Το ξέρω… (;)

Δεκαοχτώ χρονών ήταν η Στεφανία όταν δέχτηκε να γίνει το κορίτσι του Θαλή και τώρα μετρούσαν τριάντα χρόνια από κείνη τη μέρα. Η αγάπη της για κείνον την έκαναν να αντέξει όλη αυτήν την κοινή πορεία ζωής μιας και σίγουρα δεν ήταν ποτέ αυτό που λέμε “εύκολος άνθρωπος”.

Την αγαπούσε, το ήξερε η Στεφανία! Σίγουρα όχι με τον τρόπο που λαχταρούσε, αλλά το ήξερε! Άραγε φτάνει να το ξέρει κάποιος; Και τι σημαίνει “το ξέρω” όταν δεν το ακούω, όταν δεν το βλέπω;

Υπήρχαν φορές, που είχε ανάγκη μια γλυκιά κουβέντα, ένα κομπλιμέντο, μια επιβράβευση για τα πιο μικρά, τα πιο απλά, όπως “τι όμορφη είσαι σήμερα”, “σου πηγαίνει αυτό το φόρεμα”, “ πολύ νόστιμο το φαγητό”, “ άλλαξες χτένισμα; Πολύ ωραίο”, “έλα να σε πάρω μια αγκαλιά”, “σ’ αγαπώ”. Όλα αυτά, που δίνουν φτερά στην ψυχή και κάνουν πιο όμορφη την καθημερινότητα ανάμεσα στις τόσες υποχρεώσεις.

Αντιθέτως ο Θαλής ήταν απότομος και νευρικός, δεν ήξερε από φίλτρα των λόγων και της συμπεριφοράς του. Το ονόμαζε ντομπροσύνη και θεωρούσε πως οι άντρες δεν χρειάζονται τα γλυκόλογα για να δείξουν την αγάπη τους. Έτσι, καθημερινά, δεν σχολίαζε ποτέ αν φορούσε κάτι όμορφο η Στεφανία ή αν χτένιζε τα μαλλιά της ή αν βάφονταν για κάποια έξοδό τους, δεν άνοιξε ποτέ τα χέρια του να την πάρει μια αγκαλιά. Όταν το έκανε εκείνη, υπήρχαν φορές που δυσανασχετούσε, με ύφος “πάλι αγκαλιές θέλεις;”. Όχι μόνο δεν παίνεψε ποτέ κάποιο φαγητό της αλλά αν τον ρωτούσε εκείνη αν ήταν νόστιμο, πολλές φορές η απάντηση δεν ήταν καν θετική. “Πάλι μακαρόνια;”, ή “πάλι ανάλατο”.

Πληγωνόταν η Στεφανία, αλλά δεν του παραπονιόταν πια. Μόνο τον πρώτο καιρό του έγγαμου βίου του έκανε κάποια παράπονα, αλλά η απάντησή του, “έτσι με γνώρισες”, δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Δεν παραπονέθηκε ξανά με το πέρας του χρόνου, αφού έτσι τον γνώρισε. Ήταν σα να μην είχε το δικαίωμα. Ήξερε λοιπόν… ποιος είναι και ότι την αγαπούσε και αρκούνταν σε αυτό.

Μέχρι που μια μέρα ξαφνικά, η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει κι έμεινε μόνος. Και τότε του έλειπαν τα φαγητά της, οι αγκαλιές της, τα “σ’ αγαπώ” της, το χαμόγελό της, η φροντίδα της, η παρουσία της. Πήγαινε στο μνήμα, έβλεπε την φωτογραφία της και της μιλούσε. Της έλεγε για τότε που φόρεσε εκείνο το κυπαρισσί φόρεμα που της πήγαινε πολύ, για τότε που είχε κάνει περμανάντ και ήταν πολύ όμορφη, για τότε που έβαλε το κόκκινο κραγιόν που το λάτρευε πάνω της, για τότε που του χαμογέλασε και φώτισε ο κόσμος του, για τότε που ήταν ανάλατο το φαγητό αλλά ήταν νόστιμο, για τότε που άνοιξε την πόρτα και μπήκε σπίτι και ένιωσε ότι είχε όλα όσα χρειαζόταν στη ζωή του, για τότε που τον αγκάλιασε και γέμισε η ψυχή του, για τότε που του είπε “σ’ αγαπώ” και του έδωσε δύναμη να συνεχίσει. Για όλα τα τότε που δεν της είπε τίποτα και τώρα το μετάνιωνε, για όλα τα τότε που δεν της είπε “σ’ αγαπώ” γιατί απλά… το ήξερε! Τον ήξερε οπότε δεν χρειαζόταν να το εκφράσει, να το πει. Πόσο λάθος έκανε. Και τώρα πια ήταν πολύ αργά.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading