«Η μαμά είμαι, μην τρομάξεις, κορίτσι μου. Έπεσα και χτύπησα το πόδι μου. Αχ, πουλάκι μου, έλα γρήγορα, υποφέρω!»
«Ρε, μαμά! Ευτυχώς που έχω ρεπό σήμερα! Έρχομαι αμέσως!»
«Όσο πιο γρήγορα μπορείς!»
Έκλεισε το τηλέφωνο η κυρία Τασία και έβγαλε μια δυνατή κραυγή.
«Είστε καλά;», φώναξε αγχωμένος ο νεαρός από το σαλόνι.
«Αχ, τι έπαθα! Έλα, παιδί μου, να με βαστάξεις! Δεν μπορώ να περπατήσω!»
«Μα τι πάθατε;»
«Να, εδώ, έψαχνα να βρω τα λεφτά να σε πληρώσω και γλίστρησα. Τι το ήθελα και εγώ το σκαλοπάτι στην κουζίνα. Αχ, πονάω πολύ! Βοήθησέ με να κάτσω στην πολυθρόνα, σε παρακαλώ».
«Φυσικά. Ελάτε, σιγά σιγά», έπιασε την γυναίκα από τον ώμο και την βοήθησε να περπατήσει μέχρι το σαλόνι.
«Σε καθυστερώ τώρα από την δουλειά σου…»
«Μην το συζητάτε, είναι δυνατόν; Εδώ θα κάτσω μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο»
«Το ποιο;», έβγαλε πάλι μια κραυγή η κυρία Τασία μέχρι να σκεφτεί τι θα πει στην συνέχεια. «Πόσο τυχερή ήμουν που είσαι εδώ, νεαρέ μου! Τόσο καλό και ευγενικό και όμορφο παιδί δεν έχω ξαναδεί. Δεν μου λες, εδώ κοντά μένεις;»
«Όχι, αλλά δεν μένω και μακριά. Απλά έπιασα δουλειά στο μαγαζί στην γωνία»
«Ελπίζω να μην νομίζεις ότι είμαστε τίποτα ανοικοκύρευτες επειδή παρήγγειλα φαγητό από έξω. Απλά κάποιες φορές είναι πιο εύκολο, καταλαβαίνεις»
«Εννοείται, δεν κρίνω φυσικά. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό»
«Να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Ξέρουμε να μαγειρεύουμε και μάλιστα έχουμε ρίζες από την Σμύρνη και τα φαγητά μας είναι φημισμένα. Εσύ από πού έχεις καταγωγή, παιδί μου; Και πόσο χρονών είσαι;»
«Το ασθενοφόρο το πήραμε;»
«Ναι, δεν το θυμάσαι; Σε λίγα λεπτά θα είναι εδώ! Μην αγχώνεσαι. Για πες…»
«Από Κρήτη έχω καταγωγή, σπουδάζω εδώ και παράλληλα εργάζομαι για να μην επιβαρύνω τους γονείς μου. Στο τελευταίο έτος είμαι»
«Πολύ με συγκίνησες τώρα! Πολύ μου αρέσει η Κρήτη! Για διακοπές είναι ό,τι πρέπει! Μπράβο, παλικάρι μου, που είσαι τόσο εργατικός. Να σε χαίρεται η οικογένειά σου. Και η κοπέλα σου!», σκούπισε τα μάτια της και με πλάγιο βλέμμα περίμενε να ακούσει την απάντησή του.
«Μόνος είμαι, ατύχησα με τις προηγούμενες σχέσεις μου. Εύχομαι όμως να βρω μια κοπέλα να ταιριάζουμε, να θέλει και εκείνη να κάνει κάποια στιγμή οικογένεια»
«Η ευχή σου, ευχή μου, παιδί μου!»
«Νιώθετε καλύτερα;»
«Λίγο ακόμα και θα πετάω, μην ανησυχείς! Είμαι γερή κράση εγώ. Πάρε στο μαγαζί να ειδοποιήσεις ότι καθυστέρησες για να βοηθήσεις μια ανυπεράσπιστη, κομψή, μόνη κυρία. Δεν θέλω να βρεις κανένα μπελά. Πιστεύω θα καταλάβουν»
«Μην ανησυχείτε. Δεν φεύγω μέχρι να έρθει βοήθεια»
«Νομίζω ότι ήρθε!», άκουσε το κλειδί στην πόρτα και ανακάθισε.
«Μαμά; Είσαι καλά;» μπήκε μέσα φουριόζα η κόρη της και έτρεξε κοντά της.
«Κόρη μου! Αχ τι έπαθα! Ευτυχώς που είχα παραγγείλει φαγητό και έτυχε, το τονίζω, να είναι εδώ αυτός ο εξαίρετος νέος, ο οποίος δεν σκέφτηκε στιγμή να φύγει και να με αφήσει μόνη μου. Αυτή η ευγένεια, κόρη μου, σπανίζει στις μέρες μας. Αχ, δεν σας σύστησα. Ο Ιάκωβος και η Χρυσούλα μου. Αχ, για καθίστε δίπλα δίπλα. Μα τι ταιριαστοί που είστε!»
«Σε ευχαριστώ πολύ…», είπε αμήχανα η κοπέλα στον νεαρό. «Πονάς ακόμα, μανούλα;», έριξε ένα βλέμμα που θύμιζε υπόσχεση δολοφονίας στην μάνα της.
«Σαν να νιώθω καλύτερα τώρα που είσαι εδώ. Τι άλλο θέλει άλλωστε μια μάνα; Να δει το παιδί της ευτυχισμένο. Βέβαια, τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως και να πεθαίνω… Νιώθω κάτι τσιμπήματα στην καρδιά. Ιάκωβε…»
«Λιποθύμησε;»
«Μια χαρά είναι η κύρια Τασία. Είναι γάτα αυτή! Εφτάψυχη!»
«Θα σου δώσω το τηλέφωνό μου. Θα ήθελα να μάθω ότι είναι καλά η μητέρα σου. Αν δεν σε πειράζει»
«Ε… ναι, φυσικά. Σε ευχαριστώ πολύ»
«Πρέπει να επιστρέψω στην δουλειά. Νιώθω σίγουρος τώρα που είσαι εσύ εδώ. Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα. Έστω και έτσι…»
«Και εγώ χάρηκα είναι η αλήθεια»
«Και αν θες κάποια στιγμή στείλε μου μήνυμα. Θα ήθελα να βγούμε για φαγητό»
«Δεχόμαστεεεεεε!», φώναξε η λιπόθυμη κυρία Τασία.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
