Η φωνή του – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

«Τι έγινε με την οικογένεια της Δώρας;»

Ο Άλκης έψαχνε για μήνες την Δώρα. Ρωτούσε, μάθαινε, χανόταν. Δεν τα παρατούσε. Ήθελε μια ευκαιρία μόνο να αποδείξει στους γονείς της πόσο είχε αλλάξει. Για πρώτη φορά στην ζωή του είχε έναν σκοπό. Όταν την γνώρισε δεν είχε τίποτα. Τώρα είχε καταφέρει να βρει δουλειά, σπίτι, να κάνει ξανά όνειρα και είχε βάλει στόχο να τελειώσει το σχολείο. Ο λόγος ήταν εκείνη. Η καρδιά της. Τα μάτια της. Η φωνή της. Το άγγιγμά της. Γέμιζαν γαλήνη την ψυχή του.

Δεν ήξερε τι θα πει αγάπη. Το έσκασε από το σπίτι του στην εφηβεία. Ποτέ δεν τον αγκάλιασαν οι γονείς του. Κανείς δεν τον βοήθησε, κάνεις δεν τον υποστήριξε. Ο δρόμος άκουγε την μουσική του. Οι περαστικοί του έδιναν νομίσματα. Αυτά είχε. Με αυτά πορευόταν. Μέχρι τη στιγμή που αντίκρυσε την Δώρα. Τότε είδε την οικογένειά του να στέκεται μπροστά του.

«Αλήθεια δεν τα μάθατε; Το έγραψαν στις ειδήσεις;»

«Όχι! Σας παρακαλώ! Πείτε μου!»

Έκατσε κάτω και έκλεισε τα αυτιά του. Ζητούσε να μάθει αλλά δεν ήθελε. Το ύφος της γυναίκας προμήνυε τι θα ακούσει. Κάτι κακό είχε συμβεί.

«Ένα τρομερό τροχαίο! Σκοτώθηκαν όλοι!»

«Όχι! Όχι! Όχι!»

Η γυναίκα απόμεινε με την εφημερίδα στο χέρι. Τον λυπήθηκε έτσι όπως έκλαιγε. Τον άφησαν να θρηνήσει κι συνέχισαν να μαζεύουν τα πράγματα της οικογένειας για να αδειάσουν το σπίτι.

«Τουλάχιστον κατάφεραν να σώσουν το μωρό…»

Ο Άλκης πετάχτηκε όρθιος και την άρπαξε από το χέρι. Δεν πίστευε αυτό που άκουσε. Τα μάτια του έτσουζαν από το κλάμα. Έτρεμε όσο την κρατούσε. Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα και κούνησε θετικά το κεφάλι. Κατάλαβε ότι δεν το ήξερε. Πρέπει να ήταν δικό του το παιδί. Η οικογένεια ανακάλυψε την εγκυμοσύνη μόλις είχαν εγκατασταθεί στην νέα πόλη. Είναι τραγικό ότι η οικογένειά της ήθελε να χωριστούν και έτσι έγινε. Χωρίστηκαν για πάντα. Όμως το μωρό πρόλαβε και ήρθε εκείνο το βράδυ, το τελευταίο τους βράδυ μαζί. Τελικά εκείνο το βράδυ ενώθηκαν για πάντα.

Το ταξίδι του Άλκη είχε αρχίσει με σκοπό να βρει την Δώρα. Τώρα ένα νέο ξεκινούσε. Τώρα αναζητούσε το παιδί τους. Αυτό ήταν ακόμα πιο δύσκολο. Πιο χρονοβόρο. Πιο ψυχοφθόρο. Ήταν ένα γλυκόπικρο ταξίδι. Η αγωνία και ο πόνος ρίζωσαν μέσα του. Δεν πρόλαβε να χαρεί την αγάπη της. Δεν πρόλαβε να χορτάσει τα χάδια της. Δεν πρόλαβε να ζήσει με την Δώρα. Υπήρχε όμως και χειρότερο. Το μωρό της δεν πρόλαβε να την χαρεί, να την χορτάσει, να την ζήσει. Η ζωή τους χώρισε όπως επιθυμούσε η οικογένειά της. Ο Άλκης είχε περάσει όλη τη ζωή μόνος του. Δεν ήξερε τι θα πει οικογένεια. Μόλις είδε την Δώρα ονειρεύτηκε μεμιάς την οικογένειά τους. Και αυτό η ζωή το σημείωσε.

Πέρασε καιρός και ο Άλκης βρέθηκε σε ένα ορφανοτροφείο με πολλά παιδιά. Περίμενε στην είσοδο όπως του είπαν μέχρι να τον ειδοποιήσουν. Μια νεαρή βοηθός στεκόταν μαζί του και παρατηρούσε τα παιδιά που έπαιζαν έξω στην αυλή. Κάποια στιγμή ο Άλκης πάγωσε. Έψαξε με το βλέμμα του. Αναγνώρισε τον γιο του. Το είπε στην κοπέλα και εκείνη παραξενεύτηκε. Του θύμισε ότι θα είναι μεγάλη διαδικασία. Τον κοίταξε και το βλέμμα του Άλκη ήταν κολλημένο στο αγόρι. Της έκανε εντύπωση που κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο γιος του. Το αγόρι έπαιζε με δύο πέτρες. Τις χτυπούσε ρυθμικά μεταξύ τους και έκανε ήχους. Τραγουδούσε ένα τραγούδι που του έμαθαν εκεί οι γυναίκες που τον φρόντιζαν.

Η φωνή του. Αυτή ήταν η αιτία και βρήκε τον γιο του. Αυτή ήταν η αιτία που τον είχε βρει η Δώρα. Είχε πια οικογένεια. Του την χάρισε εκείνη που αγάπησε όσο τίποτα άλλο. Πήραν όλοι αυτό που ζήτησαν. Δεν ήταν όμως αυτό που ήθελαν πραγματικά.

CC

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading