Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το νεκροκάρο του γυρολόγου

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Το νεκροκάρο του γυρολόγου

Του Σεραφείμ Αναστούλη
(Τεύχος Δεκεμβρίου, 1901, σελ. 11-17)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Ο κύριος Αναστούλης μας έστειλε ένα ακόμα υπέροχο διήγημα που η πλοκή του εκτυλίσσεται στην πατρίδα του, την Ελλάδα. Αυτή τη φορά, μας μιλάει για έναν μύθο ή για κάποιο πραγματικό πρόσωπο, δεν είναι ξεκάθαρο αυτό, αλλά σίγουρα η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα. Δεν γνωρίζουμε εδώ στο Weird Literature ποιες είναι οι ακριβείς συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων ενός χωριού της Ελλάδας, αν και υποπτευόμαστε ότι θα είναι πολύ απλοϊκές, ωστόσο μας προβλημάτισε η κατάσταση του χωριού που περιγράφει ο συγγραφέας.
Όσον αφορά τον γυρολόγο και το νεκροκάρο του, που αναφέρονται στον τίτλο του διηγήματος, θα διαπιστώσεις, αγαπητέ αναγνώστη, ότι πρόκειται για έναν κλασικό μεφιστοφελικό κακό, από αυτούς που έχουμε διαβάσει (και γράψει) πολλάκις εδώ στην Αγγλία, και όχι μόνο. Είναι ένα (ον; άνθρωπος; δαίμονας;) που κανείς μας δεν θα ήθελε να συναντήσει, γιατί δύσκολα θα μπορούσε να αντισταθεί στην πραμάτεια που κουβαλάει.
Κλαρκ Μέιχεμ

Πριν λίγους μήνες, μου διηγήθηκε κάποιος γνωστός μου, ναυτικός στο επάγγελμα, την περίπτωση ενός Έλληνα γυρολόγου, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος, αντίθετα από τους περισσότερους του επαγγέλματος, προσέφερε και μια ακόμα εξυπηρέτηση (εκτός των διαφόρων πραγμάτων που πουλούσε, φυσικά). Με συγκλόνισε και με προβλημάτισε η διήγηση του γνωστού μου, και αρχικά σκέφτηκα πως θα μπορούσε να είναι απλά ένας ακόμα μύθος της Ελλάδας, από αυτούς που άκουγα και εγώ σαν παιδί από την μητέρα και την γιαγιά μου. Όμως, τελικά αποφάσισα ότι θα άξιζε να γίνει και σε άλλες χώρες γνωστή αυτή η περίπτωση, και ποιος καλύτερος τρόπος υπάρχει από ένα διήγημα, το οποίο θα σας εξιστορήσω ευθύς αμέσως!

Στο χωριό Πετράδι, που βρίσκεται έξω από τη Λάρισα, κατοικούσαν λίγοι άνθρωποι, οι πιο πολλοί εκ των οποίων ήταν ηλικιωμένοι, που κάθονταν στις αυλές των μικρών πέτρινων σπιτιών τους, έπιναν το γάλα ή τον καφέ τους, έτρωγαν παξιμάδι ή τυρί, συζητούσαν, γελούσαν κάπου-κάπου και αναπολούσαν τις εποχές που το χωριό είχε περισσότερο κόσμο, εκείνοι και εκείνες ήταν νέοι και νέες που εργάζονταν στα χωράφια και εξέτρεφαν τα ζωντανά τους, ενώ παράλληλα πήγαιναν στο πανηγύρι είτε του Πετραδιού, είτε ενός άλλου χωριού, ή που έπαιρναν τα άλογα και τα κάρα τους και όδευαν κατά τη Λάρισα, αν χρειάζονταν προμήθειες που δε διέθεταν και δεν μπορούσαν να βρουν πιο κοντά. Μιλούσαν για τους έρωτές τους, για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους που σπάνια τα έβλεπαν, και μιλούσαν για τους πολέμους και τους Οθωμανούς και τους Βούλγαρους που αποτελούσαν μόνιμη απειλή και ενόχληση.

Όσοι από αυτούς μπορούσαν ακόμα να μετακινηθούν πήγαιναν σε ένα από τα δύο καφενεία στην κεντρική πλατεία, όπου ήταν και η μοναδική εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Χριστόφορο, στην οποία παρακολουθούσαν με ευλάβεια τη Θεία Λειτουργία, τις παρακλήσεις κλπ. Ενίοτε όσοι δε δυσκολεύονταν να πάρουν τη μαγκούρα ή και το άλογό τους για να απομακρυνθούν από την οικία τους έκαναν σύντομους περιπάτους στην πεδιάδα που απλωνόταν έξω από το χωριό.

Η ζωή κυλούσε αργά για αυτούς τους ανθρώπους, και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθότι σπάνια είχαν επισκέπτες, και ειδικά νέους ανθρώπους που ήξεραν και αγαπούσαν. Δεν υπήρχαν βλέψεις για κάτι παραπάνω, εκτός από μια ήσυχη καθημερινότητα και έναν εξίσου γαλήνιο θάνατο, για τον οποίο οι κάτοικοι του Πετραδιού παρακαλούσαν συχνά τον Άγιο Χριστόφορο: όπως εκείνος είχε κουβαλήσει τον μικρό Χριστό, έτσι να κουβαλήσει και εκείνους, αλλά όχι από την μια όχθη του ποταμού στην άλλη, παρά από την επίγεια ζωή σε αυτή του Κυρίου.

Ήταν μια εν μέρει κατανοητή, αλλά σίγουρα διαστρεβλωμένη άποψη, που οι ιερείς που είχαν περάσει από το χωριό προσπαθούσαν μάταια να αλλάξουν. Δεν είχαν λόγους να συνεχίσουν μέχρι τα πολύ βαθιά γεράματα, και μάλιστα εξέφραζαν συχνά αυτή την πεποίθησή τους όταν ήταν παρών ή παρούσα κάποιος που κόντευε να συμπληρώσει τον ένα αιώνα ζωής. Και το πιο αλλόκοτο, ή μάλλον το πιο στενάχωρο, ήταν το γεγονός πως και αυτοί οι υπερήλικες συμφωνούσαν, αποζητώντας ουσιαστικά μια λύτρωση από έναν βίο που δεν είχε να τους προσφέρει κάποια άλλη χαρά.

Κι όταν ο θάνατος ερχόταν για κάποιον από αυτούς, κανείς από τους επιζώντες δε φορούσε μαύρα, γιατί καλοδέχονταν το γεγονός με γονυκλισίες, γλυκά αρτοσκευάσματα και τραγούδια που μόνο μοιρολατρικά δεν ήταν. Για αυτούς, ο θάνατος έπρεπε να συμβεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ο μόνος λόγος που δεν έκαναν κάτι οι ίδιοι για αυτό ήταν γιατί θα θεωρούνταν μια πράξη αντιχριστιανική και θα τους περίμενε η Κόλαση.

Οπότε όταν ο μεγαλόσωμος μαυροντυμένος γυρολόγος με το μαύρο κλειστό κάρο, το γενειοφόρο και διάστικτο από σημάδια πρόσωπο, και τα σάπια δόντια ήρθε στο Πετράδι, αρχικά αντιμετωπίστηκε όπως κάθε ξένος: οι κάτοικοι δυσπιστούσαν, αλλά τον πλησίασαν, τον γνώρισαν (όσο τους άφησε, δηλαδή), του προσέφεραν κατάλυμα, τον κέρασαν φαγητό και γλυκό και κρασί, και του είπαν ο καθένας και η καθεμία την ιστορία τους. Εκείνος καλοδέχτηκε όλη την αγάπη που βρήκε, και τους είπε δικές του ιστορίες, ψεύτικες ως επί το πλείστον (ή αρκετά παραποιημένες, για να τους διασκεδάσει ή να τους λυπήσει, μέχρι και να τους φοβίσει λιγάκι). Ύστερα, τους έδειξε την άμαξά του και τους προσέφερε και αυτός ό,τι μπορεί να χρειάζονταν για τις δουλειές τους ή, κυρίως, για να κάνουν λίγο πιο ικανοποιητική την ζωή τους.

Όμως, ο κύριος αυτός, αν μπορούμε να τον πούμε κύριο, κατάλαβε πως είχε έρθει σε ένα μέρος που όχι μόνο δεν υπήρχε ανταγωνισμός για εκείνον, αλλά δεν υπήρχε θέληση ή, έστω, αληθινή, βαθιά πίστη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στο εν λόγω χωριό ήταν κατ’ ουσίαν παρατημένοι, και το Πετράδι, όσο όμορφο κι αν έδειχνε, στην πραγματικότητα ξέφτιζε και αποκτούσε ραγίσματα. Χανόταν, σαν τους ανθρώπους του. Κι αυτό ο συγκεκριμένος γυρολόγος ήξερε καλά πώς να το εκμεταλλευτεί.

Έδρασε στο Πετράδι σχεδόν πέντε χρόνια, αν και δεν έμενε μόνιμα. Έφευγε και ερχόταν. Έμενε για λίγο, έκανε ό,τι ήθελε και ξανάφευγε, για να μην τον πιάσουν. Για όταν ήταν να μείνει, είχε βρει δικαιολογία για να τον δέχονται ανάμεσά τους, και οι κάτοικοι του χωριού σύντομα τον θεωρούσαν έναν δικό τους άνθρωπο, ένα συγχωριανό τους. Μάλιστα, κάποιοι που είχαν αρχίσει να καταπέφτουν νοητικά «τον θυμούνταν από πολύ παλιά κι ήταν καλός τους φίλος».

Αυτός επισκεπτόταν κάθε σπίτι και περνούσε πολλές ώρες στα καφενεία, ενώ ακολουθούσε και όποιον του ζητούσε στις βόλτες του. Μιλούσε με όλους και με όλες, για όποιο θέμα ήθελαν ή για όποιο εκείνος τους σχολίαζε.

Το μόνο μέρος που απέφευγε ο γυρολόγος ήταν η εκκλησία, και κανένας κάτοικος δεν τον αμφισβήτησε και δεν τον πίεσε, ενώ, όταν ο ιερέας, που κάτι είχε καταλάβει, προσπάθησε να μεταπείσει τους άλλους και να αποδείξει τι διάβολος ήταν αυτός ο γυρολόγος, οι κάτοικοι τον έβαλαν στη θέση του: Άκου, παπά, ή σιωπάς ή θα σε διώξουμε, έτσι του είπαν, και εκείνος σιώπησε, κάτι που αργότερα μετάνιωσε με το χειρότερο τρόπο που θα μπορούσε: βάζοντας τέλος στη ζωή του, αφήνοντας πίσω του γυναίκα, παιδιά και εγγόνια να μαραζώνουν που είχαν χάσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικό τους άνθρωπο, αλλά και από την ντροπή της πράξης του.

Το βράδυ της 9ης Μαΐου, κατά την πρώτη φορά που ο γυρολόγος θα παρευρισκόταν στο πανηγύρι για τον Άγιο Χριστόφορο, εκμεταλλευόμενος το ότι ο παπάς έφυγε νωρίς με την γυναίκα του και πως το αεράκι ήταν σα γλυκό χάδι στο δέρμα, αποφάσισε να μιλήσει στους κατοίκους (οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν αρχίσει να μεθάνε), για μία ακόμα πραμάτεια που μπορούσε να τους προσφέρει, την πιο σημαντική, όπως τόνισε. Εκείνοι αγνόησαν τη μουσική που έπαιζαν οι Λαρισαίοι τραγουδιστές και κοίταξαν προς αυτόν. Τους είπε, λοιπόν, ότι στο νεκροκάρο του θα μπορούσαν να βρουν τη λύτρωση που αποζητούσαν, το μέσο που χρειάζονταν για να μεταβούν στην ζωή που κάποια στιγμή θα πήγαιναν ούτως ή άλλως.

Γιατί να το καθυστερείτε; τους ρώτησε με σοβαρότητα, πίνοντας από το κρασί τους. Φίλοι. Φίλες. Συγχωριανοί και συγχωριανές μου. Τι έχετε να περιμένετε; Ποιον αναμένετε να δείτε ξανά; Πού είναι όλοι αυτοί που ξέρετε, οι δικοί σας άνθρωποι; Αλλού! Σε άλλες πόλεις ή χωριά. Ίσως και σε άλλη χώρα. Μακριά από εδώ, από το Πετράδι. Από εσάς. Σας θυμούνται; Ίσως. Αν με ρωτάτε, όμως, δεν το πιστεύω. Λαμβάνετε γράμματα; Ναι, κατά καιρούς. Σε γιορτές, μάλλον, ε; Ήμουν σίγουρος. Είναι λυπηρά όλα αυτά που σας συμβαίνουν. Δεν θα έπρεπε να τα ζείτε, κανείς δεν πρέπει να τα ζει, εδώ που τα λέμε. Να σε ξεχνάνε τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου; Ανεπίτρεπτο! Κι όμως, συμβαίνει. Σε εσάς. Σας πονάει, το έχετε παραδεχτεί σε εμένα και στους εαυτούς σας. Ποιο το νόημα, όμως; Γιατί να συνεχίζετε να ζείτε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Ε; Γιατί;

Περίμενε την αντίδρασή τους: νεύματα κατανόησης• μάτια που δακρύζουν• χέρια που καλύπτουν το πρόσωπο ή που αγκαλιάζουν το μικροκαμωμένο κορμί• μύτες που παίρνουν βαθιές ανάσες• βλέμματα που εστιάζουν σε αυτόν ή μακριά από όλους• απαισιόδοξες σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό.

Ο γυρολόγος έλεγε: Τι σας προσφέρω, φίλες και φίλοι, συγχωριανοί και συγχωριανές μου; Μα φυσικά, μια ασφαλή, καθόλου επίπονη μετάβαση. Θα φύγετε από τούτη τη χώρα, που την έχετε ζήσει υπεραρκετά, δίχως να χρειαστεί να υποφέρετε άλλο. Θα πάτε εκεί που θέλετε, μακριά από την ταλαιπωρία που σας μαραζώνει. Δεν θα χρειάζεται να σας απασχολεί κάτι, πού είναι οι δικοί σας, γιατί σας έχουν ξεχάσει. Θα τους βλέπετε από εκεί (έδειξε τον ουρανό) και θα τους προσέχετε. Θα μπορείτε να τους επισκέπτεστε στον ύπνο τους, θα τους μιλάτε. Κι εκείνοι θα σας θυμούνται. Και θα σας απαντούν. Θα είστε μαζί, για πάντα.

Η νύχτα ήταν πανέμορφη και ζεστή, προμηνύοντας την άφιξη του ξέγνοιαστου καλοκαιριού, και η μουσική συνέχιζε, αφού κανείς δεν είπε σε αυτούς τους ξένους να σταματήσουν, και ο γυρολόγος δεν ήθελε να σταματήσουν, γιατί έκαναν χειρότερη την κατάσταση για τους κατοίκους του χωριού, καθώς η χαρούμενη μουσική ερχόταν σε αντίθεση με όσα έλεγε στους χωρικούς, μπερδεύοντάς τους, οδηγώντας τους εκεί που ήθελε. Το είχε ξανακάνει, άλλωστε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε σε ένα μέρος, έβρισκε υποψήφια θύματα (όπως σκεφτόταν αυτούς τους ανθρώπους), τα οδηγούσε στον θάνατο και έπαιρνε από αυτά ό,τι ήθελε, χρυσαφικά ή χρήματα, μα πάνω απ’ όλα την αξιοπρέπειά τους. Αυτό που δεν είχε ξαναβρεί ήταν τόσα πολλά θύματα στο ίδιο μέρος.

Σκεφτείτε το, τους είπε, καθώς έκλεινε την ομιλία του καθόταν ανάμεσά τους. Σκεφτείτε το και αύριο ξεκινάμε.

Και εκείνοι το έκαναν. Το σκέφτηκαν πριν κοιμηθούν, και ονειρεύτηκαν μια άλλη ζωή, παραδεισένια, όπου θα ήταν μαζί με τους δικούς τους. Και το αποφάσισαν.

Την επόμενη μέρα, πριν καλά-καλά χαράξει, οι ιδιοκτήτες του σπιτιού στο οποίο φιλοξενούνταν ο γυρολόγος, ένα ζευγάρι καλοκάγαθων ηλικιωμένων, αφού του προσέφεραν το καθιερωμένο πρωινό, του ζήτησαν να τους δώσει την ζωή που τους είχε τάξει. Εκείνος φρόντισε να πάνε μπροστά από όποια εικόνα ήθελαν (τον Άγιο Χριστόφορο διάλεξαν, φυσικά) και να ζητήσουν συγχώρεση. Το έπραξαν, κι ύστερα εκείνος πήγε πρώτα τον άνδρα στο νεκροκάρο του. Του είπε να ανοίξει ο ίδιος την πλαϊνή πόρτα, να μπει και να καθίσει, κάτι που ο χωρικός το έκανε υπάκουα. Μια κραυγή ακούστηκε, καθώς ο χωρικός τραυματίστηκε από τη δηλητηριασμένη καρφίτσα που υπήρχε στο μοναδικό κάθισμα, και η άμαξα τραντάχτηκε για λίγο. Ο γυρολόγος περίμενε, ώσπου τα πράγματα ηρέμησαν.
Ακολούθησε την ίδια διαδικασία και με τη σύζυγο.

Σιγά-σιγά, ήρθαν κι άλλοι και άλλες. Ή πήγε ο γυρολόγος σε αυτούς και αυτές. Σε όσους ή όσες είχαν αρχίσει να χάνουν τις νοητικές τους ικανότητες χρειάστηκε να επαναλάβει την προσφορά του, με το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο: δέχτηκαν.

Τα πτώματα ο γυρολόγος τα έθαβε κάθε φορά σε διάφορα σημεία στην πεδιάδα που απλωνόταν έξω από το χωριό. Προσπάθησε να μην είναι κοντινές οι αποστάσεις, για να μην τα ανακαλύψουν μέχρι να φύγει.

Ο ιερέας του χωριού παρατήρησε αμέσως ότι έλειπαν άνθρωποι από το εκκλησίασμα και προσπάθησε να μάθει ο ίδιος τι συνέβαινε. Έφτασε να «ανακρίνει» τον γυρολόγο, αλλά δεν κατάφερε να του αποσπάσει κάποια μαρτυρία.

Ένεκα που το χωριό δεν είχε χωροφύλακες, αναγκάστηκε να φύγει για τη Λάρισα, αλλά έκανε το λάθος να το αναφέρει σε έναν χωρικό, ο οποίος το είπε στον γυρολόγο, με αποτέλεσμα εκείνος να φύγει για λίγο καιρό.

Όταν ήρθαν οι χωροφύλακες με μια απογραφή για τους κατοίκους, διαπίστωσαν ότι ο παπάς είχε δίκιο, έλειπαν πολλοί εξ αυτών, και μάλιστα είχαν χαθεί μυστηριωδώς, όπως και κάποια από τα πολύτιμα αντικείμενα που είχαν, αλλά, από τις ερωτήσεις που έκαναν στους εναπομείναντες, οι εκπρόσωποι του νόμου δεν έβγαλαν άκρη, καθώς οι χωρικοί μιλούσαν για κάποιον μαυροντυμένο γυρολόγο που ήταν συγχωριανός τους και τους έκανε χαρούμενους…

Ο παπάς, που οι τύψεις τον έζωναν πλέον, επέμεινε να συνεχίσουν τις έρευνες, και για λίγο αυτό έγινε, όμως και πάλι δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Χρειάστηκε να περάσουν μήνες για να ανακαλυφτούν τα πρώτα πτώματα, και μερικά χρόνια ακόμα ώσπου να βρουν και τα υπόλοιπα. Μα μέχρι τότε, το χωριό είχε ερημώσει, κι έτσι παραμένει μέχρι σήμερα.

Κάποτε, έξω από τη Λάρισα, υπήρχε ένα χωριό που ονομαζόταν Πετράδι. Ήταν ένα απλό μέρος, μικρό, αλλά με κατοίκους που ήταν γεμάτοι ζωντάνια. Όμως, τα χρόνια πέρασαν, άνθρωποι έφυγαν και δεν ξαναγύρισαν, και πλέον, αν κάποιος περάσει από εκεί τυχαία (μόνο για αυτόν το λόγο θα μπορούσε να πάει στο Πετράδι), θα βρει ένα ερημωμένο μέρος: άδεια σπίτια και στάβλους που μυρίζουν από καιρό νεκρά ζώα, και με μια εκκλησία που έχει υποστεί σοβαρές φθορές. Μπορεί να φοβηθεί με την ησυχία και την εγκατάλειψη, και το καλύτερο που θα έχει να κάνει είναι να φύγει αμέσως. Γιατί από εκεί είχε περάσει κάποτε και ένας γυρολόγος που ήταν σαγηνευτής και πουλούσε θάνατο στο νεκροκάρο του, και δεν τον έπιασαν ποτέ. Μπορεί να κυκλοφορεί ακόμα εκεί έξω.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Σεραφείμ Αναστούλης γεννήθηκε το 1856 στην Τρίπολη, όμως ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Από μικρός έδειξε μεγάλη αγάπη για τα παραμύθια του τόπου του, αλλά και για ιστορίες που έλεγαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading