Πρώτη επέτειος

Ήταν η πρώτη τους επέτειος! Η Άννα είχε ανοίξει το βιβλίο με τις συνταγές και είχε διαλέξει την αγαπημένη του άντρα της για να του κάνει έκπληξη. Τα υλικά που θα χρησιμοποιούσε ήταν έτοιμα στον πάγκο μπροστά της. Ένιωθε σίγουρη για τον εαυτό της αν και σπάνια μαγείρευε. Ένας χρόνος γάμου μόλις είχε κλείσει. Τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο προσεκτικά. Τι μπορούσε να πάει στραβά;

Το σπίτι ήταν πεντακάθαρο, όλη μέρα το ετοίμαζε. Ήθελε να λάμπει! Διάφορα κεριά ήταν διάσπαρτα αναμμένα στο σαλόνι και το καινούριο κόκκινο φόρεμα που πήρε για την περίσταση ήταν σιδερωμένο και κρεμασμένο στην πόρτα της ντουλάπας. Όπως έλεγε η συνταγή, έστρωσε λίγη από την σάλτσα που έφτιαξε στο πυρέξ, άπλωσε από πάνω μια στρώση λαζάνια και εναλλάξ έφτασε ως την μπεσαμέλ που της φάνηκε το πιο δύσκολο κομμάτι της συνταγής. Σταύρωσε το πυρέξ και το έβαλε στον φούρνο. Κοίταξε το ρολόι. Σε λιγότερο από μια ώρα θα γυρνούσε ο Χρήστος. Ακριβώς την ώρα που θα ήταν έτοιμο το φαγητό και θα μοσχοβολούσε όλο το σπίτι. Ένα γρήγορο μπάνιο έμενε να κάνει και να βάλει το νέο της φόρεμα. Ανυπομονούσε! Τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει την διάθεση. Μέχρι που πήρε τηλέφωνο η μαμά της.

«Οι άντρες δεν χαμπαριάζουν από αυτά», άρχισε πάλι να της λέει. «Κάτσε εσύ να κάνεις τόσο κόπο, να πλένεις, να καθαρίζεις, να μαγειρεύεις, να ετοιμάζεσαι και να νομίζεις ότι θα τα παρατηρήσει! Πήρες και φόρεμα και έσκασες τόσα λεφτά. Ο νους του θα είναι να στο βγάλει. Εκεί έχουν το μυαλό τους οι άντρες. Δεν ξέρω εγώ τόσα χρόνια με τον πατέρα σου; Πότε είδε όσα κάνω; Πότε είπε ένα μπράβο, ένα ευχαριστώ; Μην κάνεις τα λάθη που έκανα εγώ. Τι θα πει σε φροντίζει; Έτσι ήταν στις αρχές και ο πατέρας σου. Έτσι κάνουν όλοι και μετά γίνεσαι δούλα στο άψε σβήσε. Ναι, δεν είναι έτσι ο Χρήστος. Ας γελάσω! Όλοι ίδιοι είναι! Εγώ για το καλό σου το λέω. Για να μην χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο μετά. Δεν είδες την ξαδέρφη σου την Τασούλα; Τρία χρόνια γάμου και την έχει κάνει τάρανδο. Άντρες, παιδί μου! Ευτυχώς που ο ακατονόμαστος έχει καλή δουλειά και βγάζει λεφτά. Γιατί κάθεται ακόμα μαζί του νομίζεις; Την ορμήνεψε η μάνα της όπως ορμηνεύω και εγώ εσένα. Περίμενε να πιάσεις και κανένα παιδί εκεί να δεις μετά! Κι αν βάλεις και κανένα κιλό ούτε να σε κοιτάξει δεν θα γυρνά! Άκου με, κόρη μου, ξέρω εγώ. Κάνε την ζωή σου εσύ γιατί και αυτός την δική του θα κάνει. Μην ακούς στον γάμο είσαστε ένα, αυτά μένουν στα βιβλία του παπά, κανείς δεν τα τηρεί! Άκου με που τα έχω περασμένα!».

Μια ώρα μετά, η Άννα άκουσε κλειδί στην πόρτα. Πόση ώρα μιλούσε πάλι η μάνα της! Είδε τον Χρήστο να μπαίνει στο σπίτι με μια τεράστια ανθοδέσμη με τα αγαπημένα της λουλούδια. Τον κοίταξε και ίσα που τον έβλεπε από τους καπνούς! Τρέξανε και οι δύο στην κουζίνα και σβήσανε το φούρνο. Κάρβουνο το φαΐ! Να κλαίει απαρηγόρητη η Άννα μέσα στο καινούργιο κόκκινο φόρεμα. Ο Χρήστος άνοιξε τα παράθυρα και πέταξε το φαΐ στα σκουπίδια.

«Μέσα ή έξω;», της είπε και την φίλησε.

Εκείνη τον κοιτούσε απορημένη.

«Αγάπη μου, θες να παραγγείλουμε να φάμε μέσα ή να βγούμε σε κάποιο εστιατόριο που είσαι και τόσο όμορφη με το νέο σου φόρεμα;»

Η Άννα γέλασε και σκούπισε τα δάκρυά της. Έπιασε ξανά το τηλέφωνο που δεν είχε προλάβει να το κλείσει.

«Αντίο, μαμά. Θα φάμε έξω!»

Η μαμά της δεν έπεσε μέσα σε τίποτα από όσα είπε. Δύο χρόνια αργότερα, η Άννα και ο Χρήστος έκαναν ένα κορίτσι που είδε τους γονείς της να αγαπιούνται, να προσπαθούν, να είναι ειλικρινείς μέσα στον γάμο τους, να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να σπάνε τον κύκλο των προηγούμενων γενεών.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading