Το μισιακό

Η Φαίη στάθηκε να πάρει ανάσα και έφερε τον πήχη της στο νοτισμένο από τον ιδρώτα μέτωπό της για να το σφουγγίσει. Η μυρωδιά των ξερών φρυγάνων ανακατεμένη με το αγίοκλημα την έκανε να χαμογελάσει. Κοίταξε τις χαμηλές πλαγιές στα χρώματα της σκουριάς με τα διάσπαρτα κεραμόσκεπα σπίτια και γαλήνευσε. Σε λίγες μέρες θα έμπαινε ο Αύγουστος και το χωριό θα πλημμύριζε από κόσμο, όπως κάθε χρόνο, και τότε εκείνη θα έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Θα έμενε ή θα έφευγε με όλους αυτούς;

Αναστέναξε και πήρε να ανεβαίνει με γοργό ρυθμό τη μικρή ανηφόρα που κατέληγε στο παλιό πέτρινο σπίτι με τα κόκκινα παντζούρια. Ένα μικρό σαραβαλιασμένο αμάξι στεκόταν έξω από την πόρτα με το πορτμπαγκάζ ανοιχτό. Ποιος να ήταν; Να είχε έρθει κανένα από τα ξαδέρφια της; Το στόμα της στράβωσε με απορία. Αυτοί λυσσάξανε ότι δεν το θέλουν το σπίτι και την πιέζουν να το πουλήσουν, λες και θα σωζόταν με μερικές χιλιάδες ευρώ. Μακάρι να τα είχε αυτά τα λεφτά να τους τα έδινε να ησύχαζε! σκέφτηκε βλέποντας την πόρτα ορθάνοιχτη.

Κάτι ακούστηκε να σπάει από μέσα και πράγματα να πέφτουν. Κοίταξε γύρω της σαστισμένη. Το σπίτι ήταν απομακρυσμένο από τον κεντρικό οικισμό και σπάνια περνούσε κάποιος από εκείνον τον δρόμο. Να ήταν κλέφτες; Τόσα και τόσα σπίτια είχαν ανοίξει τον τελευταίο χρόνο… Πλησίασε επιφυλακτικά όταν άκουσε ομιλίες και περίεργους ήχους από το σπίτι. Άρπαξε το πλεκτό ξεσκονιστήρι για τα χαλιά που είχε αφήσει στην αυλή και μπούκαρε ουρλιάζοντας για να τους τρομάξει.

Μια γυναικεία τσιρίδα της έκοψε τη φόρα. Η Φαίη ανοιγόκλεισε τα μάτια της σαστισμένη. Ένας γυμνός μελαχρινός άντρας μισοέκρυβε την κοπέλα που προσπαθούσε να ηρεμήσει από την τρομάρα μισοκαλυμμένη πίσω του.

«Θα στέκεσαι για πολύ ακόμη εκεί;», τη ρώτησε με αναίδεια ο άντρας, «ή μήπως θέλεις να μπεις;», πρόσθεσε σαρώνοντας με το βλέμμα του το κορμί της σα να προσπαθούσε να τη γδύσει. Η Φαίη δεν πτοήθηκε, κοίταξε με απαξίωση προς το μόριο του που ορθωνόταν ακόμη και κλώτσησε το σορτς που ήταν πεταμένο στο πάτωμα προς το μέρος τους, ενώ τα χέρια της σφίχτηκαν πάνω στο κοντάρι του ξεσκονόπανου.

«Ποιοι είστε και τι δουλειά έχετε στο σπίτι μου;», φώναξε άγρια.

Ο άντρας άφησε έναν καγχασμό να του ξεφύγει και φόρεσε το σορτς του όσο πιο αργά μπορούσε καρφώνοντάς τη με το βλέμμα του πίσω από τη φράντζα του, που κάλυπτε τα μάτια του, ενώ μειδιούσε σαρδόνια. Η κοπέλα πίσω του, φανερά εκνευρισμένη, αντί να ντυθεί πήρε να συμμαζέψει τα μαλλιά της, ισιώνοντας τα με τα τεράστια νύχια της βαμμένα σ’ ένα έντονο φωσφοριζέ χρώμα.

«Λοιπόν, ποιοι είστε; Πώς μπήκατε μέσα;» έκρωξε η Φαίη.

«Μέσα σε όλα τα “προσόντα” σου είναι και η απονία!»

«Τι εννοείς;» είπε αδιάφορα η Φαίη καθώς έκλεινε το πορτάκι της μαντεμένιας στόφας. Ο Δημήτρης ξεροκατάπιε, καθώς η μυρωδιά της χορτόπιτας με το φύλλο που είχε ανοίξει πριν λίγη ώρα η Φαίη τον χτύπησε στα ρουθούνια.

«Να, επειδή με πήρε ο ύπνος…»

«Μμμ», συμφώνησε αδιάφορα η Φαίη.

«Μέχρι την επόμενη Παρασκευή, που θα περάσει το λεωφορείο για το Κεφαλοχώρι, δεν έχω άλλες προμήθειες…»

Η Φαίη έκανε έναν ήχο συναίνεσης, καθώς πήρε να κόβει μια ντοματοσαλάτα.
«Και να σκεφτόμουν αν μπορείς, μέχρι τότε…», εκείνη τον κοίταξε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της.

«Τι να μπορώ; Νόμιζα ότι οι κανόνες, που εσύ έθεσες, ήταν ξεκάθαροι. Ο καθένας τις προμήθειές του. Άλλωστε, αν θυμάμαι καλά, δε σου άρεσε η μαγειρική μου…». Η μυρωδιά της πίτας και οι ζουμερές ντομάτες που τεμάχιζε η Φαίη ύγραναν το στόμα του.

«Και σου κάνει καρδιά να μείνω νηστικός τόσες μέρες;»

«Δε θα έρθει ο γερανός να σου φτιάξει το λάστιχο;», ρώτησε και προσπάθησε να συγκρατήσει το σαρδόνιο μειδίαμά της, γιατί γνώριζε καλά την απάντηση, μιας και αυτή τους είχε πει να καθυστερήσουν, επίτηδες.

«Δε μπορεί, λέει, ακόμη. Σε τρεις μέρες…», έκανε θλιμμένα ο Δημήτρης.

«Εντάξει, θα αντέξεις τρεις μέρες χωρίς φαΐ…», είπε αδιάφορα η Φαίη και τοποθέτησε τη σαλάτα στη μέση του τραπεζιού. «Εκτός και αν…»

«Εκτός και αν;»

«Εκτός και αν θέλεις να σε κατεβάσω εγώ σήμερα στο κεφαλοχώρι…»

Ο Δημήτρης την κοίταξε και ζάρωσε τα μάτια του με υποψία.
«Θα μπορούσες;»

«Φυσικά… Μάλιστα προλαβαίνεις να μαζέψεις τα πράγματά σου και να είμαστε κάτω στην ώρα μας για να πάρεις το λεωφορείο για Αθήνα», είπε με προσποιητή αδιαφορία η Φαίη και κοίταξε την αντανάκλασή του στο τζάμι του παραθύρου της κουζίνας.

Ο Δημήτρης έσφιξε τις γροθιές του. Έτσι του ‘ρχόταν να την αρπάξει από την αλογοουρά και να τη φέρει δύο σβούρες. Τρεις μήνες τώρα και τι δεν είχε σκεφτεί αυτό το θηλυκό για να τον ξεφορτωθεί. Και μπορεί να τα ‘χε καταφέρει προτού καλά καλά περάσουν δύο βδομάδες με την Έλσα, αλλά αυτός δε θα της έκανε τη χάρη! Είχε μια δουλειά να κάνει. Δε θα γινόταν ρεζίλι στον Βλάση. Του ‘χε πει πως θα κατάφερνε να ξεφορτωθεί την ξαδέρφη του και θα τα κατάφερνε, σκέφτηκε και για πρώτη φορά δεν ακούστηκε τόσο σίγουρος.

Να δεις που αυτή κάτι πείραξε στο αμάξι του και δεν παίρνει μπρος και μη σου πω ότι αυτή πρέπει να απενεργοποίησε το ξυπνητήρι του, για να μην προλάβει το λεωφορείο και τώρα έχει σκοπό να τον κάνει να λιμοκτονήσει! Αμ δε θα της περάσει! Θα την αρπάξει και θα τη φιλήσει! Φιλήσει; Τι μαλακίες σκέφτεσαι αγόρι μου; Μάλωσε τον εαυτό του. Τι να φιλήσει από αυτήν την αγγούρω; Κοίτα τη, κοίτα τη πως ντύνεται με αυτά τα σακιά, δυό νούμερα μεγαλύτερα! Έχει αδυνατίσει κιόλας. Γιατί αδυνάτισε τόσο; Λίγο ακόμη και θα είναι σκέτα κόκαλα… Το βλέμμα του ασυναίσθητα έπεσε στο στήθος της και απέμεινε εκεί, όταν ένας ξερόβηχας ακούστηκε. Ο Δημήτρης κοίταξε σαστισμένος το πρόσωπό της. Η Φαίη είχε σουφρώσει τα χείλη της φανερά εκνευρισμένη. Τι όμορφα χείλη…

«Λοιπόν, σου έχω λύση!» του είπε κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της, «Μπορείς να πας λίγη πίτα στην κυρά Χρυσούλα και είμαι σίγουρη ότι θα σου κά…»
Ο Δημήτρης σηκώθηκε απότομα. «Πάω να ετοιμαστώ!»

Η Φαίη χαμογέλασε καθώς έκλεινε την εξώπορτα. Τι ωραία! Για τις επόμενες έξι ώρες, τουλάχιστον, θα είχε όλο το σπίτι δικό της! Ξάπλωσε στον καναπέ, άνοιξε την τηλεόραση και διάλεξε μια ρομαντική ταινία. Όσο ήταν αυτός στο σπίτι δεν μπορούσε να χαλαρώσει στη μεγάλη τηλεόραση και φυσικά δεν μπορούσε να βάλει τέτοιες ταινίες γιατί θα την κορόιδευε.

Χμφ, της ξέφυγε καθώς άνοιγε μια μεγάλη σακούλα με πατατάκια. Πού θα πάει, πόσο θα αντέξει ακόμη; Έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητες της κυρά Χρυσούλας. Καλή, χρυσή, σίγουρα θα του έκανε και πλούσιο τραπέζι, αλλά άπαξ και ξεκινούσε να μιλά δεν είχε στοπ. Μη σου πω, τώρα που άδειασε το χωριό και έχει καιρό να μιλήσει, θα τον κρατήσει και πάνω από έξι ώρες! Τέλεια! Ποιος του φταίει; Ας είχε μυαλό! Του χρώσταγε λεφτά, λέει, ο ξάδερφός της και είπε να τον φιλοξενήσει για να τον ξεχρεώσει. Μπούρδες. Το κάνανε επίτηδες για να την αναγκάσουν να το πουλήσουν. Στην αρχή, μάλιστα, προσπάθησε να την ξεφορτωθεί προσφέροντάς της και μερικά ψίχουλα. Εκεί μάνιασε. Αν μέχρι τον Αύγουστο δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να παραμείνει στο χωριό, μετά από αυτό πεισμάτωσε. Δεν την κρατούσε τίποτα στην Αθήνα. Με τον Σπύρο χώρισαν και μάλιστα άσχημα, το διδακτορικό της μπορούσε να το γράψει και εκεί, και είχε καταφέρει να βρει και μερικά διαδικτυακά μαθήματα να κάνει. Νοίκι δε χρειαζόταν να πληρώνει. Αν ξεφορτωνόταν και αυτόν, θα ήταν τέλεια! Αποκλείεται ν’ αντέξει ο μορφονιός όλο τον χειμώνα στο χωριό με τις βροχές και το κρύο και χωρίς σήμα… Άμα κοβότανε το σήμα, βέβαια, δε θα είχε μόνο αυτός πρόβλημα με τη δουλειά του, που ακόμη δεν είχε καταλάβει τι έκανε όλη νύχτα μπροστά σε αυτές τις hi tech οθόνες και υπολογιστή που είχε εγκαταστήσει στο δωμάτιό του, θα είχε πρόβλημα και αυτή με τα μαθήματα. Αναστέναξε. Ας ελπίσουμε ότι το ειδικό σύστημα που πρότεινε αυτός και χρυσοπληρώσανε να κάνει δουλειά. Γιατί καμία άλλη δουλειά αυτός δεν έκανε! Δεν είχε ξαναδεί τόσο άχρηστο άντρα! Να μην μπορεί να βάλει ένα καρφί στον τοίχο, να ξεβουλώσει ένα νεροχύτη ή να βάψει ένα παντζούρι! Μόνο μπράτσα και ουσία μηδέν. Πφ. Να μη μιλήσει για τις τσιρίδες που πάτησε σα γυναικούλα, τότε που βρήκε μια βερβερίτσα να έχει χωθεί στο λαμπόγυαλο της απλίκας. Έπρεπε να έρθει αυτή, να την ξεβιδώσει για να τη βγάλει έξω από το σπίτι.

«Γκντουπ!» ακούστηκε από την εξώπορτα, βγάζοντάς την από τις σκέψεις της.

«Φαίη!» ούρλιαζε ο Δημήτρης και κοπανούσε την πόρτα με την παλάμη του, ενώ γαβγίσματα από σκυλιά ακούγονταν. Η Φαίη έτρεξε κατά την πόρτα και του άνοιξε, κι εκείνος την αγκάλιασε και της ούρλιαξε μέσα στο αυτί, ξεκουφαίνοντάς τη.

«Κλείσε, κλείσε!»

«Τι έπαθες; Τι έγινε;» αναφώνησε η Φαίη, κλείνοντας την πόρτα.

«Μου όρμηξαν…»

«Καλά, δεν πήρες τη μαγκούρα; Σου το έχω πει εκατό χιλιάδες φορές ότι έχουν κάνει αγέλη!»

Εκείνος, μην μπορώντας ακόμη να την αφήσει, κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Η Φαίη ανέστρεψε εκνευρισμένη το βλέμμα της και τον έκανε πέρα, μα, όπως έκανε να τον προσπεράσει, είδε το ξεσκισμένο και ματωμένο μανίκι του.

«Σε δάγκωσαν;»

Το τι τράβηξε για να τον πείσει να βγουν από το σπίτι, να τον βάλει στο αμάξι, για να κατέβουν στο κεφαλοχώρι για αντιλυσσικό και ράμματα, ούτε που θέλει να τα θυμάται η Φαίη.

«Πεινάς;» τον ρώτησε καθώς έμπαιναν στο αμάξι για να επιστρέψουν.

«Όχι», απάντησε σκληρά εκείνος, μα ο ήχος που βγήκε από το στομάχι του τον πρόδωσε. Η Φαίη έκανε ότι δεν άκουσε.

«Εμ βέβαια, αφού έφαγες αυτά που ετοίμασα για…»

«Αφού σου λέω, δεν πρόλαβα!», εξανέστη ο Δημήτρης.

«Τιμωρήθηκες, να λες, που αντί να τα πας στη θεία, πήγες να τα φας!»

«Όχι, θα καθόμουν να την ακούω να μιλά για ώρες! Επίτηδες το έκανες!»

Η Φαίη ξαφνικά φρενάρισε και ο Δημήτρης ίσα που πρόλαβε να βάλει τα χέρια του μπροστά και να μη χτυπήσει στο ταμπλό.

«Αχ!» βόγγηξε καθώς τα ράμματα στο χέρι του τραβήχτηκαν.

«Γιατί δε φεύγεις, μου λες;»

«Γιατί έτσι θέλω!», της απάντησε άγρια και έτριψε το χέρι του, ενώ φόρεσε τη ζώνη του.

«Γιατί δεν μπορείς να βρεις μια δουλειά και να ξεκουμπιστείς; Για πόσο θα σε φιλοξενούμε;»

«Πρώτον, ποιος σου είπε ότι δεν δουλεύω; Και δεύτερον, για όσο!», έκρωξε εκείνος και το ειρωνικό μειδίαμα που τόσο την εκνεύριζε τρεμόπαιξε στα χείλη του. Πόσο την πείσμωνε αυτή του η επιμονή να θέλει να μείνει στο σπίτι της, σε ένα σπίτι που τίποτα δεν τον έδενε, ενώ εκείνη είχε τόσες αναμνήσεις από τους παππούδες της, τους γονείς της, τις καλοκαιρινές διακοπές με τα ξαδέρφια της.

«Δεν ξεκινάς τώρα; Ο άνθρωπος κορνάρει τόση ώρα!». Η Φαίη έβαλε νευρικά ταχύτητα, κάνοντας το αμάξι της να βογκήξει, και πήρε να ανεβαίνει τον φιδογυριστό δρόμο ως το χωριό σα να οδηγούσε ράλι, ενώ δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα.

Με το που έφτασαν, ο Δημήτρης πήγε και κουλουριάστηκε στο κρεβάτι του. Τον εκνεύριζε αυτή της η επιμονή να τον διώξει, να τον ξαποστείλει… Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να φύγει! Η Φαίη χτύπησε την πόρτα του και χωρίς να περιμένει απάντηση, την άνοιξε και μπήκε.

«Το ‘χεις κακό συνήθειο να μπουκάρεις!», της γκρίνιαξε, μα εκείνη δεν του έδωσε σημασία. Απέθεσε ένα μεγάλο δίσκο στο κομοδίνο του και του πε ξερά: «Φάε!»

Εκείνος δεν άντεξε να κρατήσει χαρακτήρα, κάτι η μυρωδιά της φρεσκοψημένης μπριζόλας και της σούπας, κάτι η πείνα του τόσες ώρες, σηκώθηκε και άρχισε να μασουλάει και να καταπίνει τις μπουκιές σχεδόν αμάσητες. Έπειτα ξάπλωσε και αποκοιμήθηκε. Η Φαίη μπήκε στο δωμάτιο και προτού μαζέψει τον δίσκο, έβαλε το χέρι της στο μέτωπό του να ελέγξει τη θερμοκρασία του. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν κι εκείνη τράβηξε το χέρι της σαν να κάηκε. Το τι τρομάρα της έδωσε σήμερα ο ανόητος δε λέγεται! Τα γεμάτα καλογραμμένα χείλη του κουνήθηκαν. Το βλέμμα της στάθηκε πάνω τους. Όσο άχρηστος είναι, τόσο όμορφος είναι, σκέφτηκε και αμέσως μάλωσε τον εαυτό της για την ανοησία της. Κοίταξε γύρω το τακτοποιημένο πεντακάθαρο δωμάτιο, την εκνεύριζε το ότι είχε κάνει τόσες αλλαγές σε σχέση με το πώς ήταν πριν. Έπρεπε συνέχεια να τον κυνηγά από πίσω για να μην πειράζει τα πράγματα και την έλεγε εμμονική, γιατί ήθελε όλα να παραμείνουν έτσι όπως ήταν όταν ζούσαν οι παππούδες της. Πώς μπορούσε να του δώσει να καταλάβει ότι για εκείνη ήταν σημαντικό η κουτάλα να κρεμιέται στο καρφί της; Δεν την ενδιέφερε αν ήταν πρακτικό ή όχι. Αυτό το καρφί της θύμιζε εκείνα τα ροζιασμένα δάχτυλα της γιαγιά της που πλέκονταν γύρω από το μικρό χεράκι της και τη γέμιζαν με μια σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά. Γιατί ήθελε να εισβάλει στο σπίτι της, στις αναμνήσεις της, στην ηρεμία της;

Το βλέμμα της έπεσε σε μια μικρή εργαλειοθήκη ανοιχτή πάνω στο γραφείο, με μια πλακέτα και βιδούλες δίπλα της. Τον κοίταξε πάλι με καχυποψία. Είναι δυνατόν να ξέρει να φτιάχνει αυτά και να μην… Τη δουλεύει, δεν μπορεί! Και ξαφνικά ένιωσε την οργή της να ξεχειλίζει. Πόσα πράγματα δεν ήξερε για τον άνθρωπο που έμενε κάτω από την ίδια στέγη; Γίνε καλά και θα τα πούμε, Δημητράκη! σκέφτηκε και η γροθιά της κινήθηκε απειλητικά από πάνω του. Εκείνος κούνησε τα σαρκώδη χείλη του σαν να μιλούσε και η Φαίη απέμεινε να τον κοιτά μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα της από το πρόσωπό του.

Όταν ξανασηκώθηκε μέσα στη νύχτα, τον βρήκε να καίει και αναστατώθηκε. Παρόλο το αντιπυρετικό, ο πυρετός δεν έπεσε τελείως και ανέβηκε αρκετά γρήγορα. Του τύλιξε το χέρι σε μια σακούλα, τον σήκωσε και τον πήγε στο ντους.

«Έλα, βγάλε τα ρούχα σου να μπεις από κάτω από το νερό»

«Δεν είσαι με τα καλά σου!», αντέδρασε εκείνος.

«Ρε, βγάλ’ τα!», έκρωξε ανυπόμονα η Φαίη και προσπάθησε να του κατεβάσει το σορτσάκι, το οποίο γράπωσε ο Δημήτρης και δεν την άφηνε.

«Τι κάνεις; Είσαι με τα καλά σου;»

«Ρε, τώρα σ’ έπιασαν οι ντροπές, αφού τα έχω δει όλα! Άιντε!», τον πρόσταξε και τον έσπρωξε κάτω από το νερό, μα εκείνος για να μην πέσει, τη γράπωσε από τον ώμο και την τράβηξε κι εκείνη μέσα.

Η Φαίη τσίριξε μόλις το παγωμένο νερό άγγιξε το κορμί της και προσπάθησε να ελευθερωθεί. Ο Δημήτρης την έσφιξε πάνω του.

«Ζαλίζομαι», της ψέλλισε κι εκείνη τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Αν λιποθυμούσε πώς θα κατάφερνε να τον σηκώσει;

«Ακόμα δεν έχεις καταλάβει γιατί δε φεύγω, έτσι δεν είναι;», της ψιθύρισε. Η Φαίη τον κοίταξε σαστισμένη. Εξαιτίας του ήχου του νερού δεν ήταν πολύ σίγουρη για το τι είχε ακούσει. Ο Δημήτρης την κόλλησε στον τοίχο και έσκυψε δίπλα στο αυτί της.
«Λες να ήθελα να εγκλωβιστώ σ’ αυτό το χωριό στη μέση του πουθενά, μ’ ένα κοπάδι αγριόσκυλα έξω από την πόρτα μου; Δεν φεύγω… γιατί γουστάρω τα ηλιοβασιλέματα. Αυτά που κάθεσαι αμίλητη -το τονίζω, αμίλητη- και κοιτάς τους γύρω λόφους. Εκείνη την ώρα τα μάτια σου γαληνεύουν και το πρόσωπό σου χάνει αυτή τη στιφάδα που σε κάνει να μοιάζεις με αγάμηtη γεροντοκόρη…». Η Φαίη τον κατακεραύνωσε με το βλέμμα της, μα εκείνος δεν της έδωσε σημασία, μόνο πήρε μια τούφα και την πέρασε πίσω από τ΄αυτί της. «Εκείνη την ώρα τα μαλλιά σου χρυσώνουν και τα μάτια σου γλυκαίνουν… όπως γλυκαίνουν κάθε φορά που βλέπεις μια πεταλούδα, ένα γατάκι ή ένα λουλούδι. Ω Θεέ μου, ζηλεύω τόσο κάθε φορά που σκύβεις να τα χαϊδέψεις…», της είπε καθώς έπιανε το χέρι της που ακουμπούσε στο στήθος του και το έφερε στα χείλη του και το φίλησε.

Η Φαίη τράβηξε το χέρι της αμήχανη, ενώ η καρδιά της βροντοχτυπούσε. Και τότε κατάλαβε! Το σπίτι, το χωριό, δεν ήταν ποτέ ο λόγος που έμενε… Έμεινε γιατί μετά από πολύ καιρό ένιωθε επιτέλους ζωντανή.

Αναστασία Χ.

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading