Η Δικαίωση της ψυχής – Μέρος 1ο

Το πρωινό σήμερα φαινόταν τόσο διαφορετικό. Και ήταν στα αλήθεια. Η Μαρία σηκώθηκε πιο ανάλαφρη από ποτέ. Άρχισε διστακτικά να κυκλοφορεί ανάμεσα στους συγγενείς της. Το δωμάτιο δεν ήταν το δικό της, του σπιτιού της. Αντίθετα ήταν του νοσοκομείου. Της ήταν και αυτό γνώριμο αλλά όχι αγαπητό. Είχε γίνει το δεύτερο σπίτι της ειδικά τον τελευταίο χρόνο.

Εκείνη φορούσε μια λευκή νυχτικιά με κοντά μανίκια για να της κρύβουν τις μελανιές από τις ενέσεις. Πάλευε με ένα αυτοάνοσο νόσημα που χτύπαγε κυρίως γυναίκες. Το αποτέλεσμα όμως μετρούσε. Όσο κι αν αντιστάθηκε στο τέλος η καρδιά της την πρόδωσε. Μια καρδιά μεγάλη, που χώραγε όλον τον κόσμο. Πόσο να αντέξει πια και αυτή; Της είχε φορτώσει τόσα, λες και θα έλυνε μονάχη της όλα τα προβλήματα του κόσμου. Της κόρης, της αδελφής, της φίλης.
Έτσι εκείνο το πρωί του Δεκαπεντάγουστου του 2020 η καρδιά της Μαρίας σταμάτησε να χτυπάει.

Οι γιατροί έτρεξαν πανικόβλητοι για να την επαναφέρουν, έκαναν ό,τι μπορούσαν αλλά μάταια. Σαν να μην ήθελε η ίδια η καρδιά να ξαναλειτουργήσει. Είχε τόσο κουραστεί.

Η Μαρία ήταν ακόμη νέα, μέτραγε μόλις πενήντα πέντε χρόνια. Θα μπορούσε να ζήσει και άλλα είκοσι ή και τριάντα. Αυτή ήταν η επιθυμία της από παλιά, να φτάσει τα ογδόντα. Είχε τόσα να κάνει, τόσα ενδιαφέροντα. Θα σας πω εγώ τι ήθελε. Να Ζήσει! Δούλεψε πολύ, για δέκα ζωές μαζεμένες σε μία. Και τι δεν έκανε για να μεγαλώσει την κόρη της. Τα έδωσε όλα για εκείνη. Η ζωή μετά το διαζύγιό της δεν ήταν ρόδινη, όχι. Πήρε την μεγάλη απόφαση εκεί γύρω στα σαράντα. Από νωρίς κατάλαβε ότι αυτός ο άντρας δεν ήταν για εκείνη. Κακή επιλογή. Κοιμόμαστε με τις επιλογές μας και ξυπνάμε με τις επιπτώσεις της. Τι κακό και αυτό. Έτσι βρέθηκε η Μαρία με ένα παιδί να παλεύει να το μεγαλώσει όπως πρέπει. Να την φτάσει μέχρι να περάσει στο πανεπιστήμιο. Αυτός ήταν ο στόχος της. Να την μορφώσει για να γίνει ανεξάρτητη.
«Αυτά είναι τα βραχιόλια σου κορίτσι μου, οι σπουδές σου. Τα άλλα τα χρυσά θα τα φορέσεις από μόνη σου όταν θα μπορείς.» Έτσι της έλεγε από τα μικρά της χρόνια.

Και τα κατάφερε η Μαρία, την σπούδασε την Άρτεμη. Πολιτικός μηχανικός έγινε και μάλιστα από τους πολύ καλούς.

Η Μαρία δεν ξαναπαντρεύτηκε. Δεν ήθελε. Όμως ερωτεύτηκε αργότερα βαθιά μέχρι το μεδούλι. Ο Γιώργος σήμαινε τα πάντα για αυτή. Και εδώ πάλι στάθηκε άτυχη. Γιατί εκείνος ήταν ένας άντρας από έναν άλλο κόσμο τόσο διαφορετικό από τον δικό της. Εκείνη ήταν μία απλή γραμματέας. Δούλευε σε μία φαρμακευτική εταιρεία ενώ εκείνος ήταν δημοσιογράφος σε γνωστό κανάλι. Ήταν ο γνωστός σε όλους Γιώργος Ανδρεάκης με δική του εκπομπή στην πρωινή ζώνη. Εκτός από την δημοσιογραφία, που ήταν η αγάπη του η μεγάλη, είχε γράψει και αρκετά βιβλία με θέματα πολιτικά. Αυτή η προβολή του εαυτού του και το χειροκρότημα που εισέπραττε καθημερινά τον είχε μεταλλάξει σε κάτι άλλο. Γιατί σε ποιον δεν αρέσει να ακούει: « Μπράβο» ή « Είσαι σπουδαίος». Ο έρωτας όμως δεν κάνει διακρίσεις και ο Γιώργος στα μάτια της Μαρίας έμοιαζε Θεός! Όταν τον είδε εκείνο το βράδυ σε μία συγκέντρωση που είχε πάει με το ζόρι για να συνοδέψει τον Αντρέα, τον προϊστάμενό της, όλα άλλαξαν για εκείνη.

Καθόταν σε μία άκρη όρθια με την πλάτη στον τοίχο κρατώντας το ποτό της βαριεστημένα. Ποτέ της δεν της άρεσαν αυτές οι μαζώξεις. Τι δουλειά είχε αυτή με τους πολιτικούς; Όμως ο Αντρέας είχε τα δικά του συμφέροντα. Εκτός από την εταιρεία του είχε κάποια οικόπεδα στην Μύκονο. Είχε περιουσία αλλά εκείνη την εποχή μερικά «φιλέτα» δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για ανοικοδόμηση. Ρουσφέτια ήθελε από τους ανθρώπους αυτούς με πολλά ανταλλάγματα. Ποια; Εκείνη δεν έμαθε ποτέ. Ούτε που την ένοιαζε.

Εκείνο το βράδυ η Μαρία έμοιαζε σαν την μύγα μες το γάλα. Οι περισσότερες γυναίκες ήταν εκθαμβωτικά όμορφες, με τις τουαλέτες τους και τα φανταχτερά τους κοσμήματα  Φορούσε ένα απλό μαύρο σανέλ φόρεμα, διαχρονική αξία. Όταν ο Γιώργος έκανε την εμφάνισή του όλα τα θηλυκά γύρισαν να τον κοιτάξουν. Στα μάτια τους έβλεπε κανείς τον πόθο και την λαγνεία για έναν άντρα τόσο αρρενωπό. Εκείνη συνέχισε να ατενίζει στο κενό μέχρι που και το δικό της βλέμμα έπεσε πάνω του. Αυτό ήταν. Ένα σκίρτημα στο στομάχι, ένα φτερούγισμα στην καρδιά. Από τα εφηβικά της χρόνια είχε να νιώσει έτσι. Μα τι στο καλό; Παιδούλα δεν ήταν. Αισθάνθηκε άβολα και έκανε να φύγει. Πλησίασε τον Αντρέα να τον ενημερώσει ότι θα έφευγε. Αλλά εκείνη ήταν η μοιραία στιγμή. Ήταν γραφτό να γνωριστούν.

Ο Αντρέας συνομιλούσε με τον Γιώργο ενώ η Μαρία έτοιμη να δικαιολογηθεί για την αναχώρησή της, τους πλησίασε διακριτικά. Ο Αντρέας όμως είχε άλλα κατά νου. Γιατί ήξερε ότι η βοηθός του δεν ήταν μία τυχαία. Μπορεί να κρατούσε χαμηλούς τόνους, ήξερε όμως να σταθεί σε τέτοιο περιβάλλον. Γνώριζε τρεις ξένες γλώσσες, χειριζόταν τα ελληνικά πολύ καλά και ήταν εμφανίσιμη. Δεν πέρναγε απαρατήρητη με αυτά τα ψηλά πόδια που είχε και τα μάτια της ήταν τόσο εκφραστικά. Αν δεν ήταν παντρεμένος με την γυναίκα του, η οποία ήταν εξαιρετική, η Μαρία θα ήταν ο επόμενος στόχος του.

Ο Αντρέας έκανε τις συστάσεις, από εδώ η Μαρία, από εδώ ο Γιώργος, κλασσικές κινήσεις. Οι δυο τους έδωσαν τα χέρια και εκεί φάνηκε η πρώτη «χημική» αντίδραση. Η Μαρία ένιωσε ένα ρίγος και ο Γιώργος όμως ένιωσε το ίδιο. Τι περίεργο, μία γυναίκα, τον είχε ταρακουνήσει. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με εκείνο το βλέμμα σαν να της έλεγε «Σαν να είσαι καλή εσύ!».

Πού να φύγει τώρα η Μαρία, έπεσε στην παγίδα από την οποία ήθελε να ξεφύγει. Η βραδιά κύλησε γρήγορα, ο Γιώργος εντυπωσιάστηκε από το πνεύμα της, δεν ήταν μία γυναίκα σαν τις άλλες. Αυτή, αν και δεν είχε το εκτόπισμα των άλλων θηλυκών που μέχρι τώρα τον συνόδευαν, είχε κάτι άλλο, περίεργο, πνευματώδες. Ναι, ήταν μία γυναίκα της διπλανής πόρτας αλλά…

Δεν ήθελε πολύ να την κατακτήσει και αυτή αν και η αντίσταση που βρήκε του πήρε περισσότερο χρόνο για να την διαλύσει. Γιατί η Μαρία, αν και γυναίκα που επιζητούσε μια αγκαλιά, είχε άλλες προτεραιότητες στην ζωή της. Πρώτον να επιβιώσει και δεύτερον να σταθεί δίπλα στην κόρη της βράχος ακλόνητος. Κανείς μα κανείς δεν θα την έβγαζε από την ρότα που είχε χαράξει χρόνια τώρα. Και τώρα είχε εισβάλει στην ζωή της ένας Γιώργος, ένας άντρας επιβλητικός, αρρενωπός και πολύ έξυπνος. Το μυαλό του ήταν που την έλκυσε περισσότερο και η προσωπικότητά του. Ο τρόπος που χειριζόταν τον λόγο την μάγεψε από την πρώτη στιγμή. Ακόμη θυμάται τα πρώτα του λόγια:…

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

One response to “Η Δικαίωση της ψυχής – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading