Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο τρόμος του κανίβαλου πειρατή

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Ο τρόμος του κανίβαλου πειρατή

του Κέισον Μπάρτλετ
(Τεύχος Απριλίου, 1901, σελ. 9-13)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Έχουμε δημοσιεύσει ξανά ιστορίες για τους κινδύνους που ενεδρεύουν στους ωκεανούς. Η θάλασσα αποτελεί από τα αρχαία χρόνια ένα μυστήριο για όλους μας, και δεν είναι λίγες οι φορές που μαθαίνουμε (εμείς οι στεριανοί) ότι συμβαίνει κάποιο ατυχές γεγονός, όπου άνθρωποι πεθαίνουν και καράβια χάνονται στο βυθό.
Φυσικά, ένα βασικό στοιχείο των μύθων που υπάρχουν για τα ταξίδια με πλοία είναι οι επιθέσεις που κάνουν άλλα καράβια, τα πειρατικά, τα πληρώματα των οποίων συχνά φέρονταν απάνθρωπα σε όσους έπιαναν. Ο Μαυρογένης, ο Μπαρμπαρόσα, ο Φρανσουά Λ’ Ολονέ και ο Έντουαρντ Λόου είναι μόνο λίγα από τα ονόματα που θα αναφέρουμε και τα οποία στα χρόνια της δράσης τους προκαλούσαν τρόμους ανείπωτους στους ναυτικούς.
Ο κύριος Μπάρτλετ, που ασχολείται με το εμπόριο δια θαλάσσης και που σίγουρα θα τρέφει μεγάλη απέχθεια για τους ληστές/φονιάδες/βιαστές των ωκεανών, μας έστειλε την ακόλουθη ιστορία, για έναν πειρατή που συχνά λησμονείται, αν και δεν θα έπρεπε, αγαπητέ αναγνώστη, γιατί κι αυτός ήταν εξίσου κακός, ίσως και χειρότερος από τους προαναφερθέντες. Πάντως, όπως αποδεικνύεται από την ίδια την ζωή (από τον Θεό, τη μοίρα), κανείς δεν μένει ατιμώρητος τελικά.
Κλαρκ Μέιχεμ

Πριν από λίγους αιώνες, οι θάλασσες ήταν παραδομένες στις αδηφάγες και άθλιες ορέξεις ανθρώπων που ζούσαν μες στην παρανομία. Χρησιμοποιούσαν τα μικρά, κατά κύριο λόγο, καράβια τους για να επιτίθενται σε άλλα, αγγλικά, γαλλικά, ολλανδικά, ισπανικά ή άλλων εθνικοτήτων, με σκοπό να ληστέψουν, να τα λεηλατήσουν, σκοτώνοντας ταυτόχρονα το πλήρωμά τους και εντέλει βυθίζοντάς τα. Πολλές περιοχές, όπως το Νασάου ή το Πορτ Ρουαγιάλ ή η Τορτούγκα, είχαν καταντήσει λημέρια των κτηνών αυτών, μέρη γεμάτα βρομιά, μεθύσια και σφαγές δίχως ουσιώδη λόγο. Τα πολεμικά πλοία των αποίκων κυνηγούσαν τα πειρατικά, προστατεύοντας τα δικά τους εμπορικά, αλλά οι άτιμοι που έφευγαν από τον δρόμο του Θεού για να κουρσέψουν τους ωκεανούς δεν μειώνονταν (θα αργούσε να συμβεί αυτό).

Σε εκείνα τα μέρη, δρούσε και το κάθαρμα για το οποίο γράφω αυτή την ιστορία. Ήταν ένας διαβόητος πειρατής που έζησε γύρω στα 1700, ένας από τους χειρότερους που έχουν υπάρξει. Τον φώναζαν Ανθρωποφάγο Πητ. Αν και ήταν γνωστός για τον πορφυρό του μανδύα και την σιχαμερή λατρεία του για το ανθρώπινο κρέας (πόσους άτυχους ναύτες είχε σκοτώσει, πετσοκόψει, μαγειρέψει και φάει, ήταν μια ερώτηση που μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να απαντήσει, αν και ποτέ δεν το έκανε), ωστόσο κανένας δεν γνώριζε από πού προερχόταν, ποια ήταν η καταγωγή του, τι έκανε πριν γίνει καπετάνιος πειρατικού πλοίου ή αν είχε ποτέ του οικογένεια. Είχε κάποια μόρφωση, πάντως, απ’ ό,τι λεγόταν, και δεν ήταν τυχαίο που μπορούσε να μαντεύει πότε ήταν πιο ασφαλές να σαλπάρει ή σε ποια πλοία να επιτεθεί, ενώ συχνά ανέφερε χριστιανικές γνώσεις που κατείχε, με σκοπό κυρίως να χλευάσει την πίστη των άλλων. Όλοι τον ήξεραν μόνο ως Ανθρωποφάγο Πητ, τον άντρα που μπόρεσε να κάνει άγριες φυλές της Καραϊβικής να τρέμουν άπαξ και άκουγαν το όνομα που του είχε δοθεί ή αν έβλεπαν κοντά στα μέρη τους τη σημαία του Μπουίτρε (Όρνιο, στα ισπανικά), του πλοίου του (μια σημαία που έφερε σα σύμβολο ένα κόκκινο πτωματοφάγο πτηνό σε μαύρο φόντο). Κουβαλούσε πάντα δύο κυρτά σπαθιά, τρία πιστόλια και ένα μικρότερο μαχαίρι για χειρουργικές τομές, το οποίο ήταν και αυτό που προκαλούσε τον περισσότερο τρόμο στα θύματά του, κυρίως γιατί έμοιαζε εντελώς παράταιρο στη ζώνη του Ανθρωποφάγου Πητ και, στο τέλος της ημέρας και μέχρι να αρπάξει το επόμενο θήραμά του, ήταν πάντα το καθαρότερο απ’ όλα του τα υπάρχοντα.

Ισπανοί, Γάλλοι, Άγγλοι και Ολλανδοί τον κυνηγούσαν μανιωδώς, αλλά δεν κατάφεραν να τον πιάσουν (να τον συλλάβουν) ποτέ. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, υπήρξαν κάποιες ναυμαχίες με το Μπουίτρε, αλλά πάντα κάτι συνέβαινε και το πειρατικό καράβι ξέφευγε, συνήθως με κάποιον θησαυρό που είχε κλέψει από το εμπορικό που συνόδευαν τα αντίστοιχα πολεμικά (και με τα πληρώματα των άλλων πλοίων να θάβονται στις θάλασσες). Ο Πητ συνέχιζε απτόητος να περιδιαβαίνει το αιματηρό μονοπάτι που είχε χαράξει με τους τιποτένιους που είχε στις διαταγές του, οι οποίοι, απ’ ό,τι μαθεύτηκε κάποτε από μερικούς εξ αυτών, έμεναν μαζί του κυρίως γιατί τον φοβούνταν (δεν ήθελαν να καταλήξουν γεύμα στο τραπέζι του, όπως είπαν στο δικαστήριο). Ο καπετάνιος τους δε συγχωρούσε τη λιποταξία ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των κανόνων του, και δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δέσει με σχοινιά τους δικούς του, να τους σφαγιάσει και να φάει μερικά από τα κομμάτια τους, και μάλιστα μπροστά στους υπόλοιπους, ενώ ό,τι άφησε το πέταξε στον ωκεανό, τραβώντας πλήθη τεράστιων άγριων ψαριών κοντά στο Μπουίτρε. Αυτή την τακτική την είχε εφαρμόσει τουλάχιστον τρεις φορές, προτού οι εναπομείναντες πειρατές του, ή όσοι θα προστίθεντο αργότερα στο πλήρωμά του, καταλάβουν ότι δεν έπρεπε να τον εκνευρίσουν. Κι όχι μόνο αυτό, μα σταδιακά άρχισαν να γίνονται τέρατα και εκείνοι, ακολουθώντας το παράδειγμα του αρχηγού τους, αν και, βάσει των προαναφερθέντων μαρτυριών, ποτέ δεν έφτασαν πραγματικά τη δική του κακία.

Ο Ανθρωποφάγος Πητ είχε γίνει ένας φοβερός θρύλος της Καραϊβικής, της Τζαμάικας και άλλων περιοχών (μέχρι και τρελές μανάδες που δεν αγαπούσαν πολύ τα παιδιά τους χρησιμοποιούσαν το όνομά του σαν απειλή για να τα τρομάξουν όποτε τις ενοχλούσαν), αλλά ήρθε η στιγμή που και εκείνος διέπραξε την πιο μεγάλη του αμαρτία, έτσι που ακόμα και ο Θεός τον σιχάθηκε και τον τιμώρησε παραδειγματικά.

Στο τελευταίο πλοίο που κούρσεψε το Μπουίτρε, επενέβαιναν πολλές οικογένειες και ηλικιωμένοι. Μαζί με τους ναύτες, όλοι οι άνθρωποι σκοτώθηκαν και αφέθηκαν να γίνουν βορά στα θηρία του νερού και στην άβυσσο που καραδοκούσε στο βυθό. Όμως, οι πειρατές ανακάλυψαν πολλά παιδιά (αγόρια και κορίτσια) και τρεις έγκυες γυναίκες και, για κάποιο λόγο που κανένας τους δεν μπόρεσε να εξηγήσει ποτέ, δεν σκότωσαν αμέσως ούτε τα μεν, ούτε τις δε, παρά περίμεναν τον καπετάνιο τους να αποφασίσει τη μοίρα αυτών των δύστυχων. Και ο Πητ το έκανε: χαμογελώντας σαν τον ίδιο τον Σατανά, διάλεξε τις εγκύους για τον εαυτό του και παρέδωσε τα μεγαλωμένα παιδιά στους δικούς του, και, δείχνοντας τα σχοινιά που εκείνος συνήθως χρησιμοποιούσε για να κρατά τα θύματά του, τους έδωσε ξεκάθαρη εντολή πως Αυτή τη βραδιά, μα και τις επόμενες έξι, μία εβδομάδα συνολικά, όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, έτσι και σε αυτό το πλοίο θα δημιουργηθεί ένας κόσμος, ένας κόσμος πόνου, οδυρμού, απόλαυσης και αίματος.

Θέλω να τρανταχτεί όλο το σκαρί, διαφορετικά, παλιάνθρωποι, να πέσετε στην θάλασσα μόνοι σας, προτού σας πετάξω εγώ ο ίδιος, ολόκληρους ή σε κομμάτια. Θέλω να νιώθω ότι το Μπουίτρε θαλασσοδέρνεται από πανύψηλα κύματα. Θέλω αυτό το πλοίο, το πλοίο μου, να τραφεί, να τραγουδήσει και το ίδιο, μαζί με εμένα. Κι αν δε συμβούν όλα αυτά, θα περάσω πολλά ακόμα μερόνυχτα εδώ, σε τούτο τον ωκεανό, πετσοκόβοντάς σας. Θα φάω ό,τι θέλω από τον καθένα σας, ή απλά θα σας πετάω στο νερό ζωντανούς και θα βλέπω τους καρχαρίες να σας τρώνε. Και τώρα, πηγαίνετε και κάντε ό,τι σας είπα, αλλιώς καταραμένοι να είστε.

Όπως μαρτύρησαν οι ναύτες του που είχαν επιβιώσει, πράγματι έγιναν όσα είχε διατάξει ο Πητ, αλλά για έξι βραδιές. Δεν θα περιγράψω εδώ όσα απάνθρωπα συνέβησαν σε εκείνα τα δύσμοιρα πλάσματα που έπεσαν στα χέρια αυτού και των αντρών του, αλλά, αν το επιθυμείτε, υπάρχουν σε ειδικό τόμο, Οι εκτελέσεις των χειρότερων πειρατών της Τζαμάικα, τα πρακτικά της δίκης από το ναυαρχικό δικαστήριο του Πορτ Ρουαγιάλ). Είναι αδιανόητο πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη διαστροφή και η απομάκρυνση του θνητού από τον Δημιουργό του. Τα εγκλήματα που διεπράχθησαν σε εκείνο το καράβι μπορεί να δημιουργήσουν πολύμηνους εφιάλτες σε ένα φυσιολογικό ανθρώπινο ον που θα κάνει το σφάλμα να μελετήσει τις μαρτυρίες των καταδικασμένων πειρατών. Πώς άντεξαν εκείνες οι γυναίκες (οι έγκυες γυναίκες που «τις χειρούργησε πρόωρα» αυτός ο Ανθρωποφάγος Πητ) και τα μικρά παιδιά (που, αν επιζούσαν, δεν θα ήταν πια αθώα), είναι ένα μυστήριο που δεν θα ήθελα να διαλευκάνω ποτέ, καθότι θα έπρεπε να προσπαθήσω να «ζήσω» με τη φαντασία μου τα όσα τους έκαναν (ήδη οι λέξεις και οι φράσεις που διάβασα σε εκείνον τον τόμο ήταν αρκετές για να χάσω τον ύπνο μου για πολλές νύχτες).
Αλλά μπορώ να ζήσω ξέροντας πως υπάρχει Θεία Δίκη και πως εφαρμόζεται πάντα. Ο Ανθρωποφάγος Πητ, που σίγουρα θα νόμιζε ότι είναι κάποιου είδους θεός, ανέγγιχτος, πανίσχυρος και αθάνατος, ήθελε να κρατήσουν επτά νύχτες τα μαρτύρια των θυμάτων του ιδίου και του πληρώματός του, όμως ο ένας και μοναδικός Θεός τούς επιφύλασσε μια απόλυτα ταιριαστή καταδίκη.

Το ξημέρωμα της έβδομης μέρας, πλοία και των τεσσάρων προαναφερθέντων αποικιοκρατικών εθνών (ήτοι των Άγγλων, των Γάλλων, των Ισπανών και των Ολλανδών), περικύκλωσαν και απέκλεισαν κάθε διαφυγή του Μπουίτρε και άρχισαν να το χτυπούν μανιασμένα με τα κανόνια τους. Οι μεθυσμένοι πειρατές ξύπνησαν, είτε για να πάνε να παλέψουν, είτε για να πεθάνουν λαβωμένοι θανάσιμα από κάποια κανονιόμπαλα. Ακολούθησε μια ναυμαχία που κράτησε περίπου μισή ώρα, με το πειρατικό καράβι να τραντάζεται και να διαλύεται από τις ριπές των πολεμικών. Το πλήρωμα του Πητ έριξε κι αυτό, αλλά οι επιτυχημένες βολές του ήταν όσα και τα κανόνια που του είχαν απομείνει: ελάχιστες και με ακόμα λιγότερα πυρομαχικά ή χρόνο γεμίσματος. Τα άλλα καράβια, κυρίως των Ισπανών και των Ολλανδών που ήταν στα πλάγια του Μπουίτρε, υπέστησαν κάποια πλήγματα, αλλά τα σκαριά τους ήταν πολύ πιο γερά και διέθεταν πολύ περισσότερο εξοπλισμό, πέραν των πρώτων αιφνιδιαστικών βολών που είχαν ρίξει, που σίγουρα είχαν παίξει το ρόλο τους στην νίκη που διαγραφόταν στον ορίζοντα. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι είχαν ακόμα μικρότερες υλικές ζημιές και νεκρούς ναύτες, ενώ αξιοσημείωτο είναι (και ίσως και όχι τόσο ακριβές) πως όλες οι βολές από τα πολεμικά είτε χτύπησαν μόνο το πειρατικό, είτε έπεσαν στη θάλασσα, χωρίς να βλάψουν το ένα το άλλο. Επίσης, ήταν από τις λίγες φορές που αυτά τα τέσσερα έθνη συνεργάστηκαν εκείνα τα χρόνια για να κατατροπώσουν έναν κοινό εχθρό που είχε πλήξει καράβια και ανθρώπους που προέρχονταν από το καθένα τους.

Ο Πητ, που είχε αργήσει να ξυπνήσει περισσότερο από τους ναύτες του, βρέθηκε σε οικτρή, σε γελοία κατάσταση να προσπαθεί να διοικήσει το πλήρωμά του. Βγήκε από την καμπίνα του σχεδόν γυμνός (μόνο τον πορφυρό μανδύα του είχε βάλει και τις μπότες του), έχοντας ζωστεί με τα όπλα του, εκ των οποίων χρησιμοποίησε μονάχα τα πιστόλια του, αφού όλη η μάχη έγινε από απόσταση (δε χρειάστηκε καν να γίνει ρεσάλτο, έφοδος). Άμα ήξεραν οι καπετάνιοι των πολεμικών ότι στο πειρατικό υπήρχαν γυναίκες και παιδιά, ίσως να είχαν αποφασίσει αλλιώς, να είχαν προτιμήσει να εισβάλλουν αθόρυβα (έτσι κι αλλιώς οι πειρατές ήταν μεθυσμένοι και κανείς ουσιαστικά δε φυλούσε σκοπιά), μα μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο πιθανότατα θα ήταν μάταιο, μιας και τα θύματα θα ήταν ήδη νεκρά ή ετοιμοθάνατα. Ό,τι έγινε, έγινε, όμως, και, έστω και με αυτόν τον τρόπο, επήλθε η Θεία Δίκη.

Όπως ειπώθηκε, κάποιοι πειρατές του Πητ πιάστηκαν ζωντανοί, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό, αλλά οι περισσότεροι βυθίστηκαν μαζί με το Μπουίτρε και τα δύστυχα θύματά τους. Το ίδιο συνέβη και με τον Ανθρωποφάγο Πητ, έπεσε κι αυτός στο νερό (επιβεβαιωμένη μαρτυρία και από ισπανούς αξιωματικούς), αλλά το τι του συνέβη στο νερό δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο. Μέσα στο χαλασμό και τις ομοβροντίες, μέσα σε έναν κόσμο πόνου, οδυρμού, αίματος (ίσως και απόλαυσης), κάτω από ένα σκαρί που βυθιζόταν κομμάτι το κομμάτι, πολλοί μάρτυρες είπαν ότι είδαν τι απέγινε ο σατράπης, ο τιποτένιος, ο κανίβαλος καπετάνιος πειρατής, μα οι εκδοχές διέφεραν σε πολλά σημεία μεταξύ τους.

Τα μόνα που επιβεβαιώθηκαν ήταν το ότι ο Ανθρωποφάγος Πητ έπεσε στο νερό, με τον μανδύα του να ανεμίζει. Βυθίστηκε ανάμεσα στα απομεινάρια του Μπουίτρε, αλλά αναδύθηκε κάποια στιγμή, για να βυθιστεί και πάλι, μια για πάντα. Πριν, όμως, χαθεί για τα καλά (εδώ είναι που αρχίζουν οι διαφορετικές εκδοχές), κάποιοι είπαν ότι είδαν να έχουν τυλιχτεί γύρω του φύκια (ή σχοινιά από το καράβι του, ή πλοκάμια κάποιου τεράστιου καλαμαριού). Αυτός, βγάζοντας αίμα από το στόμα (ή και δόντια, ή και κομμάτια του σώματός του, που κάπως είχαν εισχωρήσει εκεί), καταπολέμησε ό,τι ήταν αυτό που τον είχε αρπάξει, αλλά ήταν φανερό ότι θα έχανε. Ύστερα… (πάλι, οι μαρτυρίες δε συμφωνούν μεταξύ τους)… δύο ή τρία μεγάλα όντα (ψάρια, καρχαρίες, μικρές ασπρόμαυρες φάλαινες, οι γνωστές ως όρκες), δάγκωσαν τον Πητ στο κεφάλι, την κοιλιά και τα χέρια, κόβοντας κομμάτια του, κάνοντας το νερό ακόμα πιο πορφυρό απ’ ό,τι ήταν. Ένας Ολλανδός αξιωματικός, μάλιστα, χωρίς ενδοιασμούς για το παράλογο της περιγραφής του, ανέφερε, ορκίστηκε ότι είδε ένα από αυτά τα θαλάσσια όντα να κρατάει στο στόμα του ένα χειρουργικό εργαλείο σαν μαχαίρι και με αυτό να κόβει κομμάτια από τον Ανθρωποφάγο Πητ.
Όποιο και να ήταν το τέλος του, σημασία έχει ότι ήταν άσχημο, αλλά ταιριαστό (και) για αυτόν τον παλιάνθρωπο. Κι αν υπάρχει κάτι που, έστω και μέσα στην τρέλα που μας συντροφεύει πότε-πότε, μπορεί να προσφέρει λίγη χαιρέκακη παρηγοριά, είναι το ότι ο κανίβαλος πειρατής θα ταλαιπωρούνταν από τους δικούς του τρόμους, ο χειρότερος εκ των οποίων πρέπει να ήταν ένας θάνατος από όντα που τον κατασπάραζαν.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Κέισον Μπάρτλετ γεννήθηκε το 1850 στο Τζάκσονβιλ, της Φλόριντα (ΗΠΑ). Ζει εκεί μαζί με την οικογένειά του, αν και συχνά επισκέπτεται κι άλλες περιοχές της χώρας του ή νησιών που βρίσκονται κοντά. Ασχολείται με το θαλάσσιο εμπόριο, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του. Στον ελεύθερο χρόνο του, γράφει δικές του ιστορίες, κυρίως με θεματολογία τη θάλασσα και τους μύθους που την ακολουθούν.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading