Η κουρλο-Λένη

Το γέλιο της, καλόκαρδο και καθάριο σαν το νερό της πηγής, ηχούσε συχνά πυκνά μέσα στην ημέρα, κάνοντας τις κατάμαυρες μπούκλες της να χορεύουν. Κι ήταν αυτό το γέλιο, το γεμάτο ζωή και αθωότητα, που έγινε η αιτία να της βγάλουν το παρατσούκλι “η Κουρλο-Λένη”.

Λύσσαξαν όλοι, γυναίκες, άντρες, παιδιά… Πώς τολμούσε αυτό το κορίτσι που είχε αρχίσει να μπαίνει στην εφηβεία να γελά; Ο πατέρας της δεν έχει χρόνο που πέθανε. Ζαβός και αυτός, από τα μικράτα του. Κατασπατάλησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε δάνεια που κανείς ποτέ δεν εξόφλησε. Και ήταν πρώτοι αυτοί, οι δανειζόμενοι, που τον κατηγορούσαν όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν.

Θα τα είχε σκορπίσει όλα τα λεφτά του αν η οικογένεια του δεν φρόντιζε να τον παντρέψει με την Κυριακή.

Η Κυριακή ανέλαβε τα ηνία της μεγάλης περιουσίας τους με πυγμή και σύνεση. Τι λόγια κι αν του έβαζαν, τι λάσπη κι αν της έριχναν, εκείνος δεν χαμπάριαζε. Μόνο γελούσε με το παιδιάτικο γέλιο του. Βέβαια δεν έλειπαν και οι τσακωμοί τους κάθε φορά που η Κυριακή ανακάλυπτε ότι είχε χαρίσει, δανείσει ή δώσει οτιδήποτε του ζητούσαν. Μα ο καθημερινός καυγάς τους ήταν ένας:
«Μα βρε Κυριακούλα μ’, με τι μούτρα θα πάω στου καφενείο; Αυτά δεν φτάν’ν παρά μόνο για έναν καφέ!»
«Γιατί πόσους έχ’ις σκουπό να πιείς;»
«Κι αν θελήσω κι ένα βύσσ’νου;»
«Να τ’ φας σπίτ’ σ’! Του πέτυχα, φέτος!»
«Ναι, μα… Τι θα λένε που…»
«Πόσες φορές θα σ’ πω πως αν τολμήσει να σ’ πει κανείς κουβέντα και σι προσβάλλ’ να τ’ πεις ότι θα ‘χει να κάν’ μαζί μ’! Ορίστε μας! Και σιγά μη σ’ δώσω άλλα λεφτά να πας πάλι να κεράσ’ ς όλου του καφενείο!»

Η μεγάλη αδυναμία του πατέρα της, το μεγάλο βάσανο της μάνας της, ήταν η Λενιώ, μιας και ήταν αθώα, καλόκαρδη σαν τον πατέρα της και σκορποχέρα. Σκορποχέρα και στα φιλιά της και στις αγκαλιές που μοίραζε με περίσσια τρυφεράδα σε όλους. Στην αρχή φοβόντουσαν την Κυριακούλα. Μα καθώς φούσκωνε και καμπύλωνε το Λενιώ, χέρια ξεδιάντροπα άρχισαν να απλώνονται στο κορμί της. Χέρια που η Λενιώ, μέσα στο άκακο μυαλό της, τα έπαιρνε για αθώα πατρικά χάδια. Τους φιλούσε τα μάγουλα και δάκρυζαν τ’ αθώα μάτια της από το γάργαρο γέλιο της. Άφριζε η Κυριακούλα με τους χωριάτες. Έβριζε, καταριόταν, έκλεινε το Λενιώ στο σπίτι για μήνες και δεν την άφηνε να ξεμυτίσει παρά μόνο μαζί της. Μα η Λενιώ βαριόταν και με το που έκλεινε τα μάτια η Κυριακούλα, εκείνη το έσκαγε να παίξει κρυφτό με τα μικρότερα παιδιά, να χορέψει με τις πεταλούδες και να τραγουδήσει με τα μπακακάκια.

Σύντομα η Κυριακούλα άρχισε να ψάχνει για γαμπρό, κάποιον που να ήταν άξιος να διαχειριστεί την περιουσία τους και τη Λενιώ. Δεν πρόλαβε…

Το Λενιώ της άρχισε να παραπονιέται για το στομάχι της. Ύστερα άρχισε να ξερνά τα πρωινά. Δεν της πήρε πολύ χρόνο να καταλάβει. Η επίσκεψη του γιατρού επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους της. Η Κυριακή κλειδαμπάρωσε το σπίτι και φύγανε για την πρωτεύουσα άρον άρον.

Με απορία είδανε μετά από μήνες οι χωριανοί τα παράθυρα του σπιτιού ορθάνοιχτα. Μόνο που κάτι έλειπε. Το γέλιο. Το σπίτι ήταν βουβό σαν νεκροταφείο. Το Λενιώ πια καθόταν ολημερίς στο πεζούλι έξω από την πόρτα, μα δε χαχάνιζε με το παραμικρό όπως παλιά. Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά μια πάνινη κούκλα και τα μάτια της έσταζαν πόνο. Τα κουτσουμπολιά ξαναφούντωσαν. Λύσσαξαν, ξελύσσαξαν, σύντομα βρήκανε άλλα πιο ενδιαφέροντα από μια αμίλητη μικρή που μόνιμα κοιτούσε το κενό σαν κουρλή.
Τώρα πια περνούσαν έξω από το σιωπηλό σπίτι και ασυναίσθητα… χαμογελούσαν.

Αναστασία Χ.

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading