Μανώλης & Βαρβάρα – “Οι συμπέθεροι”

Στο σαλόνι επικρατούσε άκρα του τάφου σιωπή. Η Βαρβάρα είχε κολλήσει το βλέμμα της στο ταβάνι κι ο Μανώλης έπαιζε στα χέρια του ένα καφέ κομπολόι. Στον απέναντι καναπέ, η Βούλα, η μητέρα του Πέτρου, του γαμπρού της και ο Σταμάτης, ο πατέρας του. Οι σχέσεις των συμπεθέρων ήταν από πάντα κάπως… τεταμένες κι αυτό καθρεφτιζόταν στην απόλυτη σιωπή που υπήρχε ανάμεσά τους από ώρα.

– Πόσην ώρα θα το ταΐζουν δηλαδής; έσπασε την ησυχία η Βούλα

– Ε, μωρό είναι συμπεθέρα, όσο να ‘ναι, θέλει το χρόνο του. απάντησε η Βαρβάρα όσο πιο ευγενικά μπορούσε

– Όπου να ‘ναι θα το φέρουν, δεν μπορεί! χαμογέλασε ο Μανώλης, κλωτσώντας απαλά το πόδι της Βαρβάρας για να της υπενθυμίσει να αλλάξει ύφος

– Κι ο Πετρής τι κάνει τόση ώρα μέσα; Δεν έρχεται να παίξουμε κανένα ταβλάκι μέχρι να φάει η τσούπρα; ξερόβηξε ο Σταμάτης

– Δεν παίζουμε μαζί ένα μέχρι να βγουν τα παιδιά; άρπαξε την ευκαιρία ο Μανώλης

– Τι τάβλι, βρε Μάνο μου; τα χείλη της Βαρβάρας έγιναν μια ίσια γραμμή

– Καλά τα λες, συμπέθερε! Πάμε να σου δείξω πώς παίζεται το τάβλι! σηκώθηκε όρθιος κι έσιαξε τη ζώνη του ο Σταμάτης

– Α, όλα κι όλα, συμπέθερε, αλλά αν δεν έχεις παίξει μαζί μου, δεν έχεις δει τι θα πει σκληρό παιχνίδι! έσφιξε τη γροθιά του παιχνιδιάρικα ο Μανώλης και προχώρησε πίσω απ’ τον Σταμάτη προς το μπαλκόνι

Η Βαρβάρα και η Βούλα ακολούθησαν με το βλέμμα τους τους συζύγους τους, που ελαφρά τη καρδία τις είχαν αφήσει μόνες στο σαλόνι, κάτι που ισοδυναμούσε με το να ακουμπάς δίπλα δίπλα δύο χειροβομβίδες με τραβηγμένη περόνη. Εξάλλου καμία απ’ τις δυο τους δεν ήταν γνωστή για την υπομονή της…

– Και δε με λες, συμπεθέρα… Το χρυσώσατε το μωρό;

– Τι είναι το μωρό, συμπεθέρα μου; Χάπι; την στραβοκοίταξε η Βαρβάρα

– Τι χάπι με λες; Χρυσαφικά δεν παίρνετε στο μωρό εσείς εδώ; Εμείς στα μέρη μου…

– Εμείς συμπεθέρα μου, ρωτάμε τα παιδιά τι τους λείπει και τους το αγοράζουμε. Νομίζω είναι πιο χρήσιμο το…

– Άλλο το ένα άλλο το άλλο, συμπεθέρα μου! σήκωσε το φρύδι με αέρα νικήτριας η Βούλα. Άλλο το χρήσιμο το δώρο που παίρνουν οι παππούδες κι άλλο το χρύσωμα… 

– Έχω συνεννοηθεί με την κόρη μου, συμπεθέρα. Μόλις σαραντίσει θα πάμε να της πάρουμε το καρότσι του μωρού. 

– Α, μην μπαίνεις στον κόπο, το πήραμε ήδη το καρότσι. Εξάλλου πια τα νέα κορίτσια δεν περιμένουν τον σαραντισμό για να βγουν απ’ το σπίτι. Έτσι δεν το έχετε εδώ; ήπιε μια γουλιά νερό, συνεχίζοντας να κοιτά την Βαρβάρα προκλητικά στα μάτια

– Με την Τόνια είχαμε πει πως αφού εσείς τους πήρατε το κρεβατάκι, να πάρουμε εμείς το καρότσι. σούφρωσε τα χείλη της η Βαρβάρα. Της είχαμε πει να πάμε πριν γεννήσει, αλλά επέμενε πως δεν υπάρχει λόγος βιασύνης.

– Των φρονίμων τα παιδιά, συμπεθέρα μου, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Κάθισες εσύ τώρα, μεγάλη γυναίκα και συνερίστηκες την Αντωνία, που είναι μικρό κορίτσι; Πού ξέρει αυτή; Αυτά τα ξέρουμε εμείς, που είμαστε έμπειρες. συνέχισε στο ίδιο ύφος η Βούλα

– Εμείς σεβόμαστε τα θέλω των παιδιών μας, στα μέρη μας, συμπεθέρα. Κι αφού έσπευσες να πάρεις το καρότσι, που είχαμε ήδη κανονίσει να αγοράσουμε εμείς… τόνισε επίτηδες κάποιες λέξεις η Βαρβάρα, θα συνεννοηθώ με τα παιδιά για το τι άλλο χρειάζονται. ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ της κι ακούμπησε αφύσικα δυνατά το φλιτζάνι στο πιατάκι η Βαρβάρα

– Γούρι, γούρι αν το σπάσεις! Χαλάλι σου! είπε γελαστή η Βούλα, σίγουρη ότι είχε κατατροπώσει την Βαρβάρα κι ότι την είχε κάνει να τρέμει απ’ τα νεύρα της. Εμείς στα μέρη μου, το έχουμε έθιμο να σπάμε ένα πιατικό όταν πρωτομπαίνει το μωρό στο σπίτι! 

– Εδώ σπάμε πιάτα μόνο στο ζεϊμπέκικο. το πρόσωπο της Βαρβάρας είχε ήδη αρχίσει να κοκκινίζει

– Τι ζεϊμπέκικο καλέ να χορέψει μια σταλιά μωρό; Άσε που το ζεϊμπέκικο είναι αντρικός χορός. συνέχισε η Βούλα

– Δεν υπάρχει αντρικός και γυναικείος χορός, συμπεθέρα! Πού ζούμε; Στο 1950; 

– Μ’ αυτά τα μοντέρνα χάλασε η κοινωνία! Βλέπεις τις τσούπρες να χορεύουν ζεϊμπέκικο και τους άντρες τσιφτετέλι. Είναι θέαμα τώρα αυτό; Δυο μέτρα άντρας, με μισό κιλό μούσια να σιέται και να λυγιέται και να κάνει και “σσσσ”! Για όνομα Θεού πια! σταυροκοπήθηκε η Βούλα

– Να κόψω γλυκό; έκανε να σηκωθεί απ’ τον καναπέ η κατακόκκινη πια Βαρβάρα

– Δεν είμαστε για γλυκά στην ηλικία μας, συμπεθέρα. Καλέ, εσύ κοκκίνισες! Την πίεσή σου τη μετράς; 

– Μια χαρά είναι η πίεσή μου, συμπεθέρα! 

– Εγώ από καλό το είπα, μαζεύτηκε η Βούλα, καταλαβαίνοντας πως η Βαρβάρα είχε φτάσει πια στα όριά της. Έλα, έλα να σου δείξω τι πήραμε στη μικρή! άρχισε να ψαχουλεύει μέσα την τσάντα της. Να! Δες! έβγαλε τρία βελούδινα κουτάκια απ’ την τσάντα της και τα έτεινε προς τη Βαρβάρα

Η Βαρβάρα, έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια και μετά πήρε απρόθυμα στα χέρια της τα κουτιά.

– Τρεις λίρες. Για το μωρό. Για καλή τύχη! Ας είναι γερό το πουλάκι μας! σκούπισε ένα δάκρυ που έτρεξε αυθόρμητα απ’ το μάτι της η Βούλα

– Να είναι γερό το μωρό μας! μαλάκωσε η Βαρβάρα

– Και τούτο είναι για τη θυγατέρα σου. Για τη θυγατέρα μας… ένα ακόμη δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Βούλας. Που κάνει τον Πετρή μας ευτυχισμένο τόσα χρόνια και του χάρισε και το πιο όμορφο δώρο! τα δάκρυα κυλούσαν πια αδιάκοπα απ’ τα μάτια της

– Υπέροχο είναι… είπε συγκινημένη η Βαρβάρα κρατώντας στα χέρια της το χρυσό κολιέ. Αχ βρε συμπεθέρα… έπεσε στην αγκαλιά της Βούλας. Κι ο Πέτρος μας, τι γλυκό παιδί είναι! Να ήξερες πόσο τον αγαπώ! Παιδί μου είναι κι αυτός και να ξέρεις τον προσέχω πολύ, μάνα του στέκομαι, που ξέρω πως εσύ είσαι μακριά… Μονιασμένα και τυχερά να είναι τα παιδιά μας… σκούπισε τα υγρά της μάτια η Βαρβάρα

– Άνοιξε και το τρίτο! την παρότρυνε η Βούλα

Η Βαρβάρα πήρε στα χέρια της το τρίτο κουτάκι. Ανοίγοντάς το, ένα επιφώνημα έκπληξης βγήκε απ’ τα χείλη της.

– Ε; Ε; Τι έχεις να πεις; ρώτησε με αγωνία η Βούλα

Η Βαρβάρα έπιασε με δύο δάχτυλα τη μικροσκοπική χρυσή ταυτότητα και την κοίταξε με αποτροπιασμό.

– Τι είναι αυτό; ρώτησε αυστηρά

– Ταυτότητα! Δεν έχετε στα μέρη σας; Είναι το πρώτο κόσμημα του μωρού, που σκαλίζεται το όνομά του και…

– Εδώ λέει Παρασκευή! στένεψε τα μάτια η Βαρβάρα

– Ε, ναι. απάντησε η Βούλα. Τι να λέει; Παρασκευούλα θα το πούμε το μωρό. 

– Ποιος το λέει; ρώτησε απότομα η Βαρβάρα

– Η λογική, συμπεθέρα μου! Το πρώτο παιδί του πρωτότοκού μου, αν δεν πάρει το όνομα της μάνας του, ποιανού θα πάρει; έβαλε τα χέρια στη μέση η Βούλα

– Της πεθεράς του, συμπεθέρα μου! Γιατί παραδοσιακά, δίνεται το όνομα του πατέρα του γαμπρού στο γιο, για να συνεχιστεί το όνομα. Αν βγει κορίτσι, παίρνει της μάνας της νύφης! έβαλε τα χέρια στη μέση κι η Βαρβάρα

– Στα μέρη μας, συμπεθέρα, το πρώτο παιδί, παίρνει το όνομα απ’ τους γονείς του γαμπρού! σηκώθηκε απ’ τον καναπέ η Βούλα

– Κι άμα το επόμενο βγει αγόρι, συμπεθέρα, ποιανού όνομα θα πάρει; σηκώθηκε απ’ τον καναπέ κι η Βαρβάρα

– Ε, τι φωνές είναι αυτές; είπε ο Μανώλης μπαίνοντας στο σαλόνι, μαζί με τον Σταμάτη

– Να πεις στη γυναίκα σου, συμπέθερε, πως δε θα αλλάξουμε τα έθιμα κατά πώς σας βολεύει!

– Κι εσύ να πεις στη γυναίκα σου, συμπέθερε, πως δεν είμαστε στο μεσαίωνα και πως αν το δεύτερο βγει αγόρι, θα το πούμε Μανώλη, που να χτυπιέστε! 

– Τι είναι αυτά, τέτοια μέρα; μπήκε ανάμεσά τους ο Σταμάτης

– Μέσα το μωρό κοιμάται κι εσείς τσιρίζετε; μπήκε μπροστά στη Βαρβάρα, ο Μανώλης

– Άμα το δεύτερο βγει αγόρι, θα το πούμε Σταμάτη, για να κρατηθεί το όνομα! Δεν θα το πούμε Μανώλη! Υπάρχει Μανώλης Βασιλείου; στρίγκλισε η Βούλα

– Θα υπάρξει! Δώσατε με το ζόρι το επίθετο, θα δώσετε και το όνομα; Από μας θα πάρει το όνομα! είπε αγανακτισμένη η Βαρβάρα

– Μην θες να πάρει και το δικό σου ο εγγονός μου, συμπεθέρα; Να το πούμε… Βάρβαρο; φώναξε η Βούλα

– Τι πάθατε; ακούστηκε έντονη η φωνή του Πέτρου, που βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα.

– Η μάνα σου…

– Η πεθερά σου…

– Ησυχία! ανέβασε τους τόνους ο Πέτρος και στάθηκε μπροστά τους. Η Τόνια προσπαθεί να κοιμίσει την εγγονή σας κι εσείς εδώ τρώγεστε σαν τα κοκόρια! συνέχισε, κάνοντάς τους όλους να κατεβάσουν τα κεφάλια. Αν δεν μπορείτε να βρίσκεστε πολιτισμένα και ήρεμα σ’ ένα σπίτι που πια υπάρχει νεογέννητο, να φύγετε!

Όλοι κάθισαν στις θέσεις τους, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά τους και τα βλέμματά τους καρφωμένα στο χαλί, σαν παιδάκια που τα είχαν βάλει τιμωρία.

– Αντί να ευχαριστείτε το Θεό που ήρθε στον κόσμο ένα παιδί γερό και υγιές, κάθεστε και μαλώνετε για το πώς θα το ονομάσουμε!

“Συγνώμη…”, “Έχεις δίκιο”, “Λάθος μας”… ήταν μερικές απ’ τις λέξεις που μουρμούρισαν κι οι τέσσερις συμπέθεροι καθισμένοι στον καναπέ τους.

– Το πώς θα λέγεται το παιδί, δεν είναι δουλειά σας, καταλαβαίνετε; Δουλειά σας είναι να το αγαπάτε και να το προσέχετε. Να παίζετε μαζί του και να το χαίρεστε! Τα υπόλοιπα είναι δουλειά της Τόνιας και δική μου! η φωνή του Πέτρου ακουγόταν σοβαρή και σταθερή. Είναι πολύ νωρίς για να μάθετε τι όνομα αποφασίσαμε να δώσουμε στην κόρη μας! 

– Και πότε θα το μάθουμε, Πέτρο μου; Στη βάφτιση; ψέλλισε η Βαρβάρα

– Όχι, δεν θα το μάθετε στη βάφτιση, γιατί πολύ απλά δεν θα γίνει βάφτιση! συνέχισε ο Πέτρος

“Τι;;;”, “Τι θα πει αυτό;”, “Δεν θα γίνει βάφτιση;”… ήταν μερικές απ’ τις ερωτήσεις που είπαν φωναχτά κι οι τέσσερις κι αυτόματα σηκώθηκαν όρθιοι

– Με την Τόνια αποφασίσαμε να κάνουμε ονοματοδοσία και το όνομα που έχουμε σκεφτεί δεν είναι κανενός σας! Διαλέξαμε ένα όνομα που να αρέσει σε μας! 

– Της κόρης σου καμώματα είναι αυτά! Το δικό μου παιδί είναι θρήσκο και σεβαστικό! ξεσπάθωσε η Βούλα, απευθυνόμενη στη Βαρβάρα

– Σκέψεις του γιου σου είναι αυτές! επαναστάτησε η Βαρβάρα. Το κορίτσι μου κάθε Κυριακή εκκλησιάζεται και…

– Σταμάτη, φεύγουμε! Δεν έχουμε καμία δουλειά εδώ μέσα!

– Μανώλη, φεύγουμε! Αυτό είναι άνω ποταμών! 

– Περίμενε, βρε γυναίκα!

– Βαρβάρα, παραλογίζεσαι!

– Τι πάθατε; η Τόνια βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα, κρατώντας στα χέρια της το μωρό

– Κορίτσι μου! έτρεξε δίπλα της η Βαρβάρα. Ταλαιπωρημένο είσαι παιδί μου! της χάιδεψε τα μαλλιά

– Κόρη μου! την ακολούθησε η Βούλα. Σε κούρασε η μικρούλα, ε; Έλα δώσ’ την σε μας και πήγαινε να ξεκουραστείς, θα την κοιμίσουμε εμείς, ε, συμπεθέρα; 

– Πάρε εσύ το μωρό να το κοιμίσεις, συμπεθέρα, θα πάω εγώ μέσα ν’ αλλάξω σεντόνια και ν’ αερίσω την κρεβατοκάμαρα. 

– Κι εγώ θα πεταχτώ να πάρω κάτι να φάμε! είπε ο Μανώλης

– Εγώ θα βάλω ένα χεράκι να συμμαζέψω εδώ και θα στρώσω το τραπέζι! είπε ο Σταμάτης κι άρχισε να μαζεύει τα φλιτζάνια απ’ το τραπεζάκι του σαλονιού.

Σε κλάσματα δευτερολέπτου, η Βούλα αγκαλιά με το μωρό χάθηκε στο παιδικό δωμάτιο, η Βαρβάρα στην κρεβατοκάμαρα, ο Σταμάτης στην κουζίνα κι ο Μανώλης έξω απ’ το σπίτι.

Η Τόνια κοίταξε τον Πέτρο απελπισμένη κι εκείνος την αγκάλιασε τρυφερά απ’ τους ώμους.

– Είναι όλοι τρελοί, ε; του χαμογέλασε

– Εντελώς! Αλλά μας αγαπάνε και τους αγαπάμε! της έδωσε ένα φιλί στα μαλλιά

– Πώς σου ήρθε και τους είπες ότι θα κάνουμε ονοματοδοσία κι ότι θα δώσουμε ένα άλλο όνομα στο μωρό;

– Ήταν ο μόνος τρόπος να σταματήσουν! Έπρεπε να δεις τις φάτσες τους! γέλασε ο Πέτρος

– Και πότε θα τους πούμε πώς θα βγάλουμε τελικά τη μικρή;

– Θα μάθουν πότε θα γίνει η βάφτιση και το όνομα αυτής, λίγες μέρες πριν! Όσο χρόνο κερδίσουμε χωρίς φωνές και διαφωνίες, τόσο το καλύτερο! Πήγαινε εσύ τώρα να κάνεις ένα μπάνιο και να ξεκουραστείς και τα υπόλοιπα άστα στον… άντρα του σπιτιού! γέλασε ο Πέτρος

Κική Γιοβανοπούλου

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading