Φωτιά και αέρας – Μέρος 1ο

Η μυρωδιά του υγρού χώματος και του νυχτολούλουδου που άνθιζε στις γωνιές των παλιών πέτρινων σπιτιών ήταν πάντα συνδεδεμένη στο μυαλό της Εύας με εκείνο το φθινόπωρο. Ήταν μόλις είκοσι δύο ετών. Τα μάτια της, ένα καθαρό καστανόχρωμο βλέμμα ήταν γεμάτα όνειρα που δεν είχαν ακόμη τσακιστεί από την ωμή πραγματικότητα. Για εκείνη, ο κόσμος άρχιζε και τελείωνε στα μαύρα και ανήσυχα μάτια του Στέφανου.

Εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη, η βροχή έπεφτε σιγανή, σχεδόν ψιθυριστή. Στεκόντουσαν κάτω από το υπόστεγο ενός κλειστού, παλιού βιβλιοπωλείου με ξεθωριασμένες βιτρίνες, μοιραζόμενοι μια παλιά ομπρέλα που άφηνε μερικές σταγόνες να περνούν και να υγραίνουν τους ώμους τους.

Ο Στέφανος είχε περάσει τα χέρια του γύρω από τη λεπτή μέση της, τραβώντας την με δύναμη κοντά στο σώμα του για να της μεταδώσει τη ζεστασιά του. Η ανάσα του ήταν ζεστή πάνω στο μάγουλό της.
– Δεν θέλω να ανησυχείς για τίποτα, Εύα, της είχε ψιθυρίσει, ακουμπώντας το μέτωπό του απαλά στο δικό της. Μπορεί τώρα να μην έχουμε σχεδόν τίποτα, μπορεί να μετράμε και το τελευταίο ευρώ στην τσέπη για να βγάλουμε τον μήνα σε αυτό το ετοιμόρροπο υπόγειο, αλλά μαζί θα χτίσουμε μια αυτοκρατορία. Είμαι αρχιτέκτονας, ξέρω να χτίζω από το μηδέν. Σε δύο μήνες, όταν θα φοράς το νυφικό σου και θα στεκόμαστε μπροστά στο ιερό, όλα τα βάσανα θα τελειώσουν. Σου το υπόσχομαι!

Η Εύα είχε χαμογελάσει, νιώθοντας μια βαθιά, ακλόνητη σιγουριά να πλημμυρίζει την ύπαρξή της. Δεν την ένοιαζαν τα πλούτη, ούτε οι ανέσεις. Ο Στέφανος ήταν ένας απίστευτα φιλόδοξος νέος, γεμάτος πηγαίο ταλέντο και φρέσκιες ιδέες, αλλά χωρίς καμία υψηλή διασύνδεση. Εκείνη, μια νεαρή σχεδιάστρια εσωτερικών χώρων που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή της, πίστευε ακράδαντα στη δύναμη της σκληρής δουλειάς και της αμοιβαίας αφοσίωσης. Το μόνο που χρειαζόταν για να είναι ευτυχισμένη ήταν η παρουσία του.
– Δεν με νοιάζουν οι αυτοκρατορίες και τα μεγάλα σπίτια, Στέφανε, του είχε απαντήσει με χαμηλή φωνή. Μόνο εσύ με νοιάζεις. Να ξυπνάω δίπλα σου και να ξέρω ότι είμαστε ομάδα. Να είμαστε μαζί, ό,τι κι αν φέρει η ζωή, όσες δυσκολίες κι αν βρεθούν στον δρόμο μας.

Εκείνος την είχε φιλήσει τότε με ένα πάθος πρωτόγνωρο, μια ορμή που έμοιαζε ικανή να κάψει όλη τη δροσιά και την υγρασία εκείνης της φθινοπωρινής νύχτας. Ήταν μια υπόσχεση χαραγμένη στο σκοτάδι.

Οι επόμενες εβδομάδες κύλησαν μέσα σε έναν αληθινό πυρετό προετοιμασιών, μια γλυκιά ζάλη που δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες. Το μικρό, σκοτεινό τους διαμέρισμα είχε γεμίσει από προσκλητήρια, κομμάτια δαντέλας και μεταξωτού υφάσματος για το νυφικό, φωτογραφίες από ανθοδέσμες και ατέλειωτες λίστες καλεσμένων.

Όμως, όσο οι μέρες πλησίαζαν προς την ημερομηνία του γάμου, κάτι ανεπαίσθητο αλλά βαθιά ανησυχητικό άρχισε να αλλάζει στην ατμόσφαιρα. Οι αργοπορίες του Στέφανου στο αρχιτεκτονικό γραφείο όπου εργαζόταν ως βοηθός έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Τα τηλέφωνά του ήταν όλο και πιο συχνά κλειστά ή «χωρίς σήμα», και όταν επέστρεφε αργά τη νύχτα, το βλέμμα του, το άλλοτε ζεστό, σταθερό και προσηλωμένο πάνω της, είχε γίνει φευγαλέο, ανήσυχο, σχεδόν ενοχικό. Απέφευγε να την κοιτάξει κατάματα, και οι αγκαλιές του είχαν χάσει εκείνη την αυθόρμητη ζεστασιά, θυμίζοντας περισσότερο μια τυπική, μηχανική κίνηση υποχρέωσης.

“Είναι απλώς το άγχος της δουλειάς και οι οικονομικές πιέσεις για τον γάμο”, επαναλάμβανε στον εαυτό της κάθε βράδυ, προσπαθώντας να πνίξει την παγωμένη ανησυχία που άρχιζε να ριζώνει στο στήθος της. “Θέλει να πάνε όλα τέλεια, πιέζεται για να μας εξασφαλίσει ένα καλύτερο ξεκίνημα. Πρέπει να δείξω κατανόηση”.

Η αλήθεια, ωστόσο, δεν είχε καμία σχέση με το άγχος του γάμου. Αποκαλύφθηκε με τον πιο βάναυσο, απάνθρωπο τρόπο, μόλις πέντε ημέρες πριν από την προγραμματισμένη τελετή, διαλύοντας κάθε ψευδαίσθηση.

Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγευμα Τρίτης. Η Εύα, θέλοντας να του κάνει μια ευχάριστη έκπληξη είχε μαγειρέψει το αγαπημένο του φαγητό και είχε πάει στο γραφείο του. Καθώς προχωρούσε στον έρημο, μακρύ διάδρομο του δευτέρου ορόφου, πλησιάζοντας την βαριά πόρτα του προσωπικού του γραφείου, άκουσε έντονες φωνές. Η πόρτα δεν είχε κλείσει καλά, ήταν μισάνοιχτη, αφήνοντας ένα στενό φως να βγαίνει στο διάδρομο.
– Πρέπει να πάρεις την τελική σου απόφαση τώρα, Στέφανε! έλεγε μια γυναικεία φωνή, κοφτή και απόλυτη.

Ήταν η Βαλέρια Δημητριάδη, η μοναχοκόρη του πανίσχυρου μεγαλοεργολάβου που έλεγχε με σιδερένια γροθιά όλα τα μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά έργα στην περιφέρεια.
– Ας είμαστε ρεαλιστές. Αν παντρευτείς εκείνη την φτωχή κοπελίτσα, θα μείνεις για πάντα ένας ανώνυμος, κακοπληρωμένος σχεδιαστής που θα παλεύει μια ζωή για να πληρώσει το ενοίκιο. Θα χαραμίσεις το ταλέντο σου στη μιζέρια. Αν, όμως, έρθεις μαζί μου, η εταιρεία του πατέρα μου είναι ουσιαστικά δική σου. Τα μεγάλα έργα, η δύναμη, η κοινωνική καταξίωση, το όνομα που πάντα ονειρευόσουν. Αλλά πρέπει να καθαρίσεις το τοπίο σήμερα κιόλας. Δεν δέχομαι μισές δουλειές.

Η Εύα ένιωσε τον χρόνο να σταματά. Κράτησε την ανάσα της, με το κουτί του φαγητού να τρέμει στα χέρια της, περιμένοντας με κομμένη την ανάσα να ακούσει τον Στέφανο να γελάσει, να θυμώσει, να διώξει αυτή τη γυναίκα, να υπερασπιστεί τον έρωτά τους. Αντ’ αυτού, ακολούθησε μια βαριά, βασανιστική, εκκωφαντική σιωπή που φαινόταν να διαρκεί αιώνες.
– Χρειάζομαι λίγο χρόνο ακόμα, Βαλέρια, ψέλλισε. Η φωνή του δεν είχε ίχνος από τον άντρα που γνώριζε. Ήταν μια φωνή περίεργα απόμακρη, παγωμένη. Η Εύα… είναι καλός άνθρωπος. Δεν της αξίζει να το μάθει έτσι, σαν χτύπημα στην πλάτη.
– Ο χρόνος σου τελείωσε, απάντησε κοφτά η Βαλέρια, και ο ήχος από τα τακούνια της ακούστηκε σαν αντίστροφη μέτρηση. Ή εκείνη και η φτώχεια, ή εγώ και το μέλλον σου. Διάλεξε.

Η Εύα δεν θυμόταν πώς ακριβώς κατάφερε να φύγει από το κτίριο χωρίς να την αντιληφθεί κανείς. Τα πόδια της ήταν βαριά, το κεφάλι της γύριζε και το στήθος της ήταν τόσο σφιγμένο που κάθε ανάσα έμοιαζε με μαχαιριά. Βγήκε στον δρόμο τρέχοντας, αφήνοντας το κουτί με το φαγητό να πέσει στα σκουπίδια.

Το ίδιο βράδυ, δεν γύρισε στο σπίτι. Δεν πήρε καν τηλέφωνο. Αντί γι’ αυτόν, ένας κούριερ χτύπησε το κουδούνι και της παρέδωσε έναν μικρό, λευκό φάκελο. Μέσα υπήρχε ένα κομμάτι χαρτί, με λίγες γραμμές γραμμένες βιαστικά.

“Εύα, συγχώρεσέ με αν μπορείς. Δεν είμαι ο άντρας που ονειρεύτηκες, ούτε αυτός που χρειάζεσαι. Ο κόσμος εκεί έξω είναι σκληρός, ανταγωνιστικός, και η αγάπη, δυστυχώς, δεν φτάνει για να επιβιώσεις και να πετύχεις. Πρέπει να κοιτάξω το μέλλον μου πριν είναι αργά. Μην προσπαθήσεις να με ψάξεις. Αντίο”.

Δεν υπήρχαν δάκρυα στα μάτια της Εύας εκείνη τη νύχτα. Η απόγνωση ήταν τόσο μεγάλη που ξεπέρασε το στάδιο του κλάματος. Ένας βουβός, εκκωφαντικός θόρυβος κατέκλυσε το μυαλό της, σαν να έβλεπε σε ζωντανή μετάδοση την κατάρρευση ενός ολόκληρου κόσμου. Η φωτιά που έκαιγε μέσα της για εκείνον, η τρυφερότητα και η πίστη, έσβησαν ακαριαία, αφήνοντας πίσω τους μόνο ένα παχύ, πνιγηρό στρώμα από κρύα, μαύρη στάχτη.

Την επόμενη κιόλας μέρα, με το πρώτο φως του ήλιου, η Εύα μάζεψε τη ζωή της σε δύο βαλίτσες. Δεν πήρε μαζί της τίποτα που να της θυμίζει τις μέρες της ευτυχίας τους. Άφησε πίσω της το λευκό νυφικό της, κρεμασμένο στην πόρτα της ντουλάπας, να στέκει εκεί σαν φάντασμα μιας ζωής που δεν θα ζούσε ποτέ, σαν ένα βουβό μνημείο προδοσίας. Πήρε το πρώτο πρωινό τρένο για την Αθήνα, κοιτάζοντας από το παράθυρο την πόλη να απομακρύνεται μέσα στην πρωινή ομίχλη.

Τα πρώτα τρία χρόνια στην πρωτεύουσα ήταν ένας αληθινός εφιάλτης επιβίωσης και μοναξιάς. Χωρίς φίλους, χωρίς κεφάλαιο, χωρίς καμία υποστήριξη, η Εύα αναγκάστηκε να δουλεύει ασταμάτητα, πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Τις ημέρες εργαζόταν ως χαμηλόμισθη υπάλληλος σε μια μικρή, εταιρεία εσωτερικής διακόσμησης, υπομένοντας τις ιδιοτροπίες των αφεντικών, και τις νύχτες, κλεισμένη στο γεμάτο υγρασία δωμάτιό της, σχεδίαζε μέχρι το ξημέρωμα τα δικά της έπιπλα, τις δικές της γραμμές, τις δικές της ιδέες.

Κάθε φορά που η σωματική κούραση την λύγιζε, κάθε φορά που τα μάτια της έκλειναν από την εξάντληση και ένιωθε την ανάγκη να καταρρεύσει και να κλάψει για όλα όσα έχασε, έφερνε στο μυαλό της εκείνο το σημείωμα. Κάθε λέξη του είχε καρφωθεί στο μυαλό της΅«Η αγάπη δεν φτάνει για να επιβιώσεις.»
– Θα σου δείξω εγώ τι φτάνει, Στέφανε, ψιθύριζε με φωνή γεμάτη αποφασιστικότητα.

Ο πόνος, σιγά-σιγά, με το πέρασμα των μηνών και των ετών, άρχισε να μετουσιώνεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έπαψε να είναι πληγή και έγινε μια απροσπέλαστη πανοπλία. Η ευαίσθητη, ρομαντική κοπέλα που πίστευε στα παραμύθια και στις αιώνιες υποσχέσεις πέθανε οριστικά εκείνο το βράδυ της προδοσίας. Στη θέση της γεννήθηκε, μέσα από τις στάχτες, μια γυναίκα φτιαγμένη από καθαρό ατσάλι και πάγο.

Στα πέντε χρόνια, έχοντας μαζέψει με τεράστιες θυσίες ένα μικρό κεφάλαιο και έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη μερικών σημαντικών πελατών, η Εύα έκανε το μεγάλο βήμα: άνοιξε το δικό της σχεδιαστικό γραφείο. Το στυλ της ήταν μοναδικό, εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε κυκλοφορούσε στην αγορά. Ήταν μινιμαλιστικό, καθαρό, με αυστηρές γεωμετρικές γραμμές, αλλά ταυτόχρονα έκρυβε μια υποδόρια, ηλεκτρική ένταση που μαγνήτιζε αμέσως το βλέμμα. Άρχισε να αναλαμβάνει μεγάλα έργα, να κερδίζει εγχώρια και διεθνή βραβεία, να βλέπει το όνομά της στα πιο έγκριτα περιοδικά αρχιτεκτονικής.

Στα οκτώ χρόνια, η εταιρεία της, η οποία μετονομάστηκε σε “Aera Designs”, είχε εξελιχθεί σε έναν κολοσσό στον χώρο του luxury design και της premium αρχιτεκτονικής εσωτερικών χώρων, με γραφεία στην Αθήνα και συνεργασίες στο Μιλάνο και το Λονδίνο.

Η Εύα δεν ήταν πια η αδύναμη κοπέλα με τη φθαρμένη ομπρέλα και τα λασπωμένα παπούτσια. Ήταν μια εκθαμβωτική, απροσπέλαστη και πανίσχυρη επιχειρηματίας. Φορούσε πλέον την αυτοπεποίθηση σαν το πιο ακριβό της κόσμημα. Το βλέμμα της είχε τη δύναμη να παγώσει ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο άντρες της αγοράς, και το χαμόγελό της, αν και γοητευτικό, ήταν πάντα μετρημένο, κρύβοντας επιμελώς τα πραγματικά της συναισθήματα και τα χαρτιά της.

Όμως, παρά την ιλιγγιώδη επαγγελματική της επιτυχία και τα πλούτη, η προσωπική της καρδιά παρέμενε μια παγωμένη έρημος. Πολλοί άντρες προσπάθησαν να την πλησιάσουν, να σπάσουν το τείχος του πάγου που την περιέβαλλε, να κερδίσουν μια θέση στη ζωή της. Κανείς δεν τα κατάφερε ποτέ να προχωρήσει πέρα από την επιφάνεια.
– Είσαι σαν τον αέρα, Εύα, της είχε πει κάποτε ένας σύντροφος, ένας από τους ελάχιστους που είχαν περάσει μια νύχτα μαζί της. Περνάς από δίπλα μας, μας κάνει να ανατριχιάζουμε, μας μαγνητίζεις, αλλά στο τέλος δεν μπορεί να σε κρατήσει, ούτε να σε φυλακίσει κανείς στην αγκαλιά του.
– Ο αέρας δεν φυλακίζεται, ούτε ανήκει σε κανέναν, είχε απαντήσει εκείνη ψυχρά, χωρίς καν να γυρίσει το κεφάλι της για να τον κοιτάξει.

Δέκα χρόνια. Τόσος ακριβώς χρόνος χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η εσωτερική της διεργασία και η προετοιμασία. Η Εύα, όλο αυτό το διάστημα, δεν είχε ξεχάσει τίποτα. Παρακολουθούσε μεθοδικά, μέσα από έμπιστους συνεργάτες και οικονομικές αναφορές, την πορεία της ζωής και της καριέρας του Στέφανου.

Εκείνος είχε παντρευτεί τη Βαλέρια Δημητριάδη λίγους μήνες μετά τη φυγή της Εύας, σε έναν γάμο που είχε γίνει το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Είχε γίνει αμέσως διευθύνων συνέταιρος στην τεράστια κατασκευαστική εταιρεία του πεθερού του. Όμως, η μοίρα έχει τον δικό της τρόπο να ισορροπεί τα πράγματα.

Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με κάποιες καταστροφικές επενδύσεις του Στέφανου και τη διάχυτη διαφθορά που μάστιζε την εταιρεία, είχαν φέρει την αυτοκρατορία των Δημητριάδη στα πρόθυρα της απόλυτης χρεοκοπίας. Οι τράπεζες πίεζαν, τα χρέη πνίγουν την επιχείρηση, και ο Στέφανος ήταν πλέον σε κατάσταση απόγνωσης. Χρειαζόταν απεγνωσμένα ένα τεράστιο έργο, μια οικονομική σανίδα σωτηρίας που θα έσωζε το όνομά του από τον απόλυτο διασυρμό.
Και τότε, η Εύα κατάλαβε πως η στιγμή που περίμενε δέκα ολόκληρα χρόνια, είχε επιτέλους φτάσει.

Η “Aera Designs” εξέδωσε μια επίσημη, θορυβώδη ανακοίνωση στον τύπο: την έναρξη ενός γιγαντιαίου project στην παλιά της πόλη. Επρόκειτο για την πλήρη ανακατασκευή, τον εκσυγχρονισμό και τον μετασχηματισμό ενός ιστορικού, εγκαταλελειμμένου βιομηχανικού συγκροτήματος σε ένα υπερσύγχρονο πολιτιστικό, τουριστικό και εμπορικό κέντρο. Ήταν το έργο της δεκαετίας για την περιοχή, με έναν προϋπολογισμό που άγγιζε πολλά εκατομμύρια ευρώ.

Η Εύα επέστρεψε στην πόλη της νιότης της μια ηλιόλουστη Πέμπτη. Καθόταν στο πίσω κάθισμα μιας ολοκαίνουργιας, μαύρης Mercedes, φορώντας ένα πανάκριβο λευκό κοστούμι που τόνιζε την άψογη σιλουέτα της, και μεγάλα, μαύρα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν το βλέμμα της.

Καθώς το πολυτελές αυτοκίνητο περνούσε αργά από τους γνώριμους, στενούς δρόμους όπου κάποτε περπατούσε με τρύπια παπούτσια και την καρδιά γεμάτη ελπίδες, δεν ένιωσε ίχνος νοσταλγίας ή λύπης. Μόνο μια παγωμένη, απόλυτη ικανοποίηση.

Η ώρα της κρίσης είχε αρχίσει.

Το ίδιο κιόλας βράδυ, διοργάνωσε ένα αυστηρά κλειστό γκαλά στην κεντρική αίθουσα του πιο ακριβού ξενοδοχείου της πόλης, προκειμένου να παρουσιάσει τις προδιαγραφές και τους όρους του διαγωνισμού για την ανάληψη του έργου στους κορυφαίους επιχειρηματίες και αρχιτέκτονες της περιοχής.
Ήξερε πολύ καλά ότι ο Στέφανος θα ήταν εκεί. Είχε φροντίσει προσωπικά, με μια κίνηση γεμάτη ειρωνεία, να του σταλεί μια VIP πρόσκληση με το όνομά του.

Η Εύα στεκόταν σχεδόν στο κέντρο του χώρου, κρατώντας ένα κρυστάλλινο ποτήρι με σαμπάνια. Ήταν περιτριγυρισμένη από τοπικούς παράγοντες, δημάρχους και επιχειρηματίες που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κερδίσουν την προσοχή και την εύνοιά της.

Και τότε, η πόρτα άνοιξε και τον είδε να μπαίνει.

Ο Στέφανος στεκόταν κοντά στην είσοδο, κοιτάζοντας γύρω του με μια εμφανή αμηχανία. Ήταν ακόμα ένας πολύ όμορφος άντρας, όμως η πάροδος του χρόνου, οι τύψεις και το καθημερινό, εξοντωτικό άγχος είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους πάνω του. Υπήρχαν πλέον έντονες γκρίζες τρίχες στους κροτάφους του, βαθιές γραμμές γύρω από τα μάτια του και οι ώμοι του ήταν ελαφρώς κυρτωμένοι, σαν να κουβαλούσε ένα αόρατο, ασήκωτο βάρος.

Δίπλα του, η Βαλέρια, ντυμένη με μια υπερβολικά φορτωμένη, φανταχτερή τουαλέτα και βαριά κοσμήματα που φώναζαν για προσοχή, κοιτούσε το πλήθος με έναν εμφανή εκνευρισμό και καχυποψία.

Η Εύα στράφηκε και τον κοίταξε σταθερά, χωρίς να ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά της. Όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν μέσα στο πλήθος, ο Στέφανος πάγωσε στην κυριολεξία. Το ποτήρι με το ποτό που κρατούσε στο δεξί του χέρι έτρεμε ελαφρά, κάνοντας τον πάγο να χτυπά στα τοιχώματα. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την απόλυτη έκπληξη, τη δυσπιστία και, αμέσως μετά, από κάτι που έμοιαζε με έναν ξαφνικό, βαθύ, ηλεκτρικό πόθο.
Η απλή, φτωχή κοπέλα που είχε εγκαταλείψει και προδώσει για τα χρήματα, ήταν πλέον μια βασίλισσα που κρατούσε το μέλλον του στα χέρια της.

Η Εύα του χάρισε ένα πολύ αργό, αινιγματικό και σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο. Δεν έκανε την παραμικρή κίνηση να τον πλησιάσει ή να τον χαιρετήσει. Περίμενε με απόλυτη υπομονή. Ήξερε πολύ καλά τους νόμους της φύσης: η φωτιά πάντα ελκύεται μοιραία από το οξυγόνο, ακόμα κι όταν αυτό πρόκειται να την σβήσει.

Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά πριν ο Στέφανος εκμεταλλευόμενος μια στιγμή που η Βαλέρια μιλούσε με έναν γνωστό της, ξεφύγει από το πλευρό της γυναίκας του και κατευθυνθεί προς το μέρος της Εύας, περπατώντας σχεδόν υπνωτισμένος.
– Εύα; η φωνή του όταν έφτασε κοντά της ήταν ένας χαμηλός ψίθυρος. Είσαι… είσαι πραγματικά εσύ; Δεν μπορώ να το πιστέψω!
Η Εύα στράφηκε προς το μέρος του με μια κίνηση γεμάτη σχεδιασμένη χάρη, αφήνοντας το άρωμά της να τον τυλίξει.
– Καλησπέρα Στέφανε, είπε. Πέρασε πολύς καιρός. Δέκα χρόνια, αν δεν κάνω λάθος. Χαίρομαι που σε βλέπω.
– Είναι απίστευτο!, είπε εκείνος, κοιτάζοντάς την από πάνω μέχρι κάτω με μάτια που σπίθιζαν. Είσαι εκθαμβωτική, Εύα. Άλλαξες τόσο πολύ… Έγινες μια άλλη γυναίκα.
– Ο χρόνος και οι εμπειρίες μάς αλλάζουν όλους, απάντησε εκείνη με ένα βαθύ, γεμάτο νόημα βλέμμα, στρέφοντας για μια φευγαλέα στιγμή τα μάτια της προς τη μεριά της Βαλέριας, η οποία τους παρατηρούσε από μακριά με έντονη καχυποψία και θυμό. Κάποιους ανθρώπους ο χρόνος τους αλλάζει προς το καλύτερο, τους δυναμώνει… και κάποιους άλλους, τους οδηγεί προς το αναπόφευκτο τέλος τους.

Ο Στέφανος κατάπιε με δυσκολία το σάλιο του, νιώθοντας έναν κόμπο στον λαιμό.
– Εύα, ξέρω τι σκέφτεσαι. Πρέπει να μιλήσουμε οπωσδήποτε οι δυο μας. Για τότε. Για το παρελθόν. Χρωστάω εξηγήσεις.
– Το παρελθόν ανήκει στο παρελθόν και δεν αλλάζει, είπε η Εύα, αγγίζοντας για μια ελάχιστη στιγμή, με την άκρη των δαχτύλων της, τον ώμο του, ένα άγγιγμα τόσο φευγαλέο και παγωμένο που τον έκανε να ανατριχιάσει ολόκληρος. Τώρα είμαστε μεγάλοι άνθρωποι και είμαστε εδώ αποκλειτικά για δουλειές. Και έχω την έντονη αίσθηση, ότι η κατασκευαστική σου εταιρεία χρειάζεται αυτό το νέο μου έργο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο αυτή τη στιγμή.
– Ναι, είναι αλήθεια, παραδέχτηκε εκείνος, με τα μάτια του να καρφώνονται με πάθος στα δικά της. Αλλά για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, το έργο είναι το τελευταίο πράγμα που με νοιάζει πραγματικά.

Η Εύα χαμογέλασε εσωτερικά, νιώθοντας μια παγωμένη ικανοποίηση να απλώνεται στο στήθος της. Το δόκανο είχε στηθεί με απόλυτη μαθηματική ακρίβα. Και το ανυποψίαστο θήραμα είχε ήδη κάνει το πρώτο, μοιραίο βήμα προς την καταστροφή του.

Νατάσα Ξαγοράρη

Συνεχίζεται…

One response to “Φωτιά και αέρας – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading