Η φωνή του – Mέρος 1ο

Πήγαινε να την βρει. Επιτέλους έμαθε πού την πήγαν. Ο δρόμος ήταν άδειος μπροστά του. Από το ανοιχτό παράθυρο έβγαινε ο καπνός του τσιγάρου του. Η μουσική έπαιζε δυνατά όπως πάντα. Σιγομουρμούριζε τους στίχους. Η φωνή του έβγαινε με το ζόρι.

Η μουσική ήταν η ζωή του. Μέχρι που γνώρισε την Δώρα. Τότε όλα άλλαξαν. Έρωτας. Αγάπη. Φροντίδα. Συναισθήματα που δεν είχε νιώσει ποτέ. Του τα πρόσφερε όλα απλόχερα. Έδωσε νόημα στην ζωή του. Έναν σκοπό. Ήταν μαζί ένα χρόνο. Τόσο κράτησε. Όταν το έμαθε η οικογένειά της εξαγριώθηκε. Πήραν την Δώρα και το μυστικό της και εξαφανίστηκαν.

Ο Άλκης ήταν κοντά στην ηλικία της και ήταν το μόνο κοινό που είχαν. Έφυγε από το σπίτι του στα δεκατέσσερα να γλυτώσει από τους γονείς του. Έπαιζε μουσική στον δρόμο και ζούσε με ό,τι έβγαζε. Δεν τελείωσε το σχολείο, δεν είχε σπίτι, χρήματα, περιουσία. Δεν είχε μέλλον.

Η Δώρα προερχόταν από μια ευκατάστατη οικογένεια και ήταν το καμάρι των γονιών της. Όλα όσα είχαν θα γίνονταν δικά της μια μέρα. Ήταν μορφωμένη, ευγενική και ταπεινή, φώτιζε τον κόσμο από όπου περνούσε. Έτσι γνώρισε τον Άλκη, τυχαία μια μέρα, που έβγαινε από το κολέγιο με τις φίλες της. Άκουσε την φωνή του. Την ακολούθησε σαν μαγεμένη. Ούτε που κατάλαβε πώς απομακρύνθηκε. Μόλις τον είδε ήταν ακριβώς όσα είχε φτιάξει στο μυαλό της αυτά τα λίγα λεπτά. Ήταν τόσο ωραίος όσο ακουγόταν. Οι φίλες της την τραβούσαν να φύγουν μην τους δει κανείς. Η Δώρα δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Ερωτευτήκαν αστραπιαία. Ενώθηκαν ταυτόχρονα οι ψυχές τους. Σαν να ήταν νότες μπλεγμένες σε κάποια παρτιτούρα. Δεν ήθελαν να χωριστούν. Για να μην χαθεί το φως που γέμισε την καρδιά τους. Την τράβηξαν και την πήραν μακριά. Πίσω στο σκοτάδι. Έπρεπε να συναντηθούν ξανά.

Μυστικές ήταν οι συναντήσεις τους. Κανείς δεν έπρεπε να το μάθει. Δεν μπορούσε βέβαια να κρυφτεί η χαρά που είχε ζωγραφίσει στο πρόσωπο της εκείνος ο νεαρός. Οι γονείς της άρχισαν να ψάχνουν. Να μαθαίνουν. Να ανησυχούν. Όταν κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να σπάσουν αυτόν τον δεσμό άρχισαν να φοβούνται. Έπρεπε να πάρουν κάποιες δύσκολες αποφάσεις. Δεν ήταν εύκολο να μεταφέρουν όλη τους την ζωή και τις επιχειρήσεις τους σε μία άλλη πόλη. Θα το έκαναν όμως για την μονάκριβή τους. Για λίγο καιρό της είπαν. Με την ελπίδα να ξεθωριάσει η ανάμνηση του και να μπει ξανά η Δώρα στον δρόμο που όφειλε να περπατήσει. Η ζωή όμως τα είχε αλλιώς γραμμένα. Και αποφάσισε να κλείσει αυτόν τον δρόμο μια και καλή.

Κρυφά είχε βγει από το σπίτι η Δώρα εκείνο το βράδυ, το τελευταίο που θα περνούσαν μαζί. Πήγε στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει ο Άλκης. Πάλευε να γίνει καλύτερος, να είναι ικανός να σταθεί πλάι της. Αυτόν τον σκοπό του έδωσε. Είχε πάρει την ζωή στα χέρια του. Μουσική, σχολείο, δουλειά. Όλα χάρις σε εκείνη. Έπεσε στην αγκαλιά του και δεν βγήκε μέχρι που ξημέρωσε ο ήλιος. Τα φιλιά τους ήταν ποτισμένα με δάκρυα. Έκαιγε το σώμα τους από τον πόνο. Ένα ακόμα φιλί πριν φύγει. Δεν ήξεραν ότι ήταν το τελευταίο.

Όταν έφτασε ο Άλκης στο σπίτι που είχε μάθει ότι ζούσαν τον τελευταίο καιρό, το βρήκε άδειο. Δύο γυναίκες συμμάζευαν, σκέπαζαν με λευκά σεντόνια τα έπιπλα και γέμιζαν με πράγματα τις κούτες. Έτρεμε η καρδιά του όταν ρώτησε πού ήταν η οικογένεια της Δώρας.

«Δεν τα μάθατε;»

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Η φωνή του – Mέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading