Νικόλ

Σε ένα χωριό ζούσαν εκατό κάτοικοι. Το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν άνω των ενενήντα ετών. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μικρά παιδιά και τα παιδικά τους χρόνια ήταν απερίγραπτα σκληρά. Τριγυρνούσαν ξυπόλητα στους δρόμους ψάχνοντας για ένα κομμάτι ψωμί. Κάποια παιδιά πουλούσαν τσιγάρα, σπίρτα, καραμέλες για να πάνε λίγες δραχμές πίσω στις οικογένειές τους. Οι αρρώστιες θέριζαν και έτσι έχασαν πολλά από τα αδέρφια τους χωρίς ποτέ να μάθουν την αιτία. Τα παιδικά τους μάτια είδαν φρικιαστικές εικόνες. Σήμερα, μια λέξη δεν άντεχαν να ακούνε και ήταν απαγορευμένη στο χωριό. Αυτό δεν το ήξερε η Νικόλ όταν αποφάσισε να μετακομίσει εκεί.

Η νεαρή Γερμανίδα ήταν φιλήσυχη και γλυκιά. Δεν μιλούσε την γλώσσα αλλά μετακόμισε στην Ελλάδα επειδή ήθελε μια ήσυχη ζωή. Είχε διαβάσει τόσα για την Ελλάδα. Διάλεξε το χωριό αυτό γιατί ήταν κοντά στην πόλη και μισή ώρα από την θάλασσα. Βρήκε ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι, το αγόρασε και το ανακαίνισε πριν μετακομίσει. Κανόνισε να εργάζεται στην ίδια εταιρεία εξ αποστάσεως. Επιτέλους θα ζούσε ήρεμα. Ήταν αυτό που πάντα επιθυμούσε. Ξεκίνησε μαθήματα Ελληνικών και έκανε παρέες με τους δασκάλους και τους συμμαθητές της. Ήταν αλήθεια όσα άκουγε για την φιλοξενία των Ελλήνων. Την βοήθησαν να βρει τα βήματά της στην αρχή. Ανυπομονούσε τώρα να γνωρίσει και τους συγχωριανούς της.

Οι κάτοικοι είχαν στήσει καρτέρι από την ώρα που είδαν το συνεργείο να ετοιμάζει το σπίτι. Είχαν καταλάβει ότι ήταν ξένη γιατί κανένας Έλληνας δεν θα αγόραζε εκείνο το γκρέμισμα. Ρωτήσαν και έμαθαν ότι την έλεγαν Νικόλ. Αλλά δεν είχαν μάθει ακόμα την καταγωγή της. Ο μόνος ξένος που ανέχονταν ήταν ένας πλούσιος Ελβετός που είχε αγοράζει και αυτός σπίτι στην είσοδο του χωριού. Του άρεσε να έρχεται τα καλοκαίρια και να τρώει στην ταβέρνα του χωριού. Είχε ξετρελαθεί με τις κρητικές γεύσεις. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι αυτός δεν μιλούσε ελληνικά και η συνεννόηση γινόταν με νοήματα και υπομονή. Τους είχε κερδίσει όμως γιατί ήταν απλός και ευγενικός άνθρωπος.

Γρήγορα ανακάλυψαν ότι η Νικόλ ήταν Γερμανίδα. Ξύπνησαν άσχημες μνήμες. Προσπάθησαν να της κάνουν την ζωή δύσκολη. Της μιλούσαν άσχημα όταν την έβλεπαν αν και εκείνη δεν καταλάβαινε τι της έλεγαν. Ένιωθε όμως την δυσαρέσκειά τους. Είχαν μια ελπίδα ότι δεν θα αντέξει να ζει έτσι και θα σηκωθεί να φύγει. Δεν την ήθελαν εκεί και αυτό ήταν κάτι που η Νικόλ δεν το περίμενε. Μέχρι στιγμής είχε γνωρίσει ανθρώπους φιλικούς όπως ήταν η φήμη των Ελλήνων. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι η καταγωγή της ήταν ο λόγος που την έβλεπαν ως εχθρό. Ήξερε όμως την ιστορία. Ήξερε τι είχαν ζήσει αυτοί οι άνθρωποι. Και τους καταλάβαινε. Είχαν κάθε δικαίωμα να πονάνε. Σκεφτόταν να πουλήσει το σπίτι, να κατέβει στην πόλη. Δεν ήταν αυτό που είχε ονειρευτεί αλλά δεν έβλεπε άλλη λύση.

Στο χωριό υπήρχε μεγάλο πρόβλημα με το νερό. Τους είχαν υποσχεθεί μια νέα γεώτρηση αλλά είχαν μείνει μόνο στα λόγια. Μια μέρα, η Νικόλ πήγε στην ταβέρνα του χωριού για μεσημεριανό. Εκεί βρίσκονταν αρκετοί χωριανοί που συζητούσαν έντονα για την γεώτρηση. Περίεργη να μάθει τι έλεγαν, άνοιξε το λεξικό στο τραπέζι και μετέφραζε κάποια σημεία από την συζήτηση. Ήθελαν να ζητήσουν από τον Ελβετό να συνδράμει. Αλλά δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Όταν τελείωσε το φαγητό της, η Νικόλ σηκώθηκε και χαιρέτισε τον Ελβετό. Μιλούσαν αρκετή ώρα στα γερμανικά και ο ξένος κουνούσε θετικά το κεφάλι. Η κοπέλα χαμογελούσε. Σηκώθηκαν και έδωσαν τα χέρια. Κρατώντας το λεξικό, η Νικόλ ανακοίνωσε σε σπαστά ελληνικά ότι ο ξένος συμφώνησε να χρηματοδοτήσει το μεγάλο έργο. Οι κάτοικοι έμειναν άφωνοι. Της φίλησαν τα χέρια. Έτσι είπαν συγγνώμη και ευχαριστώ.

Η Νικόλ έγινε η γέφυρα να έρθει καθαρό νερό σε εκείνο το χωριό. Οι μνήμες μπορεί να μην έσβησαν αλλά έκαναν χώρο στην καρδιά τους για μια καινούργια φίλη. Έβλεπαν πια έναν άνθρωπο όχι έναν εχθρό.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading