Μόλις μπήκε στο σπίτι από νυχτερινή βάρδια στο νοσοκομείο η Μάρω και την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η πρώτη της ξαδέρφη, που την φιλοξενούσε και την βοηθούσε με την κόρη της, ήταν τρομοκρατημένη.
– Ήρθε δύο φορές, χτυπούσε την πόρτα και απειλούσε ότι θα την σπάσει.
– Η Κορίνα; Φοβήθηκε; Τον αλήτη, φοβερίζει το ίδιο του το παιδί.
– Με κοιτούσε απορημένη πιο πολύ, αλλά την πήρα αγκαλιά και κλειστήκαμε στο δωμάτιό της. Της διάβαζα παραμύθια μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Κι εγώ φοβήθηκα. Ούρλιαζε, απειλούσε…
– Ο θρασύδειλος, αυτό ξέρει να κάνει. Να μας τρομοκρατεί. Ευτυχώς είναι μικρούλα και δεν πολύ καταλαβαίνει. Δεν θα του περάσει όμως. Σε ευχαριστώ ρε Φωφώ, αν δεν είχα και σένα…
– Μήπως να το ξανασκεφτόσουν να γυρίσεις στο νησί, στους γονείς σου; Εκεί δεν θα σας ακολουθήσει σίγουρα, θα ζήσετε ήρεμα.
– Φωφώ μου, τι να κάνω στο νησί με τους 50 μόνιμους κατοίκους; Πού να δουλέψω; Πού να πάει σχολείο η μικρή; Δεν έχεις ζήσει σε τέτοιες συνθήκες και δεν ξέρεις. Μη βλέπεις τους δύο καλοκαιρινούς μήνες που ερχόσουν για διακοπές όταν ήμασταν μικρές. Οι υπόλοιποι δέκα είναι εφιαλτικοί. Δεν θέλω το παιδί μου να περάσει την ταλαιπωρία που πέρασα εγώ σε κείνο το μέρος. Ούτε σαν σκέψη!
– Τα ξέρω, ξαδερφούλα μου! Αλλά κι αυτό το κρυφτό; Το κυνηγητό; Υποφέρεται;
– Θα το πάρει απόφαση ο ακατανόμαστος. Με ήθελε σκυλάκι, να τρέχω πίσω του, να μου πετάει κοκαλάκια κι εγώ να υπακούω, να προσπερνώ τις απιστίες του. Ως εδώ! Έχω και μια αξιοπρέπεια!
– Ναι αλλά έχουν περάσει είκοσι μέρες που έφυγες από το σπίτι σας και ακόμα σε ενοχλεί. Για γάμο πηγαίνατε και τώρα….
– Τώρα, ο καθένας τον δρόμο του. Δε λες καλά που το καθυστερήσαμε και δεν παντρευτήκαμε οταν γέννησα; Τώρα θα ήταν πιο δύσκολο. Το ξέρω, σου φορτώθηκα. Σου υπόσχομαι θα βρω σύντομα ένα σπίτι και θα φύγουμε.
– Μη το ξαναπείς! Άκου σου φορτώθηκα! Μια οικογένεια είμαστε! Εσείς πώς με φιλοξενούσατε στο νησί;
– Οι γονείς μου! Όχι εγώ! Εγώ αντιθέτως μαζεύω τα συντρίμμια μου και ταλαιπωρώ κι εσένα.
– Εσύ πριν καιρό πώς μου στάθηκες με την απώλεια του μπαμπά μου;
– Οι οικογένειες στα δύσκολα φαίνονται! Σου υπόσχομαι πως θα σταθώ ξανά στα πόδια μου! Έχω και την νεραϊδούλα μου πια, που πρέπει να της παρέχω ήρεμο και υγιές περιβάλλον.
– Θα τα καταφέρεις! Δεν σε φοβάμαι! Πάντα με κάποιο τρόπο τα κατάφερνες! Όχι σαν εμένα…
– Φωφώκα μου! Θα σε συναντήσει η τύχη, σε όλους τους τομείς, θα δεις! Όπως είμαι τυχερή εγώ που σε έχω! Σε ευχαριστώ για όλα.
– Κι εγώ που έχω εσένα… εεεε εσάς, πια, είναι και το Κορινάκι μας! Τι ευχαριστείς ρε χαζό!
Την επόμενη μέρα, καθώς έβγαινε από την μονάδα εντατικής θεραπείας που μόλις είχε καθαρίσει, τον είδε να περιφέρεται στο νοσοκομείο ψάχνοντάς την. Ήταν το χειρότερο σενάριο. Δεν ήθελε φασαρίες στον χώρο εργασίας της. Έβγαλε την μάσκα, τα γάντια, την πλαστική ποδιά, τα ποδονάρια και στάθηκε μπροστά του.
– Έχεις θράσος, του είπε χαμηλόφωνα και τον κοιτούσε με αυστηρό ύφος. Ακολούθησέ με χωρίς εντάσεις. Δουλεύω εδώ, ας μη γίνουμε θέαμα.
Προς μεγάλη της έκπληξη υπάκουσε. Αφού βγήκαν σε έναν διάδρομο χωρίς κόσμο και κυρίως χωρίς να φαίνονται, σταμάτησε, αναγκάζοντάς τον να σταματήσει κι εκείνος απέναντί της.
– Δεν είχα σκοπό να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Να σου μιλήσω θέλω μόνο.
– Τι έχουμε να πούμε; Σας είδα, Θωμά! Πολύ καιρό ένιωθα ότι κάτι έχει αλλάξει, ότι δεν ήσουν εκείνος που ερωτεύτηκα, αλλά το έριχνα στην δική μου κούραση, στις υποχρεώσεις μας που αυξήθηκαν με τον ερχομό της Κορίνας. Ε κάποια στιγμή δεν νομίζεις ότι πέρα από τον κλέφτη, ο Θεός θα αγαπήσει και τον νοικοκύρη;
– Μάρω, άφησέ με να σου εξηγήσω. Τίποτα δεν συμβαίνει με την Κατερίνα. Καινούργια στην δουλειά, ανέλαβα να της δείξω τα κατατόπια, το κομμάτι που θα διαχειριστεί εκείνη κλπ.
– Όταν με υποτιμάς τόσο… Θωμά, ήταν στο γραφείο σου, τα σώματά σας σε απόσταση αναπνοής, εκείνη με το ύφος της ξαναμμένης γυναίκας που μόλις την είχες φιλήσει ή σκόπευες και συ με το ύφος του κατακτητή. Κι όταν μπήκα, όλη εκείνη η αμηχανία, για να μη πω πανικό. Τραυλίζατε και οι δύο, δεν με κοιτούσατε στα μάτια, η γκομενίτσα έφυγε άρον άρον. Έλα σε παρακαλώ! Μπορεί να μην είμαι στο δικό σου διανοητικό και μορφωτικό επίπεδο, αλλά αυτές τις βρωμοδουλειές μπορώ να τις αντιληφθώ.
– Ξεχνάς ότι χωρίς εμένα θα ήσουν ακόμα μια σερβιτόρα που θα της την έπεφτε ο καθένας και θα άλλαζες τις δουλειές τρεις και λίγο;
– Μάλιστα! Σου τελείωσαν τα επιχειρήματα για την γκομενίτσα και πέρασες στα γνωστά! Όχι, δεν ξεχνάω ότι έβαλες μέσον τις γνωριμίες σου για να μπω στην καθαριότητα της ΜΕΘ και να λύσω την μόνιμη αγωνία μου πού θα δουλέψω και με τι μεροκάματο. Το έκανες για μας! Μη σου πω για σένα! Πάντα είχες κόμπλεξ με την εμφάνισή σου απέναντι στη δική μου. Δεν ήθελες η κοπέλα σου να είναι ανάμεσα σε άντρες που την ξεγύμνωναν με τα μάτια τους. Και η περίπτωση του να με στριμώξεις σε ποδιές, μάσκες και γάντια, σου καλάρεσε.
– Ένα αχάριστο τσουλάκι είσαι, που του έδωσα αξία. Τι ήθελες με το απολυτήριο λυκείου; Να σε κάνω διευθύντρια στο νοσοκομείο; Ποια νομίζεις ότι είσαι; Μη τολμήσεις να εμποδίσεις άλλο την επαφή με το παιδί μου, θα το μετανιώσεις. Θα σε λιώσω, θα σε εξαφανίσω! Κατάλαβες; Μη τα βάζεις μαζί μου! Δεν ξέρεις πού μπορώ να φτάσω!
Δεν περίμενε την απάντησή της. Έφυγε. Ταραγμένη έβγαλε την βάρδια της και γύρισε στο σπίτι που την φιλοξενούσε. Τα διηγήθηκε όλα στην ξαδέρφη της, εκείνη για μια ακόμα φορά άνοιξε την αγκαλιά της και την καθησύχασε ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
Δεν σταμάτησαν οι προσπάθειες του Θωμά να συναντήσει την κόρη του, αλλά ούτε και η άρνηση της Μάρως. Δύο μέρες μετά, στο ρεπό της, πήγε με την τετράχρονη κόρη της σε ένα πάρκο, να απολαύσουν παιχνίδι και ανεμελιά. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό της και στην οθόνη είδε “απόκρυψη αριθμού”. Δεν το σήκωσε, για να μη διακόψει το κυνηγητό με την μικρή της στο γρασίδι, ανάμεσα στα δέντρα, τις κούνιες και τον κόσμο. Οι κλήσεις όμως συνεχίζονταν. Αγανακτισμένη, πήρε το τηλέφωνο στο χέρι της, είπε στην Κορίνα να σταματήσει να τρέχει, να την περιμένει κι απάντησε.
– Παρακαλώ;
– Η Μαρία Σταθάτου;
– Η ίδια.
– Ελένη Θαλασσινού ονομάζομαι, δικηγόρος, για την διαθήκη του θείου σας Γεωργίου Σταθάτου.
– Ο θείος μου πέθανε μισό χρόνο πριν, ποια διαθήκη λέτε;
– Ακριβώς, τώρα ανοίχτηκε η διαθήκη και είστε κι εσείς μέρος αυτής.
– Τι μου λέτε; Μήπως κάνετε λάθος;
– Είμαι δικηγόρος του θείου σας μια δεκαετία. Μόλις ενημέρωσα και την ξαδέρφη σας την Φωτεινή Σταθάτου.
– Και τι θέλετε;
– Αύριο το πρωί σας περιμένω στο γραφείο μου για τις λεπτομέρειες. Καλή σας μέρα.
– Καλημέρα.
Έκλεισε το κινητό και απορημένη ακόμα, κάνοντας σκέψεις μήπως είναι απάτη, έψαξε με το βλέμμα της την Κορίνα. Δεν ήταν εκεί που την έβλεπε λίγα δευτερόλεπτα πριν. Μια ανατριχίλα διαπέρασε όλο της το κορμί. Γυρνούσε το κεφάλι της δεξιά αριστερά, ψάχνοντας την μικρούλα κι όσο δεν την έβλεπε, έκανε σπασμωδικές κινήσεις, άτσαλα βήματα πανικού μπροστά, πίσω, με τα χέρια στο κεφάλι, σαν να προσπαθούσε να συγκεντρώσει το μυαλό της. Απελπισμένη που ο χρόνος κυλούσε και το παιδί δεν φαινόταν, άρχισε να φωνάζει το όνομά της. “Κορίνα! Κορίνα!”, τις πρώτες φορές αδύναμα, σα να μην έβγαινε η φωνή κι έπειτα με υστερικές κραυγές και τα δάκρυα να καίνε τα μάγουλά της. Πουθενά το παιδί. Η Μάρω σταματούσε τους περαστικούς, τους ρωτούσε αν είδαν ένα τετράχρονο μελαχρινό κοριτσάκι με κοτσιδάκια, με κόκκινο φορεματάκι και άσπρα πέδιλα και έτρεχε πέρα δώθε ψάχνοντας. Κάποιοι συμμερίστηκαν την αγωνία της, έψαχναν μαζί της, κάποιοι άλλοι προσπερνούσαν και κάποιοι την κοιτούσαν με ύφος “καλά πώς γίνεται να την έχασε μέσα από το οπτικό της πεδίο;”.
Αφού πέρασαν πολλά λεπτά χωρίς να βρεθεί το παιδί, πήγε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Αφού κατέθεσε με λεπτομέρειες όλα όσα είχαν γίνει και δόθηκε σήμα εξαφάνισης ανηλίκου με φωτογραφία και στοιχεία, δεν της είχε απομείνει ούτε ανάσα και πήρε την Φωφώ. Εκείνη βρέθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε κοντά της. Η Μάρω είχε χάσει όλο το αίμα από τις φλέβες της. Συνεχώς μουρμούριζε “τι μάνα είναι εγώ;” και χτυπούσε το κεφάλι της με τις γροθιές της. Η ξαδέρφη της προσπαθούσε να την στηρίξει, να φύγουν από το αστυνομικό τμήμα, μα δεν ήταν καθόλου εύκολο. Δεν στήριζαν το βάρος της ενοχής, τα πόδια της και παραπατούσε.
Με χίλια ζόρια έφτασαν σπίτι. Σωριάστηκε στην πολυθρόνα κι άφησε το κλάμα να τραντάζει όλο της το είναι. Η Φωφώ της έδωσε χρόνο, χαϊδεύοντάς την διαρκώς και ψιθυρίζοντας “όλα καλά θα πάνε, θα δεις, θα βρεθεί το κορίτσι μας”. Αρκετή ώρα μετά, η Μάρω κατάφερε να μιλήσει.
– Τα έβλεπα στο ίντερνετ κι έλεγα, πώς είναι δυνατόν να εξαφανίζονται; Μάνες δεν έχουν να τα προσέχουν; Και τώρα…
– Μάρω μου, μη τα ρίχνεις επάνω σου. Θα μπορούσε να είχε συμβεί στη καθεμία μας.
– Τι μάνα είμαι εγώ; Καταλαβαίνεις τι έκανα; Έχασα το παιδί μου. Ήμουν εκεί… μαζί της και αφαιρέθηκα με το κωλοκινητό, με την δικηγόρο του θείου.
– Τι; Τι δουλειά είχες με την Δήμητρα;
– Δήμητρα; Ελένη Θαλασσινού μου είπε εμένα.
– Μάρω μου, είσαι ταραγμένη!
– Φωφώ! Με πήρε μια Ελένη Θαλασσινού, δικηγόρος του θείου, για το άνοιγμα της διαθήκης του αύριο, που θα έπρεπε να παρευρεθώ κι εγώ και είχε ενημερώσει κι εσένα.
– Τι λες ξαδερφούλα μου; Με τρομάζεις!
– Εγώ να δεις πόσο τρομάζω. Δηλαδή είναι ψεύτικο όνομα;
– Η δικηγόρος μας λέγεται Δήμητρα Τέγου, η διαθήκη του μπαμπά μου έχει ανοιχτεί τρεις μήνες τώρα και τι σχέση έχεις εσύ;
Σα να γύριζαν όλα γύρω της. Έφερνε στο μυαλό της ξανά τον διάλογο της καταραμένης κλήσης και τότε σα να βρήκε την λύση.
– Ήθελε κάποιος να μου αποσπάσει την προσοχή με κάτι, για να μου κλέψουν το μωρό μου! Φωφώ, πρέπει να το πω στην αστυνομία!
– Κοριτσάκι μου, είναι δικό σου βιαστικό συμπέρασμα αυτό!
– Μα δες το! Κουμπώνουν τα κομμάτια! Με πήρε κάποια τηλέφωνο, λέγοντάς μου κάτι που θα μου τραβούσε την προσοχή και κάποιος άρπαξε το παιδί μου!
– Αυτό που λες, ακούγεται σαν οργανωμένο έγκλημα, ρε ξαδερφούλα μου! Γιατί όλο αυτό; Και πού ήξεραν ότι θα πετύχει;
– Έριξαν τα δίχτυα τους! Και να, που το πέτυχαν! Τόσο ηλίθια! Τόσο ανάξια μάνα!
– Βρε καρδούλα μου και ποιος ήξερε τόσα στοιχεία; Δηλαδή πίσω από αυτό είναι κάποιος γνωστός σου; Ή κάποιος μπήκε στη διαδικασία να ψάξει τη ζωή σου; Και για ποιο λόγο να κλέψουν το μωρό; Δεν καταλαβαίνω! Μου φαίνεται τραβηγμένο! Να δεις που απλά, κάπου αφαιρέθηκε το ψυχούλι μας και έχασε τον προσανατολισμό της. Είμαι σίγουρη ότι κάποιος θα την βρει και θα πάρει τηλέφωνο.
– Μακάρι, Φωφώ μου! Αλλά στο μυαλό μου τριγυρνάνε οι απειλές του Θωμά! Αν έφτασε στο σημείο να απήγαγε το παιδί μου, για να με βλάψει, θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια.
– Τον έχεις ικανό για κάτι τέτοιο; Τι να πω ρε ξαδερφούλα…
– Σήκω! Πάμε πάλι στην αστυνομία να πω όλα αυτά για το τηλεφώνημα και τις υποψίες μου για τον Θωμά.
Ώρες μετά, από τον ήχο του κινητού, ταράχτηκε. Όταν είδε το όνομά του, το σήκωσε αμέσως αυτή τη φορά.
– Είσαι με τα καλά σου; Τι πήγες και είπες στην αστυνομία; Είναι δυνατόν να έκανα κάτι τέτοιο; Και γιατί δεν μου τηλεφώνησες αμέσως να μου πεις τι έγινε; Πες μου κάθε λεπτομέρεια! Τελικά, ήσουν ανάξια για μάνα.
– Θωμά, πίστεψέ με, δεν υπάρχει τίποτα να πεις που θα με κάνει να νιώσω χειρότερα από όσο ήδη νιώθω.
– Θα βάλω λυτούς και δεμένους να ψάξουν.
– Αν αποδειχτεί ότι είσαι εσύ πίσω από αυτό, για να με πονέσεις, θα σε σκοτώσω! Κυριολεκτώ!
– Άντε γαμhσου καpioλα!
Πέρασαν τρεις εφιαλτικές μέρες, με το silver alert να βγάζει συχνά στις οθόνες το πρόσωπο της Κορίνας και την Μάρω να σέρνεται. Ζήτησε άδεια από την δουλειά, δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν. Μόνο έκλαιγε, είχε συνέχεια το κινητό στο χέρι και παρακαλούσε να χτυπήσει, να της πουν ότι βρέθηκε το Κορινάκι της. Η Φωφώ, άγρυπνος φρουρός δίπλα της.
– Μπες να κάνεις ένα ντουζάκι καλή μου, θα σε αναζωογονήσει. Δεν λύνεις τίποτα με το να μην αλλάζεις, να μη τρως, να μη κοιμάσαι.
– Δεν θέλω.
– Καλά, μπαίνω εγώ για ένα γρήγορο μπανάκι κι έρχομαι, ναι;
Όταν ήταν μέσα, φώτισε η οθόνη και ήρθε μήνυμα στο κινητό της, το οποίο ήταν πάνω στον καναπέ τόσες μέρες, μαζί με εκείνες, που δεν άλλαζαν θέση. Όταν είδε γραμμένη την φράση: “Η Κορίνα συνέχεια ζητάει την Μάρω! Δεν αντέχω άλλο”, καλύτερα να την μαχαίρωναν. Άλλωστε το ίδιο σκίστηκε η καρδιά της με αυτές τις 9 λέξεις. Πήρε στα χέρια της το κινητό και όρμησε στο μπάνιο, τράβηξε την κουρτίνα και κράτησε πολύ κοντά στο πρόσωπο της απορημένης Φωφώς το κινητό, ενώ με το άλλο της χέρι άρπαξε την ξαδέρφη της και την ταρακουνούσε.
– Εσύ; Εσύ είσαι πίσω από αυτό; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Γιατί;
– Βγάλε τον σκασμό!, πέρασε στην αντεπίθεση η Φωφώ και με δύναμη άρπαξε το χέρι της Μάρως από πάνω της και την έσπρωξε με ορμή πίσω.
Η Μάρω, που ήδη ήταν σε ευαίσθητη κατάσταση, δεν κατάφερε να συγκρατήσει το σώμα της κι έπεσε κάτω. Η γυμνή γυναίκα, με τα νερά να τρέχουν παντού, γρήγορα βρέθηκε από πάνω της, να της πιάνει τα χέρια και να την ακινητοποιεί.
– Ψεύτρα! Ελεεινή! Πες μου πού είναι το παιδί μου, πριν καλέσω την αστυνομία!, τσίριζε η Μάρω.
Η Φωφώ άρχισε να την χτυπάει με μανία, καθώς ήταν σε πλεονεκτική θέση από πάνω της.
– Πάντα νόμιζες ότι είσαι καλύτερη όλων μας, μα είσαι ένα σκουπίδι, ακούς; Ένα τίποτα, αυτό είσαι.
– Τι λες; Τι;
Σηκώθηκε από πάνω της, την τραβολόγησε και την έσπρωξε με δύναμη στον καναπέ. Έριξε επάνω της ένα φόρεμα και πήρε το κινητό ενώ την κοιτούσε στα μάτια.
“Έλα, τα ξέρει όλα! Είδε το μήνυμα. Έλα γρήγορα! Τι εννοείς τα σκάτωσα; Να μη σε ανακατέψω; Αυτό ήταν λοιπόν; Ίδιοι είστε! Ίδιοι, παρτάκηδες!”
Έκλεισε το τηλέφωνο και άρχισε να σπάζει ότι υπήρχε μπροστά της κλαίγοντας. Ξαφνικά, στάθηκε απέναντι από την Μάρω και ούρλιαζε.
– Εσύ φταις για όλα, βρώμα! Για ακόμα μια φορά, μου καταστρέφεις τη ζωή! Σε βαρέθηκα! Στο διάολο να πας σκpόφα!
Η Μάρω την κοιτούσε και δεν ήξερε ποια είχε απέναντί της πια. Κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε προσπαθώντας να καταλάβει.
– Τι σου έχω κάνει; Γιατί τόσο μίσος απέναντί μου; Εμείς πάντα ήμασταν σαν αδερφές.
– Σκάσε είπα, μη μιλάς! Σαν αδερφές! Κουραφέξαλα! Εσύ ήσουν πάντα η γλυκιά, η όμορφη, που τους έκανες όλους να σε προσέχουν. Πάντα κατάφερνες τους πάντες να σου κάνουν τα χατίρια. Κι εγώ πάντα στη σκιά σου. Οι γονείς μου πάντα σε είχαν πρότυπο. Κι από το βρωμόνησο, ενώ ήσουν μακριά, μου έκανες ζημιά. Ο μπαμπάκας σου, έστελνε βιντεάκια συνέχεια στον αδερφό του κι εκείνος σε καμάρωνε. Ποτέ δεν καμάρωσε έτσι για μένα, το ίδιο του το παιδί. Μας έδειχνε τα κατορθώματά σου. “Κοίτα η Μάρω, πόσο όμορφη είναι! Κοίτα η Μάρω, πόσο μοιάζει στη γιαγιά της, τη μάνα μου, κοίτα κολυμπάει σαν δελφίνι, κοίτα πόσο ωραία λέει το ποίημα, κοίτα η Μάρω ψαρεύει παρέα με τον αδερφό μου, καλύτερα από γιο τον βοηθάει στη βάρκα και το ψαράδικο, η ανιψιά μου δεν χρειάζεται να σπουδάσει, θα βρει πλούσιο άντρα με την ομορφιά και τον τρόπο της!”. Κι όταν ερχόμασταν όλοι μαζί στο νησί, έβλεπα τον θαυμασμό του μπαμπά μου για σένα κι εγώ σε σιχαινόμουν κάθε μέρα και πιο πολύ. Και πάλευα, πάλευα να τον κάνω περήφανο, να είμαι υπάκουη, να διαβάζω, να είμαι πρώτη μαθήτρια, να περάσω στην πρώτη μου επιλογή, να τελειώσω στα τέσσερα χρόνια, να… να… να… Ποτέ τίποτα δεν ήταν αρκετό. Πάντα εσύ ερχόσουν πρώτη σε όλα κι ας ήσουν μια άχρηστη, που δεν διάβαζες, που δεν σπούδασες. Άσε δε όταν ο γκόμενός σου σε τακτοποίησε στο νοσοκομείο! Ο θείος σου καμάρωνε και με κοιτούσε με ύφος “μόνο εσύ δεν κατάφερες τίποτα και ας σε σπούδαζα τέσσερα χρόνια!”. Είδα στα μάτια του την απογοήτευση. Όταν έμεινες έγκυος ήταν το τελειωτικό. Η πανάξια ανιψιά κι εγώ… εκείνη που έστελνα βιογραφικά χωρίς αποτέλεσμα, η ανίκανη να βρω έναν πλούσιο άντρα, η άτεκνη, το τίποτα.
Καθώς έβγαζε τα εσώψυχά της, την κοιτούσε με μίσος, έσφιγγε τα χείλη, τα μάτια, τα λόγια καρφιά που τα πετούσε πάνω της να την ματώσουν, να την κομματιάσουν.
– Δεν είχα ιδέα για όλα αυτά. Γιατί δεν μου μίλησες ποτέ; Γιατί δεν…
– Να σου πω τι; Όταν μετακόμισες στην Αθήνα, ήθελα να φύγω μακριά, όσο πιο μακριά από σένα. Μετά, όσο πιο πολύ κόμπαζες για το κελεπούρι που σε ερωτεύτηκε, τόσο πιο πολύ ήθελα να σε καταστρέψω, ενώ εμένα γνώρισε πρώτη, εμένα έπρεπε να ερωτευτεί, αλλά, ήρθες εσύ, σαρωτική όπως πάντα.
– Ας μου έλεγες ότι τον ήθελες, δεν ήξερα!
– Άντε παράτα με, μαλaκισμέvo! Και τώρα, τώρα που θα έπαιρνα εκδίκηση, πάλι τα κατάφερες!
– Εκδίκηση; Χρησιμοποιώντας το παιδί μου;
– Ναι Μάρω, ναι! Για να πονέσεις! Να δεις πώς είναι να χάνεις! Επιτέλους να νιώσεις πώς είναι να χάνεις! Αλλά είδες το κωλομήνυμα! Και τώρα πάει! Μου είπε είμαι μόνη μου σε αυτό!
– Ποιος Φωφώ; Πού είναι η κόρη μου;
– Σκάσε! Σκάσε! Σκάσε, να μη σε ακούω!
Πήρε πολλές φορές τηλέφωνο, χωρίς αποτέλεσμα. Πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι και κάπνιζε.
– Ο Θωμάς έχει την Κορίνα, είπε λίγη ώρα μετά.
– Το ήξερα! Σε παρακαλώ, πες μου πού είναι και άφησέ με!
– Ήταν δικός μου, το καταλαβαίνεις; Ήταν δικός μου! Είχαμε σχέδια! Θα ήμουν πια ευτυχισμένη! Για μια γαμhμevh φορά θα τα είχα όλα εγώ κι όχι εσύ. Και τα χάλασες! Όπως κάνεις πάντα με την ζωή μου.
Η Μάρω δεχόταν το ένα σοκ μετά το άλλο.
– Φωφώ, δεν αξίζει να πονάς γι’ αυτόν. Δε βλέπεις ότι μας χρησιμοποίησε και τις δύο;
– Εμένα με αγάπησε! Θα φεύγαμε στο εξωτερικό με το παιδί, θα ήμασταν μια ευτυχισμένη οικογένεια μακριά από σένα, από όλους! Αλλά μπήκες στη μέση, πάλι!
Τα σοκαριστικά νέα δεν είχαν τελειωμό κι έπρεπε να μην εξοργίσει περαιτέρω την Φωφώ.
– Καμία δεν μπορεί να αγαπήσει αυτός, μόνο τον εαυτό του. Πες μου, σε παρακαλώ πού έχει το παιδί μου.
Δεν απάντησε. Συνέχιζε να περπατάει πάνω κάτω. Σκεφτόταν ότι πια κινδύνευε με την κατηγορία της απαγωγής και ξεφυσούσε.
Άνοιξαν με το κλειδί που είχε η Φωφώ, από την γκαρσονιέρα που νοίκιαζαν μαζί, σαν παράνομο ζευγάρι, τον τελευταίο χρόνο. Η Κορίνα έβλεπε τηλεόραση και μια κυρία ήταν μαζί της. Όταν είδε την μαμά της, έτρεξε στην αγκαλιά της. Ο Θωμάς εξαφανίστηκε. Στόχος του το Μεξικό, όπως τα είχε κανονίσει με την Φωφώ, αλλά αντί για εκείνη, πήρε μαζί του την καινούργια συνάδελφό του. Άνθρωποι σαν εκείνον, δεν έχουν μπέσα, δεν έχουν ηθικούς φραγμούς. Ούτε το παιδί του ήταν προτεραιότητά του. Απλά, δεν είχε μάθει να χάνει. Είχε κάνει και μια οικονομική κατάχρηση στη δουλειά και σχεδίαζε καιρό να φύγει. Έριξε τα δίχτυα του στη Φωφώ και με τη βοήθειά της θα τα είχε όλα!
Δεν τον κυνήγησε η Μάρω. Δεν ήθελε να τραυματίσει ψυχικά την κόρη της. Της έφτανε που ο Θεός δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν τα σχέδιά του. Δεν έμαθε ξανά νέα του. Αφοσιώθηκε στο μεγάλωμα της κόρης της, επιλέγοντας πολύ προσεκτικά ποιους έβαζε στη ζωή της.
Η Κορίνα, την έκανε γιαγιά, νέα, χαρίζοντάς της δύο εγγόνια, στων οποίων βοηθούσε στο μεγάλωμα και ήταν πολύ ευτυχισμένη. Η Φωφώ, συνέχιζε να κατηγορεί την Μάρω για την κακή τροπή της ζωής της και δεν έκανε ποτέ οικογένεια, δεν βρήκε ποτέ την ευτυχία πουθενά.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
