Οι άνθρωποι που δεν έγιναν ποτέ εμείς

Η μουσική ήταν τόσο δυνατή που σκέπαζε τις φωνές των ανθρώπων. Γύρω της όλοι γελούσαν, τσούγκριζαν ποτήρια και χόρευαν ξυπόλυτοι γύρω από την πισίνα σαν εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ να μην είχε σκοπό να τελειώσει ποτέ.

Η μυρωδιά του χλωρίου ανακατευόταν με το άρωμα των λουλουδιών και του καλοκαιρινού αέρα. Τα λαμπάκια που κρέμονταν πάνω από τα τραπέζια καθρεφτίζονταν στο νερό, κάνοντας την επιφάνεια της πισίνας να μοιάζει με ουρανό γεμάτο αστέρια.

Εκείνη στάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο. Ίσιωσε ασυναίσθητα το φόρεμά της, πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε.
Δεν έψαχνε κανέναν, μέχρι που τον είδε…

Στεκόταν λίγα μέτρα απέναντί της. Φορούσε εκείνο το χαμόγελο που κάποτε είχε γίνει η αγαπημένη της συνήθεια και δίπλα του στεκόταν μια γυναίκα. Του ίσιωσε τον γιακά, του έπιασε το χέρι για μια στιγμή και του ψιθύρισε κάτι που χάθηκε μέσα στη μουσική.

Εκείνος χαμογέλασε και μαζί με εκείνο το χαμόγελο ένιωσε την καρδιά της να σπάει σε χίλια κομμάτια.

Όχι γιατί υπήρχε μια άλλη γυναίκα δίπλα του… Προφανώς και όχι, αλλά γιατί κατάλαβε, με τον πιο σκληρό τρόπο, πως κάποιοι έρωτες δεν χάνονται όταν εμφανίζεται κάποιος τρίτος.

Χάνονται πολύ νωρίτερα… Τη μέρα που δύο άνθρωποι αγαπήθηκαν αρκετά για να φοβηθούν να το ζήσουν.

Έσφιξε το ποτήρι λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
«Είσαι καλά;», τη ρώτησε μια φίλη της
«Μια χαρά!»

Η πιο μικρή πρόταση είναι συνήθως και το μεγαλύτερο ψέμα.

Περπατούσε ανάμεσα στον κόσμο, όμως δεν έβλεπε κανέναν. Τα μάτια της επέστρεφαν συνεχώς στο ίδιο σημείο σαν να είχαν δική τους βούληση.

Εκεί… Σε εκείνον…

Προσπαθούσε να τον κοιτάζει διακριτικά, λες και φοβόταν μήπως την προδώσει η ίδια της η καρδιά.
Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Ο ίδιος τρόπος που έβαζε τα χέρια στις τσέπες όταν ένιωθε άβολα. Το ίδιο χαμόγελο που εμφανιζόταν λίγο στραβά, σαν να ντρεπόταν ακόμη και να γελάσει. Η ίδια συνήθεια να χαμηλώνει το βλέμμα όταν σκεφτόταν.

Μικρές λεπτομέρειες… Εκείνες που μόνο ένας άνθρωπος που έχει αγαπήσει πραγματικά μπορεί να θυμάται…

Κανείς δεν θα φανταζόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε μια ιστορία γιατί, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε ποτέ.

Δεν υπήρξαν ποτέ ζευγάρι. Δεν αντάλλαξαν ποτέ ένα φιλί. Δεν είπαν ποτέ το «σ’ αγαπώ» τη στιγμή που έπρεπε.

Κι όμως…

Υπήρχαν βλέμματα που κρατούσαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Σιωπές που έλεγαν περισσότερα από τις λέξεις. Μηνύματα που ξεκινούσαν για κάτι ασήμαντο και κατέληγαν να γράφονται μέχρι τα ξημερώματα, γιατί κανείς από τους δύο δεν ήθελε να είναι εκείνος που θα έστελνε τελευταίος ένα «καληνύχτα».

Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που μοιράζονται τα πάντα χωρίς να το έχουν συμφωνήσει ποτέ. Εκείνη του έστελνε φωτογραφίες όταν κατάφερνε κάτι σημαντικό. Εκείνος ήταν ο πρώτος που μάθαινε κάθε μικρή και κάθε μεγάλη επιτυχία της. Όταν κάτι πήγαινε στραβά, εκείνον έψαχνε. Όταν γελούσε με κάτι ανόητο, εκείνον ήθελε να κάνει να γελάσει.

Χωρίς να το καταλάβει, η καθημερινότητά της είχε αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από έναν άνθρωπο που δεν της ανήκε ποτέ και ίσως εκεί να κρυβόταν η πιο αληθινή μορφή του έρωτα.

Όχι στις μεγάλες δηλώσεις, αλλά στο ποιός γίνεται η πρώτη σου σκέψη όταν συμβαίνει το οτιδήποτε…

Η πρώτη φορά που τρόμαξε πραγματικά δεν ήταν όταν κατάλαβε πως τον αγαπούσε.Ήταν όταν έκλεισε μια μεγάλη επαγγελματική συμφωνία. Το κινητό της βρέθηκε σχεδόν μηχανικά στα χέρια της. Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε τη συνομιλία τους.
Έγραψε: «Τα κατάφερα!»
Το δάχτυλό της έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από την αποστολή.

Τότε κατάλαβε πως δεν ήθελε απλώς να το πει σε κάποιον. Ήθελε να το πει σε εκείνον. Μόνο σε εκείνον γιατί καμία χαρά δεν έμοιαζε ολοκληρωμένη αν δεν περνούσε πρώτα από τα δικά του μάτια.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως είχε ήδη χαθεί…

Ούτε εκείνος ήταν αθώος. Κάθε φορά που το τηλέφωνό του φωτιζόταν με το όνομά της, χαμογελούσε πριν καν διαβάσει το μήνυμα. Έβρισκε αφορμές να της μιλήσει. Να τη ρωτήσει αν έφαγε, αν γύρισε σπίτι, αν ξεκουράστηκε, αν τα κατάφερε…

Μικρές ερωτήσεις… Ασήμαντες για όλους τους άλλους. Πολύτιμες μόνο για εκείνους γιατί τέτοιες ερωτήσεις δεν τις κάνει κανείς από ευγένεια, τις κάνει μόνο όταν κάποιος έχει αρχίσει να γίνεται σπίτι…

Μόνο που κανείς από τους δύο δεν τόλμησε ποτέ να κάνει το τελευταίο βήμα. Εκείνη φοβόταν ότι μια εξομολόγηση θα τον απομάκρυνε. Εκείνος φοβόταν πως, αν άφηνε την καρδιά του να μιλήσει, θα άλλαζε για πάντα τις ζωές τους.

Έτσι έκαναν πάντα το ίδιο!

Ένα βήμα μπροστά. Δύο πίσω.
Μέχρι που ο χρόνος έκανε εκείνο που δεν τόλμησαν ποτέ οι ίδιοι, διάλεξε αντί για εκείνους…

Η νύχτα προχωρούσε, όμως για εκείνη ο χρόνος είχε σταματήσει.
Κάποια στιγμή εκείνος έμεινε μόνος. Η γυναίκα που ήταν μαζί του απομακρύνθηκε για λίγο.
Εκείνη το πρόσεξε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά τόσο δυνατά, που πίστεψε πως θα την ακούσουν όλοι.
Αποφάσισε να φύγει αλλά η έξοδος περνούσε ακριβώς δίπλα του.

Σήκωσε το βλέμμα. Την είδε…

Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε κανείς ανάμεσά τους. Μόνο λίγα βήματα και μια ζωή που δεν έζησαν ποτέ.

Πλησίασαν αργά… Ο ένας πέρασε δίπλα από τον άλλον. Οι ώμοι τους σχεδόν ακούμπησαν. Τα δάχτυλά τους συναντήθηκαν για μια στιγμή.

Μόλις για μια στιγμή…

Κανείς γύρω τους δεν το πρόσεξε. Για τους υπόλοιπους ήταν ένα τυχαίο άγγιγμα. Για εκείνους ήταν όλα όσα δεν είχαν τολμήσει να ζήσουν.

Εκείνος έκλεισε τα μάτια… Ήθελε να της πει να μείνει. Ήθελε να της πει πως κάθε φορά που το όνομά της εμφανιζόταν στην οθόνη του χαμογελούσε σαν μικρό παιδί. Πως κάθε φορά που γελούσε εκείνη, η μέρα του γινόταν καλύτερη. Πως την αγάπησε. Πως τη φοβήθηκε περισσότερο απ’ όσο την έζησε.

Αντί γι’ αυτό είπε μόνο: «Έφυγες νωρίς…»
Εκείνη χαμογέλασε θλιμμένα: «Αύριο ξυπνάω νωρίς…»

Ήξεραν και οι δύο πως ήταν ψέμα!

Ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι στον κόσμο που θα πίστευαν αυτή τη δικαιολογία.

Έμειναν να κοιτάζονται για λίγα δευτερόλεπτα. Δευτερόλεπτα που έμοιαζαν με χρόνια.

Στα μάτια τους υπήρχαν όλες οι συζητήσεις που δεν έγιναν…Όλα τα «σ’ αγαπώ» που δεν ειπώθηκαν. Όλα τα «μείνε» που πνίγηκαν από τον φόβο.

Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω…«Να προσέχεις…», ψιθύρισε. Δεν ήξερε αν το άκουσε… Ίσως δεν είχε σημασία. Γύρισε και έφυγε. Δεν κοίταξε πίσω γιατί ήξερε πως, αν το έκανε, δεν θα έβρισκε ποτέ τη δύναμη να συνεχίσει.

Έξω είχε αρχίσει να βρέχει. Σήκωσε το πρόσωπό της στον ουρανό και άφησε τις σταγόνες να κρύψουν τα δάκρυά της.

Μέσα στην αίθουσα, εκείνος έμεινε ακίνητος. Η γυναίκα επέστρεψε δίπλα του και του έπιασε το χέρι.

«Όλα καλά;»
Χαμογέλασε…«Ναι…»

Ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο ψέμα της ζωής του!
Το πρώτο είχε ειπωθεί χρόνια πριν. Τη μέρα που έπεισε τον εαυτό του πως μπορούσε να ζήσει χωρίς εκείνη.

Γιατί τελικά… Δεν είναι όλες οι μεγάλες ιστορίες εκείνες που έζησαν έναν μεγάλο έρωτα. Μερικές είναι εκείνες που δεν τον έζησαν ποτέ και ίσως η πιο σκληρή μορφή απώλειας δεν είναι να χάσεις τον άνθρωπο που αγάπησες.

Είναι να χάσεις τη ζωή που θα μπορούσες να είχες ζήσει μαζί του…
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν γίνονται ποτέ «εμείς» κι όμως μένουν για πάντα το μεγαλύτερο «αν» της ζωής μας…

Κατερίνα Μοχράνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading