μικρά κορίτσια έπαιζαν μαξιλαροπόλεμο στο σαλόνι, όταν ένα μαξιλάρι που πέταξε η Μαριάνα χτυπησε πάνω στην κούτα και ακούστηκε κάτι εύθραυστο από μέσα. Έβαλε τα χέρια στο στόμα της “Λες να το έσπασα;”
“Θα δούμε”, απάντησε εμφανώς χαλαρή η Νέλλη, χωρίς να έχει χάσει το χαμόγελό της. “Κανένα άβολο βάζο θα είναι από αυτά που στέλνει η θεία της Αρετής”
“Αυτό δεν το σκέφτηκα. Δεν έρχεται ποτέ σε γάμους και βαφτίσια αλλά στέλνει βάζα με την κακομοίρα την Αρετή”
Γελούσαν και θυμόντουσαν πανάσχημα βάζα που είχε δώσει ως δώρα αυτή η θεία, όσο η Νέλλη προσπαθούσε να ανοίξει την κούτα, που είχε ταινία σταυρωτά, στα πλάγια, άνω κάτω, παντού!
Όταν πια απελευθερώθηκαν τα αυτιά, μέσα είχε κάτι που όντως έμοιαζε με βάζο και γύρω γύρω φελιζόλ.
“Έλα, άμα το άνοιξες, βγαλ’ το να το δούμε. Μπορεί να κερδίζει το βραβείο του πιο άσχημου βάζου”
Η Νέλλη γέλασε και σπάζοντας το φελιζόλ, διαπίστωσε ότι δεν είναι βάζο, αλλά θύμιζε αμφορέα. Έπιασε με προσοχή τις δύο λαβές, δεξιά και αριστερά του, και το έβγαλε από την κούτα. Έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντάς το με τα μάτια γουρλωμένα.
“Καλέ τι έπαθες; Τόσο χάλια είναι;”, είπε η Μαριάνα και πήγε δίπλα της.
Η Νέλλη κρατούσε μια ακριβή απομίμηση του μελανόμορφου αμφορέα του Εξηκία. Με την άκρη του ματιού της είδε έναν μικρό φάκελο μέσα στο κουτί. Άφησε προσεκτικά μέσα στην κούτα τον αμφορέα και έπιασε τον φάκελο. Τον άνοιξε και αφού διάβασε την κάρτα που είχε μέσα, έκατσε στο πάτωμα. Η Μαριάνα την άρπαξε από τα χέρια της και τη διάβασε δυνατά: “‘Μου έφτασε μια στιγμή, όσο στην Πενθεσίλεια και τον Αχιλλέα για να σε ερωτευτώ’. Νέλλη, τι είναι αυτό;”
Η Νέλλη ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και κοίταξε την κούτα.
“Η Πενθεσίλεια, κόρη του Άρη, έφτασε στην Τροία ψάχνοντας έναν ένδοξο θάνατο για να λυτρωθεί, καθώς είχε σκοτώσει κατά λάθος την αδερφή της. Στο πεδίο της μάχης σκορπούσε τον τρόμο, μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον ανίκητο ηγέτη των Ελλήνων, τον Αχιλλέα. Η μονομαχία τους ήταν άγρια, όμως ο Αχιλλέας αποδείχθηκε ανώτερος και πλήγωσε θανάσιμα την Πενθεσίλεια στο λαιμό με την λόγχη του. Καθώς εκείνη κατέρρεε, ο Αχιλλέας της αφαίρεσε το κράνος. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν παράφορα μέσα σε μια στιγμή. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε κι έσβησε ταυτόχρονα. Η Πενθεσίλεια ξεψύχησε και ο Αχιλλέας κατέρρευσε, θρηνώντας απαρηγόρητος πάνω από το σώμα της. Αυτός ο μύθος γέννησε και τον περίφημο αμφορέα του Εξηκία, αποτυπώνοντας αιώνια τη μοιραία στιγμή που ενώθηκαν τα βλέμματα των δύο ηρώων. Ένα πανμεορφο και πιστό του αντίγραφο είναι μπροστά μας”
Η Μαριάνα την κοίταζε με δέος.
“Είναι το αγαπημένο μου αρχαιοελληνικό έργο τέχνης… Μετά τις καρυάτιδες. Ευτυχώς που δεν έστειλε καμία δηλαδή”, προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα η Νέλλη, αλλά η απάντηση της Μαριάνας δεν βοήθησε.
“Τον ξέρεις; Πόσο καιρό; Από πού;”
Η Νέλλη την κοίταξε με μπερδεμένο βλέμμα.
“Ούτε το όνομά του δεν ξέρω κι εκείνος μου έστειλε το πιο υπέροχο δώρο… γάμου…”
“Θέμης”
“Ορίστε;”
“Το όνομά του είναι Θέμης, το λέει στο κάτω μέρος της κάρτας”, είπε η Μαριάνα και της την έδωσε.
Η Νέλλη την πήρε στα χέρια της. Την περιεργάστηκε λίγο και μετά σηκώθηκε όρθια.
“Θα βάλω μια φόρμα και θα πάω να περπατήσω”
“Τέτοια ώρα; Θα έρθω μαζί!”
“Οχι, σε παρακαλώ, θα πάω μόνη μου. Εξάλλου ξημερώνει. Έχει φως έξω. Πρέπει να σκεφτώ”
Η Μαριάνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Αγκάλιασε τη φίλη της κι έφυγε. Η Νέλλη άλλαξε και βγήκε.
Με το που πάτησε το πόδι της έξω από την πολυκατοικία, ένιωσε πάλι αυτό το αίσθημα ότι κάποιος την παρακολουθεί. Αυτή τη φορά δεν το αγνόησε. Κοίταξε προσεκτικά γύρω της και εντόπισε έναν άντρα πάνω σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή να έχει στραμμένο το σώμα του προς το μέρος της. Περπάτησε με θάρρος κοντά του και όταν έφτασε δίπλα του εκείνος της έτεινε τέσσερα εισιτήρια. Δύο αεροπορικά για Ιταλία και δύο για τα μουσεία του Βατικανού στην Ρώμη. Η Νέλλη άπλωσε το χέρι της και τα πήρε. Τα κοίταξε για αρκετά λεπτά χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της. Ήταν το πιο ουσιαστικό δώρο που είχε δεχτεί ποτέ. Μετά την Ελλάδα λάτρευε την Ιταλία και τη Σικελία για τον πολιτιστικό τους πλούτο (ο αγαπημένος της αμφορέας εκτίθεται στο Βατικανό). Ονειρευόταν έναν μήνα του μέλιτος εκεί και όχι στη Νέα Υόρκη. Πολλοί θα την αποκαλούσαν αχάριστη, ωστόσο για την ίδια αυτός ο ξεχωριστός προορισμός ωχριούσε μπροστά στον ρωμαϊκό πολιτισμό.
Τελικά κοίταξε τον αναβάτη.
“Δεν μπορώ να τα δεχτώ. Παντρεύομαι σε έξι μέρες”
Δεν της απάντησε τίποτα. Έβαλε μπρος τη μηχανή κι έφυγε, αφήνοντάς την στο πεζοδρόμιο με τα εισιτήρια στα χέρια.
*****
“Τι είναι αυτό; Α, ακόμα ένα αξιολύπητο βάζο της θείας της Αρετής”, είπε γελώντας με τη ψυχή του ο Αντρέας και το άφησε πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. “Μήπως να το πετάξουμε από τώρα;”
Η Νέλλη τον κοίταξε θυμωμένα.
“Είπα κάτι που δεν έπρεπε; Τι ύφος είναι αυτό;”
“Αξιολύπητο βάζο, ε; Ωραία!”
“Άμα σου αρέσει το κρατάμε, πώς κάνεις έτσι;”
“Αντρέα, αυτό δεν είναι ένα βάζο! Αυτό είναι αμφορέας του 540 π.Χ. με τεχνική εντελώς πρωτοποριακή για την εποχή του!”
“Μην με ανακατεύεις με τα αρχαία τώρα, αν σου αρέσει κρατά το!”
“Είναι ένα από τα αγαπημένα μου έργα τέχνης… και το ξέρουν άλλοι κι όχι ο άντρας που θα παντρευτω!”
Απότομη σιωπή έπεσε στο δωμάτιο.
“Άλλοι”, είπε κοφτά ο Αντρέας και έπιασε τον φάκελο που βρισκόταν στον πάτο της κούτας. Τον άνοιξε κοιτάζοντας στα μάτια τη Νέλλη και μέσα… δεν βρήκε τίποτα! “Ποιος στο έστειλε;”.
Η Νέλλη κατάπιε δυνατά και του απάντησε πως ήταν δώρο από τα κορίτσια.
“Αυτές είναι οι άλλοι λοιπόν… Θα τις ρωτάω άλλη φορά για να σου κάνω δώρο, αφού τα δικά μου είναι κατώτερα από τον πηλό”, είπε σε επικίνδυνα ήρεμο τόνο. Την κοίταξε στα μάτια χωρίς να πουν τίποτα και προφασιζόμενος μια δουλειά έφυγε βροντώντας την πόρτα πίσω του. Η Νέλλη άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά της και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι του κομοδίνου της και έβγαλε την κάρτα και τα εισιτήρια. Κοίταξε την ημερομηνία και την ώρα στα εισιτήρια ξανά και ξανά. Τα έβαλε πίσω στο συρτάρι και ακούμπησε τα δαχτυλα στους κροτάφους της. Σκέφτηκε για αρκετή ώρα και τελικά έπεσε για ύπνο.
Δεν ξαναμίλησε με τον Αντρέα μέχρι τα ξημερώματα της ημέρας του γάμου τους. Ήταν 4 το πρωί, όταν η Νέλλη του έστειλε ένα μήνυμα και απενεργοποίησε το κινητό της. Έκλεισε τη βαλίτσα, κλείδωσε το σπίτι και μπήκε στο ταξί που είχε καλέσει. Μετά από μισή ώρα είχε φτάσει στο αεροδρόμιο. Κοίταξε τα εισιτήρια και βρήκε την αποβάθρα.
Πριν φτάσει στο σημείο που αφήνουν τις αποσκευές, είδε με την άκρη του ματιού της μια φιγούρα να πλησιάζει. Χαλαρό λευκό t-shirt, τζιν παντελόνι, σνίκερς, δυναμικό περπάτημα, πράσινα μάτια, ξανθά μαλλιά, γεωμετρική μύτη, έντονες γωνίες.
“Ήρθες”, της είπε και η μυρωδιά του aftershave κατέκλυσε τις αισθήσεις της. Ήταν ίδια με την ημέρα που έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον.
Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. “Αφού η Πενθεσίλεια και ο Αχιλλέας δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία να αλλάξουν τη μοίρα τους, είπα να μην αφήσω τη δική μου να πάει χαμένη”
“Η μοίρα έφερε τον έναν στον δρόμο του άλλου”
“Πώς ήξερες για τον αμφορέα;”
“Δύο μέρες χρειάστηκα για να μάθω τα πάντα για σένα. Όνομα, επίθετο, ηλικία, επάγγελμα, κατοικία, τι σου αρέσει και τι απεχθάνεσαι…”
“Είναι λίγο τρομακτικό αυτό…”
“Όταν θέλεις κάτι πολύ, πρέπει να το κυνηγήσεις με κάθε κόστος. Φοβήθηκα ότι μπορεί να τρομάξεις το βράδυ που σου έδωσα τα εισιτήρια και όλα τα προηγούμενα που με είχες καταλάβει δηλαδή… Ήξερα ότι παντρεύεσαι και δεν έπρεπε να μπω στη μέση, αλλά εκείνη την ημέρα τραντάχτηκε μαζί με το σώμα όλος μου ο κόσμος. Έπρεπε να μας δώσω την ευκαιρία. Να σου δώσω την ευκαιρία να είσαι με κάποιον που μπορεί να σου προσφέρει όσα ποθείς”
“Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου”, είπε με ένα δειλό χαμόγελο η Νέλλη
“Νέλλη, ένιωσα ακριβώς ό,τι και ο Αχιλλέας όταν έβγαλε την περικεφαλαία. Άσε με να στο αποδείξω”
“Γι’ αυτό είμαι εδώ”
“Τα εισιτήρια είναι χωρίς επιστροφή”
“Γι’ αυτό είμαι εδώ”
Ο Θέμης χαμογέλασε και την πήρε αγκαλιά. Η θέρμη του σώματός του έμοιαζε τόσο οικεία και ασφαλής. Πρώτη φορά ένιωθε σαν να είναι σπίτι…
Με την ανακοίνωση για επιβίβαση περπάτησαν χέρι χέρι και επιβιβάστηκαν στο αεροπλάνο.
*****
Ο Αντρέας ξύπνησε αργά το ίδιο πρωί. Ο γάμος ήταν στις 7 το απόγευμα και είχε χρόνο να συνέλθει από το χθεσινό μπάτσελόρ του. Έπιασε το κινητό στα χέρια του και ακολούθησε μια σειρά από βρισιές. Κάλεσε απευθείας τη Νέλλη αλλά ήταν απενεργοποιημένο. Πήγε από το σπίτι της και ήταν κλειδωμένα. Έπειτα πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της και ζήτησε εξηγήσεις. Κάνεις δεν ήξερε τίποτα και ο γάμος ακυρώθηκε άρον άρον. Οι φήμες πολλές, η αλήθεια μια:
“Όσο κι αν προσπάθησα, κατάλαβα περισσότερο από ποτέ αυτές τις μέρες ότι ήμουν πάντα ξένη δίπλα σου. Το ‘αξιολύπητο βάζο’ αποτυπώνει μοναδικά τη μοιραία στιγμή που ενώθηκαν τα βλέμματα δύο ανθρώπων και ερωτεύτηκαν παράφορα. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Να ζήσω μια ψευδαίσθηση. Προτιμώ το αληθινό. Αντίο.”
Αγγελική Ανδριοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
