Η Δικαίωση της ψυχής – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

…«Κυρία μου, είστε απειλητικά γοητευτική»

Εκείνη σάστισε για λίγο ανταποδίδοντας με τον ίδιο τρόπο την φιλοφρόνηση: «Και εσείς είστε απειλητικά έξυπνος»

Ο πρώτος γύρος έληξε με ισοπαλία, όπως και οι περισσότεροι στην αρχή της γνωριμίας τους. Ο Γιώργος είχε καταλάβει ότι ο δρόμος για να εισχωρήσει στην ζωή αυτής της γυναίκας δεν ήταν εύκολος. Γιατί διέθετε μυαλό αυτό το όμορφο θηλυκό και εκείνο έπρεπε να κατακτήσει πρώτα. Και τα κατάφερε γιατί είχε πολλούς άσσους κρυμμένους στα μανίκια του.

Της άφησε χρόνο. Εκείνη ένιωσε έντονα το αίσθημα της ελευθερίας, που για αυτή ήταν το βασικότερο σε μία σχέση. Δεν ένιωσε καμία πίεση από την πλευρά του και αυτό της άρεσε πολύ. Πρώτα ήθελε να τον γνωρίσει, να δει πώς ζει, πώς κινείται εκτός δουλειάς. Και είδε πολλά σημάδια που την τράβηξαν κοντά του. Σιγά σιγά συναισθήματα ερωτικά γεμάτα πάθος γέμισαν την ψυχή της την άνυδρη. Στην αρχή ένιωσε φόβο αλλά μετά αφέθηκε στα χέρια του. Είχε καταλάβει ότι αυτός ο άντρας είχε έρθει στην ζωή της για να μείνει. Και έμεινε για αρκετό καιρό.

Σε λίγους μήνες έγιναν επίσημα ζευγάρι. Η Μαρία πετούσε στα ουράνια. Η ευτυχία επιτέλους της είχε χτυπήσει την πόρτα. Χαρά και μόνο χαρά φαινόταν στα μάτια της ενώ το χαμόγελο στα χείλη της είχε γίνει πια μόνιμο. Όχι όμως για πολλά χρόνια. Δύο και της ήταν πολλά, γιατί απλά ο Γιώργος ήταν ένας άντρας που έβαζε την καριέρα του πάνω από όλα. Με τίποτα και για κανένα λόγο δεν θα άφηνε μία γυναίκα να τον παρασύρει σε μακροχρόνιες σχέσεις ή γάμους. Αυτά δεν ήταν για εκείνον. Όσο και να ξεχώριζε την Μαρία από τις άλλες δεν θα έκανε καμία υποχώρηση. Εκείνη για να μην τον χάσει από την ζωή της δεχόταν τα ψίχουλα αγάπης. Ένα τηλέφωνο την ημέρα της ήταν αρκετό ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να πιστεύει. Να τον δει από κοντά ούτε συζήτηση. Μία φορά τον μήνα για φαγητό μόνο. Για να βρεθούν ερωτικά δεν υπήρχε περίπτωση. Μέχρι που στα αυτιά της έφτασαν τα περίεργα σχόλια από τις συναδέλφους στο γραφείο. Γιατί ο Γιώργος δεν είχε μείνει μόνος χωρίς συντροφιά, όλος ο κόσμος το είχε αντιληφθεί. Όλοι εκτός από εκείνη. Αυτό ήταν το χτύπημα που δεν θα μπορούσε να αντέξει. Εκείνη τα είχε δώσει όλα στην σχέση αυτή. Τι περίμενε δηλαδή, ένας ολόκληρος Ανδρεάδης να σταθεί δίπλα της για μία ζωή;

Η Μαρία ένιωσε την καρδιά της να σταματάει για δευτερόλεπτα. Μετά ζήτησε συγνώμη, πήρε την τσάντα της και βγήκε από το γραφείο. Χωρίς καμία δικαιολογία. Γύρισε μετά από δύο ώρες. Κάθισε στην θέση της και συνέχισε την δουλειά που είχε ήδη ξεκινήσει. Μέχρι να σχολάσει μόλις ακουγόταν η ανάσα της. Τίποτε άλλο. Το βλέμμα σκληρό, το στόμα σφικτό, τα χέρια δούλευαν αμήχανα. Η φωνή κοφτή και θα μπορούσε να πει κανείς και απότομη. Όταν ήρθε η ώρα να σχολάσει ψέλλισε μία καληνύχτα μόνο, άνοιξε την πόρτα και έφυγε για το σπίτι. Μέχρι να φτάσει τα μάτια της είχαν πλημμυρίσει με εκατομμύρια δάκρυα. Πώς να το αντέξει όλο αυτό η ψυχή της; Το είχε καταλάβει ότι η σχέση τους δεν θα κρατούσε καιρό. Αλλά μέσα της ήλπιζε ότι κάτι θα άλλαζε.

Όταν μπήκε στο σπίτι ξάπλωσε στον καναπέ χωρίς να αλλάξει ρούχα, χωρίς να πιεί ούτε νερό, ευτυχώς η κόρη της έλειπε ολόκληρη την εβδομάδα και δεν θα χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις για την κατάστασή της. Το βράδυ την βρήκε στην ίδια θέση. Κατά τις δέκα το κινητό της χτύπησε πολλές φορές. Αναγνώρισε το νούμερο αμέσως, ήταν Εκείνος. Δεν το σήκωσε. Στο λεπτό το απενεργοποίησε. Δεν θα του απαντούσε ποτέ πια. Το είχε πάρει απόφαση. Μάλλον αισθανόταν ότι θα γινόταν αυτό κάποτε αλλά δεν ήξερε το πότε. Τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο, αν δεν είχε ακούσει την συζήτηση που τον αφορούσε το πρωί δεν θα συνειδητοποιούσε αυτό που αρνιόταν τόσα χρόνια. Την απόρριψη, την άρνηση, την κοροϊδία. Το επόμενο πρωινό κάλεσε τον διευθυντή της για να του ζητήσει δύο μέρες άδεια. Να κοιμηθεί, να ξεκουράσει το σώμα της. Γιατί την καρδιά της δεν χώραγε λόγος.

Της πήρε μία πενταετία για να συνέλθει. Και να ήθελε να την γιάνει της ήταν δύσκολο. Αν και δεν άνοιγε την τηλεόραση όλο και κάπου θα φιγούραρε το όνομά του, μια συνέντευξη, ένα ταξίδι με την πρωθυπουργική συνοδεία, μία παρουσίαση. Ένα όνομα που έλαμπε συνέχεια και παντού.

Όλο αυτό το διάστημα δεν έμεινε άπραγη. Έκανε διάφορα για να απασχολεί το μυαλό της, ούτε που φανταζόταν ότι θα έκανε αναρριχήσεις στα βουνά, ή θα διέσχιζε κολυμπώντας τα νερά του Σαρωνικού. Και τα κατάφερε καλά.

Η κόρη της, που πια είχε τελειώσει τις σπουδές της, ήταν η μεγάλη της παρηγοριά. Μόνο περηφάνια ένιωθε για αυτήν. Είχε πάρει τον δρόμο της. Η αδελφή της αν και μικρότερη υπήρξε πιο τυχερή στο θέμα του έρωτα και του γάμου. Είχε παντρευτεί τον Γιάννη, έναν υπέροχο άντρα, υδραυλικό στο επάγγελμα.

Η Ελένη, η αδελφή της, είχε τελειώσει την νομική. Ήταν καλή στην δουλειά της και όταν γνώρισε τον άντρα της δίστασε στην αρχή. Πώς μία δικηγόρος θα παντρευόταν έναν υδραυλικό; Δεν ταίριαζαν ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Η Μαρία την έπεισε με δυσκολία για το αντίθετο. Της έφερε πολλά παραδείγματα ζευγαριών που είχαν καλές δουλειές, γιατροί, δικηγόροι, τραπεζικοί. Αλλά πόσοι ήταν ευτυχισμένοι;

«Το επάγγελμα δεν κάνει την διαφορά, σημασία έχει η ψυχή, κορίτσι μου. Δες εμένα και τον Γιώργο. Τι να το κάνεις που είναι αυτός που είναι; Και ο πρώτος μου άντρας; Δεν ήταν ένας πετυχημένος επιχειρηματίας; Κανείς από τους δύο δεν είδε στο βάθος την ψυχή μου. Κοίτα με τώρα, πόσα τράβηξα για να συνέλθω; Κοίτα μπροστά και άσε τις ετικέτες για τους άλλους. Ο Γιάννης είναι ένα καλό παιδί. Άσε που θα μας φτιάχνει και τα υδραυλικά μας. Λίγο το ’χεις;»
Αυτά της είπε και έβαλε στο τέλος τα γέλια. Η Ελένη αφού πείστηκε έκανε έναν γάμο απλό, λιτό, όπως της ταίριαζε. Κουμπάρα ήταν η αδελφή της, η Μαρία. Και οι δύο αδελφές ήταν λαμπερές και πανέμορφες.

Ο καιρός πέρασε τόσο γρήγορα. Η Μαρία είχε βρει τα πατήματά της μέχρι την ημέρα που άρχισαν τα συμπτώματα από το αυτοάνοσο νόσημα να κάνουν την εμφάνισή τους. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, το στόμα της ήταν ξερό. Σαν να μην κυκλοφορούσε ίχνος σάλιου. Τα δάχτυλά της άρχισαν να δείχνουν πρησμένα, τα μάτια της έτσουζαν συνέχεια. Πήγε στον γιατρό για μία απλή επίσκεψη ρουτίνας. Ευτυχώς αυτός ήταν πολύ σχολαστικός και την έβαλε να κάνει πολλές εξετάσεις. Δυστυχώς η διάγνωση ήταν πολύ δυσάρεστη.
«Το σύνδρομο Σιόγκεν χτυπάει γυναίκες συνήθως αλλά μεγαλύτερης ηλικίας. Το γεγονός ότι είστε τόσο νέα ακόμη μας δίνει θάρρος να το παλέψουμε. Να ξέρετε όμως ότι η θεραπεία του είναι μονόδρομος. Δηλαδή θα καθυστερήσουμε την εξέλιξή του αλλά με κάποιο κόστος. Συνήθως τα νεφρά και η καρδιά αρχίζουν να καταρρέουν. Εμείς όμως θα το παλέψουμε, έτσι δεν είναι;»
Τα λόγια αυτά ήχησαν τόσο βαριά στα αυτιά της. Τώρα που είχε συνέλθει από την ιστορία του Γιώργου, που η κόρη της είχε πιάσει δουλειά και ήταν τόσο ευτυχισμένη για την πορεία της ζωής της. Που σε λίγο καιρό θα γινόταν θεία, που, που…

Δεν είχε άλλες επιλογές. Να το παλέψει έπρεπε και το έκανε μέχρι το τέλος. Όταν ανακοίνωσε τα νέα στους δικούς της η αλήθεια ήταν ότι προσπάθησε η φωνή της να ακούγεται ήρεμη. Τους καθησύχασε όλους. Δεν ήταν η μοναδική στον κόσμο με αυτήν την αρρώστια. Φυσικά δεν ήταν, αλλά δεν αντιδρούν όλοι οι οργανισμοί το ίδιο. Τα πήγαινε καλά για τον πρώτο καιρό, όμως μετά τα τρία χρόνια υπήρξε μία άσχημη τροπή και η Μαρία εμφάνισε και «λύκο». Έτσι πλησιάζοντας τα πενήντα η Μαρία δεν έμοιαζε σε τίποτα με τον παλιό της εαυτό. Είχε χάσει βάρος, είχε αρχίσει τις αιμοκαθάρσεις. Αυτό το τελευταίο την είχε τσακίσει πραγματικά. Τρείς φορές την εβδομάδα έμπαινε στο νεφρολογικό κέντρο για να περάσει πέντε εφιαλτικές ώρες την κάθε φορά. Και πάλι το πάλεψε. Είχε διαβάσει τόσα βιβλία εκείνα τα χρόνια. Δεν της άρεσε να βγαίνει από το σπίτι για αισθανόταν τόσο αδύναμη. Μετά τα νεφρά ήρθε η σειρά της καρδιάς. Σε μία από τις κρίσεις της ζήτησε από την κόρη της να τηλεφωνήσει στον Γιώργο. Ήθελε να τον δει από κοντά, να του μιλήσει για μία τελευταία φορά. Η Άρτεμις κάλεσε το νούμερό του και το άφησε να χτυπήσει αρκετές φορές. Δεν ήταν σύμφωνη με αυτήν την επιθυμία της μητέρας της αλλά δεν ήθελε να της φέρει αντιρρήσεις. Εξάλλου τι θα μπορούσε να συμβεί μεταξύ τους; Τίποτα! Το τηλέφωνο χτύπησε πολλές φορές μέχρι που άκουσε μία άλλη γυναικεία φωνή από την άλλη άκρη.

«Παρακαλώ, θα μπορούσα να μιλήσω στον κύριο Γιώργο Ανδρεάδη; Είναι επείγον»
«Ποια τον ζητεί; Είμαι η αρραβωνιαστικιά του. Μπορείτε να μου πείτε εμένα, θα του μεταφέρω το μήνυμα με την πρώτη ευκαιρία γιατί τώρα δεν είναι διαθέσιμος», απάντησε η άλλη φωνή.
Η Άρτεμις ένιωσε να την περιλούζει το πιο κρύο νερό του κόσμου. Άφησε τα στοιχεία της και το τηλέφωνο της. Φυσικά δεν ενημέρωσε την μητέρα της για την νέα γυναίκα στην ζωή του Κυρίου Ανδρεάδη. Κι αν δεν εμφανιζόταν ακόμη καλύτερα.

Στις 10 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, η Μαρία ξαναέκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο. Οι περισσότεροι βρίσκονται σε διακοπές, ίσως και αυτή του χρόνου να απολάμβανε την θέα από ένα μπαλκόνι και να της φύσαγε το αεράκι τα μάγουλά της. Ίσως! Η υγεία της χειροτέρεψε και στις 14 Αυγούστου έπεσε σε κώμα. Καμία ελπίδα δεν έδιναν οι γιατροί. Η Άρτεμις συντετριμμένη ξανακάλεσε τον Ανδρεάδη και για καλή της τύχη απάντησε ο ίδιος. Του θύμισε το όνομά της εξηγώντας του τον λόγο που το είχε καλέσει. Κατά τύχη βρισκόταν στην Αθήνα, αν και η επομένη ήταν γιορτινή μέρα, που θα την πέρναγε με την οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του, αποφάσισε να τρέξει στην Μαρία. Ίσως να την είχε αγαπήσει τελικά αυτήν την γυναίκα. Ίσως να μην έπρεπε να της είχε φερθεί τόσο άνανδρα. Ίσως να μην ήταν «άντρας» τελικά. Ίσως, ίσως…

Το μεγάλο ρολόι στην αίθουσα αναμονής έδειχνε 9. 45. Η Μαρία παρέδωσε την ψυχή και το πνεύμα της. Από ψηλά έβλεπε τους γιατρούς να κάνουν τεράστιες προσπάθειες να την επαναφέρουν. Κάρπα, ηλεκτροσόκ και ότι άλλο ήταν απαραίτητο. Κανένας παλμός, καμία ανταπόκριση. Γιατί απλά δεν ήθελε να ζει άλλο. Είχε κουραστεί. Και δεν ήταν μόνο η αρρώστιά της που την χτύπησε αλύπητα. Ήταν η έλλειψη αγάπης. Ήταν η προδοσία που ένιωσε. Αγάπη είχε δώσει και πήρε φαρμάκι. Με το που ένιωσε την ψυχή της να ανεβαίνει πιο ψηλά και να διαχωρίζεται από το ταλαιπωρημένο της κορμί ένιωσε μία αγαλλίαση. Τι χαρά! Τι ευδαιμονία! Καμία βαρύτητα, κανένας πόνος.

«Αχ κορμί μου, πού είναι η ομορφιά σου; Πού είναι η σφριγηλότητά σου;»

Δεν μπορούσε να την δει κανείς πια. Άρχισε να κινείται με άνεση ανάμεσα στους γιατρούς και βγήκε έξω. Οι δικοί της άνθρωποι, η οικογένειά της, η κόρη της έκλαιγαν με λυγμούς.
«Όχι, όχι, δεν πρέπει. Τώρα θα ξεκουραστώ, θα κοιμηθώ, χωρίς να πονάω. Μην κλαίτε»

Μετά πλησίασε την κόρη της και την αγκάλιασε σφικτά.
«Αχ κορίτσι μου γλυκό, πόσο σε αγαπώ, να ξέρεις θα είμαι δίπλα σου κάθε στιγμή. Μην φοβάσαι τίποτα»

Μετά χάιδεψε την αδελφή της στο μάγουλο και την φίλησε απαλά.
«Αδελφούλα, πόσο τυχερή είσαι, έχεις τον Γιάννο σου εσύ. Δεν θα το μετανιώσεις που τον πήρες, θα δεις, είναι ό,τι καλύτερο σου έτυχε»

Εκεί πιο κάτω διέκρινε την φιγούρα του Γιώργου. Είχε έρθει τελικά αλλά πόσο αργά ήταν πια. Τον πλησίασε η ψυχή της τρεμάμενη, τον αγκάλιασε σφικτά να μην τον χάσει. Αν είναι δυνατόν!
«Πόσο σε αγάπησα να ‘ξερες. Μέχρι το μεδούλι μου. Με όλη μου την καρδιά. Ίσως η αγάπη μου να ήταν τόσο δυνατή, για αυτό δεν άντεξε τόσο βάρος και σταμάτησε να χτυπάει. Καλή σου τύχη σε ό,τι κάνεις γιατί θα την χρειαστείς να ξέρεις»

Και αφού η Μαρία τους χαιρέτησε όλους ξεκίνησε για το ταξίδι το καλοκαιρινό, που δεν έχει επιστροφή. Πέταξε στις θάλασσες που τόσο αγαπούσε με το ωραίο της λαμπερό λευκό μακρύ φόρεμα με τις πτυχώσεις για να φτάσει σε ένα απέραντο λιβάδι με χιλιάδες λουλούδια και να βρει την ανάπαυση που της άξιζε.

Η Άρτεμις γνώρισε τον Παύλο, έναν πολιτικό μηχανικό και παντρεύτηκε μετά από δύο χρόνια. Έκανε μία κόρη και την ονόμασε Μαρία.
Η Ελένη έζησε ευτυχισμένη με τον Γιάννη της μέχρι το τέλος της ζωής της.
Ο Γιώργος διέλυσε τον αρραβώνα του γιατί η κοπέλα του δεν άντεξε τις απιστίες του. Στην ουσία καμία γυναίκα δεν μπόρεσε να σταθεί δίπλα του για πολύ καιρό. Έζησε άλλα είκοσι χρόνια με τις επιτυχημένες συνεντεύξεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Όμως η μοναξιά ήταν το μεγαλύτερο του βάσανο. Μία ζωή χωρίς αγάπη δεν είναι ζωή. Είναι εφιάλτης.

Δήμητρα Καμπόλη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading