Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το αερόστατο του θανάτου

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Το αερόστατο του θανάτου

του Σάιρους Πότερ
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1900, σελ. 11-13)

Όταν ξύπνησε ο νεαρός με τα λασπωμένα μαύρα, μακριά μαλλιά, τα ματωμένα ρούχα και το καχεκτικό χλομό κορμί, συνειδητοποίησε αμέσως τρία πράγματα: πρώτον, ένιωθε εξαιρετικά αδύναμος, σαν να του είχαν αφαιμάξει όλη τη ζωοφόρο δύναμή του, κατά τον τρόπο που συνήθιζαν οι γιατροί να αντιμετωπίζουν πληθώρα αρρωστιών, ή όπως ο ίδιος ο νεαρός και το σινάφι του, μια ολάκερη φαμίλια από βρικόλακες, συνήθιζαν να τρέφονται από τον λαιμό του εκάστοτε θύματός τους.

Η οικογένειά του, σκέφτηκε και εκνευρίστηκε, μιας και του ήρθε στη θύμηση η εικόνα της μάχης που είχε δώσει πλάι στους δικούς του και ενάντια στους μαυροντυμένους κυνηγούς που είχαν βρει τη σπηλιά στην οποία διέμεναν κατά τη διάρκεια της ημέρας και από την οποία εφορμούσαν τις νύχτες στα κοντινά χωριά, για να βρουν την τροφή τους, ηλικιωμένους, γυναίκες και μικρά παιδιά, κυρίως. Οι γονείς και τα αδέρφια του είχαν σφαχτεί, αλλά ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει την τελευταία στιγμή, έχοντας, όμως, στο κατόπι του τους καταραμένους κυνηγούς και τα σκυλιά τους. Κάποια στιγμή τον στρίμωξαν σε έναν γκρεμό, κάτω από τον οποίο έτρεχε ένα παμπάλαιο ποτάμι, το οποίο εκείνος, όπως κάθε όμοιός του, αδυνατούσε να διαβεί χωρίς να είναι κλεισμένος σε κάποιο κουτί, και έτσι αναγκάστηκε να τους πολεμήσει. Το τελευταίο που θυμόταν ήταν πως, πάνω στην μάχη, κι ενώ είχε σκοτώσει τρία σκυλιά και δύο κυνηγούς, υπέστη απανωτά τρόμο (στη θέα ενός σταυρού) και ένα ισχυρό πλήγμα στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να βυθιστεί στο σκοτάδι και να τον πιάσουν.

Το δεύτερο που κατάλαβε, καθώς προσπάθησε μάταια να κουνηθεί, ήταν το γεγονός πως τον είχαν δέσει χειροπόδαρα. Έσφιξε τα άκρα του και τράνταξε το σώμα του, όμως δεν μπόρεσε να λυθεί. Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει, τα σχοινιά ήταν από αυτά που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά βαριών αντικειμένων ή για να δένουν τα πλοία. Οπότε σίγουρα οι κυνηγοί δεν είχαν μείνει άπραγοι όσο αυτός ήταν αναίσθητος. Τον αιχμαλώτισαν, με δόλιους σκοπούς, αναμφίβολα.

Τρίτον, αισθάνθηκε τον αέρα να ξύνει το σώμα του, σαν ζώο που προσπαθούσε να σκίσει απ’ άκρη σ’ άκρη το κουφάρι του θηράματός του. Κοιτώντας με τα αφύσικα κατάμαυρα μάτια του, είδε πως βρισκόταν στον αέρα. Πετούσε, για πρώτη φορά στην ζωή του και αντίθετα απ’ ό,τι πίστευαν πολλοί δεισιδαίμονες για το σινάφι του. Έβλεπε από κάτω του την πλάση, τα χορτάρια και τα δέντρα κι εκείνες τις πελώριες αρχαίες πέτρες που σχημάτιζαν κύκλο, γνωστό ως Στόουνχετζ, ένα μέρος λατρείας για τους Κέλτες ή ένα μνημείο αφιερωμένο στους νεκρούς και τους προγόνους. Το πώς πετούσε το ανακάλυψε πιο μετά: τον είχαν δέσει σε ένα αερόστατο, πάνω στο μαύρο πανί του οποίου είχαν ζωγραφίσει έναν μεγάλο άσπρο σταυρό. Κρεμόταν από αυτό, σαν άχρηστο χέρι, ατιμασμένος και πλήρως αδύναμος, έρμαιο της μοίρας του.

Ο νεαρός βρικόλακας προσπάθησε ξανά και ξανά να λυθεί, να απεγκλωβιστεί, μόνο και μόνο για να απογοητευτεί ισάριθμες φορές. Ούρλιαξε με όση δύναμη του απέμενε. Συλλογίστηκε τους γονείς και τα αδέρφια του που δεν είχαν μπορέσει να προστατευτούν. Είχε δει δόντια σκυλιών να τους αρπάζουν, ενώ πυροβόλα όπλα διέλυαν τη σιγαλιά και μαχαίρια και σπαθιά διαπερνούσαν τα κορμιά τους και τους αποκεφάλιζαν. Είχε νιώσει τον πόνο τους μέχρι τα τρίσβαθα της σαπισμένης ψυχής του κι είχε προσβάλλει τον εαυτό του που φάνηκε τόσο λίγος για τους δικούς του.

Ο νεαρός είδε πως κοντά στις πέτρες ήταν μαζεμένοι άντρες, γυναίκες και παιδιά, ακόμα και βρέφη στις αγκαλιές των μανάδων τους, κάποιοι με συσκευές φωτός ή όπλα ανά χείρας. Όλοι τους κοιτούσαν προς αυτόν, καθώς το αερόστατο υψωνόταν ολοένα και περισσότερο, παρασυρμένο από τον αέρα που το έσπρωχνε προς άγνωστη κατεύθυνση. Όδευε προς τον θάνατο, ήταν σίγουρος για αυτό, και σύντομα η ηττοπαθής σκέψη του επιβεβαιώθηκε όταν ένιωσε τις πρώτες ακτίνες του ανατέλλοντος ήλιου να καρφώνονται στο σώμα του και καθώς οι άνθρωποι από κάτω του, μικρές κουκίδες πια, έσβηναν τους πυρσούς και τα φανάρια τους. Ο νεαρός άκουσε φωνές και βρισιές και κατάρες, χαρά μαζί με κακία, αλλά λίγο ενδιαφερόταν πια.

Η όρασή του χάθηκε, όπως και η ακοή και η όσφρησή του, αισθήσεις που τον είχαν οδηγήσει πολλές φορές στις κρυψώνες των θηραμάτων του. Τα δυνατά χέρια του (με τα οποία κρατούσε τα θύματά του) και τα γρήγορα πόδια του (που πάντα ξεπερνούσαν σε γρηγοράδα τους θνητούς) ατρόφησαν και εξαϋλώθηκαν. Τα μαλλιά και το εξωτικό πρόσωπό του, χρήσιμα για να σαγηνεύει, μετατράπηκαν σε μια άμορφη μάζα, μια άθλια μάσκα. Το σώμα του καιγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη, κι εκείνος έφευγε, πετούσε ως άλλη φονευθείσα ψυχή, να συναντήσει ξανά την οικογένειά του. Πετούσε με αυτό το αερόστατο του θανάτου, το οποίο είχε βρεθεί στον αέρα από ένα σημείο αφιερωμένο στους νεκρούς, και πριν καλά-καλά εμφανιστεί ολόκληρος ο ήλιος, ο νεαρός βρικόλακας, ο τελευταίος του είδους του, έγινε σκόνη.
Το σχοινί κάηκε από τη φλόγα που είχε ανάψει πρωτύτερα στο κορμί που κουβαλούσε, ενώ αργότερα η καταστροφή βρήκε και το υπόλοιπο αερόστατο.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σάιρους Πότερ γεννήθηκε το 1870 στο Λονδίνο. Κατάγεται από οικογένεια που ασχολείται εδώ και δύο αιώνες με την εκτροφή αλόγων, καθώς και με την προετοιμασία τους για αγώνες. Από μικρός είχε δείξει ενδιαφέρον για τις σύντομες ιστορίες φαντασίας. Αν και ασχολείται με την επιχείρηση των γονέων του, ωστόσο έχει καταφέρει να γράψει μερικές δικές του ιστορίες.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading