«Why do we fall, sir? So that we can learn to pick ourselves up» («Γιατί πέφτουμε, κύριε; Για να μάθουμε να σηκωνόμαστε»)
Alfed Pennyworth (από την ταινία «Batman begins», 2005)
Ο νεαρός από το ακροατήριο πήρε το μικρόφωνο που του έδωσαν, καθάρισε τον λαιμό του και κοίταξε προς τη σκηνή, το πάνελ, τον προτζέκτορα που διαφήμιζε εικόνες από το βιβλίο του συγγραφέα, για να καταλήξει η ματιά του στον ίδιο τον δημιουργό. «Οκέι», είπε «για τη δική μου ερώτηση, δεν θα πρωτοτυπήσω, μάλλον θα την έχετε ακούσει πολλές φορές. Ίσως να έχετε βαρεθεί να την ακούτε κιόλας…». Χαμογέλασε αμήχανα. «Εμ…», ανασήκωσε τους ώμους. «Πώς… Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας;».
Στη μέση του πάνελ, ο πενηντάρης Σταύρος, συγγραφέας παραμυθιών και κοινωνικών δραματικών ή κωμικών ιστοριών, αναστέναξε και χαμογέλασε κι αυτός. Ήπιε λίγο από τον καφέ του και χάιδεψε τα γένια και τα μακριά μαλλιά του (όλα γκριζαρισμένα εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια), πριν απαντήσει. «Όντως, δεν είναι πρωτότυπη ερώτηση, αλλά, αν κάνετε συχνά τέτοιες ερωτήσεις, ακόμα και στον εαυτό σας, μάλλον ειδικά στον εαυτό σας, τότε σας λέω ότι έχετε τα φόντα για να γίνετε κι εσείς συγγραφέας, ή καλλιτέχνης γενικότερα. Γιατί, μεταξύ μας…», έγειρε λίγο μπροστά, πιο κοντά στο μικρόφωνο, και παράστησε ότι θα πει κάτι μυστικό. «… μεταξύ μας, η πρωτοτυπία είναι υπερτιμημένη».
Χαμόγελα από το κοινό, και πολλά νεύματα.
«Κι αν δεν με πιστεύετε», συνέχισε ο Σταύρος, «δείτε τους τίτλους ή τις περιλήψεις των βιβλίων, ή ταινίες και σειρές του Χόλιγουντ, ή τραγούδια και video-games. Θα βρείτε υπερβολικά πολλές ομοιότητες μεταξύ τους. Αλλά, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, μια ερώτηση που ουδέποτε βαριέμαι να απαντάω… που βασικά, είναι και αυτή που θέλω πιο πολύ να απαντάω, θα πρέπει να σας εξιστορήσω λίγα γεγονότα από το παρελθόν μου. Κι αυτό θα πάρει λίγη ώρα. Ή…», κοίταξε χαμογελαστός το κοινό, «θα αναγνώσω λίγες σελίδες αναδρομής, που οι αναγνώστες πάντα τις λατρεύουν».
Ξανά υπήρξαν μερικά χαμόγελα, αλλά τελικά επικράτησε ησυχία. Όλοι και όλες κοιτούσαν τον Σταύρο, καθώς αυτός τους μιλούσε για το πώς έφτασε στο σημείο στα τριάντα οκτώ του να παρατήσει τη δουλειά του και να γίνει αυτό που πάντα ήθελε, ένας συγγραφέας.
*
Όπως είπε και ο φίλος από το ακροατήριο, και το επανέλαβα κι εγώ, και θα το κάνω ξανά (αν έχετε διαβάσει κάποιο από τα βιβλία μου, ξέρετε ότι το κάνω συχνά, όσο κι αν «δεν πρέπει»), δεν θα πω κάτι ιδιαιτέρως πρωτότυπο, κάτι που δεν θα έχετε ξανακούσει, όχι τώρα, στην αρχή –θα έρθει κι αυτή η στιγμή, σας το εγγυώμαι, αν και (ιδιαίτερα όσοι δεν ξέρετε, δεν έχετε διαβάσει συνεντεύξεις μου ή δεν έχετε παρακολουθήσει άλλες παρουσιάσεις βιβλίων μου) ίσως να απογοητευτείτε από το πώς αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας.
Λοιπόν. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μπορώ να πω ότι μου άρεσαν οι ιστορίες. Ιστορίες που άκουγα (όπως τα παραμύθια που μου διάβαζαν οι γονείς μου), ιστορίες που έβλεπα (παιδικές ταινίες και σειρές αρχικά) και σταδιακά, ιστορίες που διάβαζα ο ίδιος. Θα τους ευγνωμονώ για πάντα για όλα αυτά που μου έμαθαν, για τα συναισθήματα που μου δημιουργούσαν και για τη βοήθεια διεύρυνσης της φαντασίας μου. Η μητέρα μου συνήθιζε να μου διαβάζει έργα των Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, του Αισώπου, του Ομήρου, των Αδερφών Γκριμ, ενώ ο πατέρας μου προτιμούσε να μου μιλάει για ιστορίες από την ελληνική λαογραφία που είχε ακούσει…
Έβλεπα ταινίες όπως Χιονάτη, Πινόκιο, Φαντασία, Ντάμπο, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, Τα 101 Σκυλιά της Δαλματίας, Ο Βασιλιάς των λιονταριών, Ο Σιδερένιος Γίγαντας, Ιστορία χωρίς τέλος, Λάσι, Ελευθερώστε τον Γουίλι… Αργότερα, διάβαζα ξανά κάποια από τα προαναφερθέντα βιβλία, αλλά και άλλα, όπως Σέρλοκ Χολμς, Μικροί ντετέκτιβ, Ανατριχίλες, διάφορα κλασικά εικονογραφημένα…
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ολοένα και έψαχνα και διάβαζα, σχεδόν ό,τι έπεφτε στα χέρια μου (ευτυχώς, οι γονείς μου είχαν μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στο σπίτι, κυρίως με πολύ γνωστά, πολύ αγαπητά έργα συγγραφέων όπως του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, του Καρκαβίτσα, του Ντοστογιέφσκι, του Όργουελ, του Φλωμπέρ και πολλών ακόμα), αλλά αγόραζα (ή έβαζα τους δικούς μου να μου πάρουν) βιβλία του Πόε, του Κινγκ, της Ρόουλινγκ, του Ρόμπερτ Χάουαρντ, του Ασίμωφ και του Φίλιπ Ντικ από επιστημονική φαντασία.
Φυσικά, το ίδιο έγινε και με τις ταινίες: αν και ανήλικος, είδα μέχρι και έργα τρόμου, που, ομολογουμένως, δεν τα προτιμώ. Πάρα πολύ υλικό, γενικά, διαφόρων κατηγοριών της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, το οποίο προτιμούσα συχνά, αδιαφορώντας αν ήξερα για κάποια από αυτά τι θα γινόταν στην πλοκή του κάθε βιβλίου ή της εκάστοτε ταινίας. Μου άρεσαν πολύ, αυτό με ένοιαζε, και, βασικά, κυρίες και κύριοι, μου κρατούσαν συντροφιά σε δύσκολες περιόδους (έχω χάσει πολλούς συγγενείς, που τους γνώρισα και τους αγάπησα, και μόνο εύκολο δεν μου ήταν η απώλεια του καθενός), αλλά επίσης, για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας κιόλας, όλα αυτά τα έργα αποσπούσαν την προσοχή μου από τα μαθήματα του σχολείου, που, ναι, μπορεί να φανεί περίεργο, αλλά δεν μου άρεσε να διαβάζω και να γράφω με το στανιό, με το ζόρι, τέλος πάντων.
(Μικρή παύση από τον Σταύρο, που φαίνεται σαν να σκέφτεται). Βέβαια, τώρα κατέληξα να γράφω με το ζόρι, κατά μία έννοια, και μου αρέσει… (Γέλια από το κοινό, και από τον ίδιο)… Αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Το σχολείο άργησε να μου εμπνεύσει το οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Έφτασα στην τρίτη λυκείου, ουσιαστικά, για να με νοιάξει η λογοτεχνία που διδάσκεται, και πάλι, όχι όπως διδάσκεται –έπρεπε να κάνω ο ίδιος τις δικές μου αναγνώσεις, ξέχωρα από τα όσα υποχρεωτικά μας μάθαιναν.
(Ο Σταύρος καθάρισε τον λαιμό του, καθώς άρχιζε το δύσκολο μέρος της αφήγησής του). Οι γονείς μου δε συμφωνούσαν, φυσικά, με την νοοτροπία μου. Δεν ήθελαν να απορροφά σχεδόν όλη μου την προσοχή η λογοτεχνία εκτός της ύλης (όλα αυτά που ανέφερα νωρίτερα), ούτε οι ταινίες, πολλές από τις οποίες τις έβλεπα κρυφά τα βράδια, στο βίντεο ή, αργότερα, στο DVD player, με αποτέλεσμα το πρωί να είμαι κομμάτια, όπως θα έγραφε ο Τολστόι, πιστεύω, ή μπορεί και ο Κάφκα. (Κι άλλα χαμόγελα από το κοινό, αλλά και μερικές αποδοκιμασίες για την ποιότητα του χιούμορ). Με συγχωρείτε, παρασύρομαι. Έλεγα ότι οι γονείς μου επέμεναν να μην παραγκωνίζω το σχολείο, και γιατί κάτι τέτοιο «δεν θα μου έκανε καλό», αλλά και γιατί, από ένα σημείο και μετά, από το γυμνάσιο, νομίζω, οι παρέες μου περιορίζονταν χρόνο με το χρόνο, καθώς έχανα το ενδιαφέρον μου για το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ (κυρίως με αυτά ασχολούνταν τα παιδιά που ήξερα και είχα για φίλους), ενώ εκείνες οι παρέες δεν ενδιαφέρονταν ουδόλως για το διάβασμα και τις ταινίες, τουλάχιστον όχι για τις κατάλληλες της ηλικίας μας, αν με εννοείτε. (Το κοινό αντέδρασε όπως περίμενε ο Σταύρος: γελάκια και αναστεναγμοί αγανάκτησης).
Ναι, μην παραβλέπουμε και αυτή την πτυχή, δεν θα ήταν δίκαιο, νομίζω, για την ιστορία που αφηγούμαι. Τέλος πάντων. Τσακωνόμασταν με τον πατέρα μου για το ότι δεν είχα φίλους, και έπρεπε να παρέμβει η μητέρα μου, για να μην ξεφύγει η κατάσταση. Άλλες φορές τσακωνόμουν με την μητέρα μου για το ότι οι βαθμοί μου δεν ήταν καλοί, και επενέβαινε ο πατέρας μου. Ήταν σαν να παίζαμε ως αντίπαλοι (εγώ στη μία ομάδα και εκείνοι στην άλλη), και κάθε τόσο οι γονείς μου έκαναν αλλαγές, ενώ εγώ έπρεπε να παλεύω μόνος απέναντί τους. Κάτι που δε βοηθούσε στις σχέσεις μας, οι οποίες, όπως θα καταλάβατε από την αρχή της εξιστόρησης, ήταν πολύ όμορφες τα πρώτα χρόνια, αλλά όλο και γίνονταν δυσκολότερες καθώς μεγάλωνα, και άρχιζα ο ίδιος να τους πηγαίνω κόντρα, πολλές φορές απλά για να τους πάω κόντρα και τίποτα περισσότερο.
Αλλά συνήθως, υπήρχε ένας πιο σοβαρός λόγος που δεν ήθελα να κάνω ό,τι μου έλεγαν αναφορικά με το διάβασμα, κι αυτός ο λόγος είναι που είμαι, που είμαστε εδώ σήμερα. Είχε ξεκινήσει να σχηματίζεται στο μυαλό μου η ιδέα να γράψω ο ίδιος τις δικές μου ιστορίες, κι ήταν μια σκέψη που με τριβέλιζε για πολλά χρόνια.
Ενώ τελείωνα το σχολείο (έδωσα πανελλήνιες κι εγώ, μια περίοδος που δεν θα ήθελα να ξαναζήσω ποτέ) και έπρεπε να αποφασίσω για το ποια σχολή θα παρακολουθούσα (γιατί εννοείται πως έπρεπε να πάω στο πανεπιστήμιο, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω, σωστά;), ανέβαλλα για μέρες να πάρω μια απόφαση, γιατί σημείωνα στο πρώτο μου τετράδιο τις ιδέες μου.
(Ο Σταύρος σταμάτησε ξανά και σήκωσε στον αέρα ένα μεγάλο, τεσσάρων θεμάτων τετράδιο, με κίτρινο εξώφυλλο, που απεικόνιζε γεωμετρικά σχήματα και όντα παραμυθιών). Αυτό εδώ είναι. Το έχω τελειώσει πια, πριν καν κλείσω τα είκοσι πέντε το είχα τελειώσει βασικά, και δεν έχω γράψει κανονικά, στον υπολογιστή, ούτε τα 2/3 –ακόμα! Θα έρθει η ώρα όλων τους, να είστε σίγουροι και σίγουρες για αυτό.
Τέλος πάντων. Διάλεξα τη σχολή δημοσιογραφίας του ΑΠΘ, όπως ξέρετε, και, χάρη στους βαθμούς που συγκέντρωσα, πέρασα, έφυγα από την Αθήνα και πήγα στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασα, πέρασα καλά, διασκέδασα κιόλας. Είδα πολλές ταινίες, διάβασα ακόμα περισσότερα βιβλία άσχετα με τη σχολή. Έκανα μερικές παρέες, που πλέον έχουμε χαθεί. Το ίδιο συνέβη και με τα δύο κορίτσια που γνώρισα και που κάναμε σχέση όσο ήμουν στη σχολή. Εργασίες, διάβασμα για τις εξετάσεις… Βαρετά πράγματα, αν δεν τα θες –όσοι και όσες τα θέλετε, no problem, αλλά εγώ δεν τα ήθελα, δεν τα θέλω και δεν θα τα θελήσω ποτέ ξανά, γιατί τρώνε χρόνο από ό,τι με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει πραγματικά.
Ήταν πολύ ωραία στην Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ’90 που σπούδασα. Πόσες φορές επισκέφτηκα την πλατεία Ναυαρίνου, τα Λαδάδικα, τα μπαρ της Προξένου Κορομηλά με τις ροκές που έπαιζαν, ο πολυχώρος Μύλος με τις εκθέσεις που διοργανώνονταν… Επειδή είμαστε και σε εποχές περίεργες όσον αφορά την τοποθέτηση προϊόντων και επιχειρήσεων, δεν θα αναφέρω ονομαστικά τα βιβλιοπωλεία και τα καφέ που σύχναζα, αλλά, ας πούμε, μερικά ήταν στην Εγνατία και γύρω από το πανεπιστήμιο φυσικά, ή στην Αριστοτέλους (αιώνια αγαπημένη) ή στην Ισαύρων. Πολλές ώρες, σε όλα αυτά, ειδικά σε όσα μέρη ήταν κατάλληλα για διάβασμα. Θυμάμαι, έπαιρνα και τη γραφομηχανή που μου είχαν αγοράσει οι γονείς μου για την επιτυχία μου στις πανελλήνιες. Την έχω ακόμα, παρεμπιπτόντως. Κάποιες από τις ιστορίες τις γράφω εκεί πρώτα, προτού τις περάσω στον υπολογιστή, για να τις στείλω για έκδοση, μιας και οι εκδότες θέλουν έγγραφα μόνο σε ηλεκτρονική μορφή πια. Για να γίνω και λίγο boomer, όπως λένε οι νέοι, πάνε οι καλές οι εποχές που έπρεπε να ταχυδρομήσεις το χειρόγραφο, όχι ότι τις έζησα πραγματικά, σα συγγραφέας, δηλαδή. (Ακούστηκαν ξανά μερικά γέλια από το ακροατήριο).
Όπως και να έχει, στα χρόνια του πανεπιστημίου, ξεκίνησα να γράφω δειλά-δειλά τις πρώτες μου ιστορίες. Ήταν διηγήματα που προέρχονταν ως επί το πλείστον από ιδέες αγαπημένων συγγραφέων της παιδικής μου ηλικίας, όπως του Άντερσεν και του Αισώπου. Αντέγραφα και άλλαζα κάποιες λεπτομέρειες, ουσιαστικά. Ήταν μόνο αφήγηση, για κάποιο λόγο δεν ένιωθα άνετα να γράφω διαλόγους στις πρώτες μου απόπειρες στη συγγραφή. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, αλλά έτσι ήταν. Δυστυχώς, δεν έχω κρατήσει κάποια από τις αρχικές μου ιστορίες, αλλά οι περιλήψεις/ιδέες υπάρχουν στο τετράδιο που σας έδειξα πριν λίγο. Όμως, ήταν η αρχή, είχε γίνει η αρχή, επιτέλους, κι αυτό με ένοιαζε. Με κάθε ευκαιρία, έβγαζα το στιλό μου (πάντα έχω ένα στιλό και ένα σημειωματάριο μαζί μου, τι σόι συγγραφέας θα ήμουν αλλιώς, ε;) και όλο και κάτι καινούριο έγραφα, ή απλά συμπλήρωνα ή διόρθωνα σε μια ήδη γραμμένη ιστορία. Θυμάμαι να με πιάνουν καθηγητές στην αίθουσα να ασχολούμαι με τα διηγήματά μου, που δεν είχαν σχέση με τα μαθήματα, και να με επιπλήττουν. Οι περισσότεροι, δηλαδή, γιατί είχα γνωρίσει και κάνα δυο που ήταν υποστηρικτικοί απέναντί μου, λέγοντάς μου να μην τα παρατήσω, και πως ίσως να έπρεπε να εστιάσω αποκλειστικά στη συγγραφή διηγημάτων ή και μεγαλύτερων ιστοριών, γιατί αυτό με ενδιέφερε, και το καταλάβαιναν –τους είχα δώσει να διαβάσουν ιστορίες μου, και μου είπαν ότι τα πήγαινα πολύ καλά.
(Ο Σταύρος έκανε κι άλλη παύση. Ήπιε λίγο νερό και καφέ. Δάγκωσε και το χείλος του, κι έσφιξε τη δεξιά γροθιά του, καθώς ετοιμαζόταν να συνεχίσει). Δεν θα τους κατονομάσω αυτούς που υποτίθεται ότι με υποστήριξαν, γιατί μου πήραν εκείνες τις ιστορίες και τις δημοσίευσαν σε εφημερίδες της εποχής ως δικές τους. Είχα εξοργιστεί πολύ, και είχα απογοητευτεί πολύ, γιατί τους εμπιστεύτηκα και με πρόδωσαν. Τους ζήτησα το λόγο και με απείλησαν ότι δεν θα περνούσα αν το συνέχιζα, κι έτσι απλά μάσησα τα λόγια μου, και δεν το έθιξα ξανά. Δεν το είπα ούτε στους δικούς μου, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, γιατί ήξερα ότι αφενός θα εκνευρίζονταν που δεν είχα παρατήσει το «εξωσχολικό διάβασμα», όπως το αποκαλούσαν, αλλά και ότι ένας από τους δύο, ή και οι δύο, θα μου έλεγαν «καλά να πάθεις» ή κάτι τέτοιο. Δεν ήθελα να καταπέσω κι άλλο, γιατί ήδη είχα χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μου. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω, ήμουν πολύ μπερδεμένος. Εντέλει, αποφάσισα να συνεχίσω και να ολοκληρώσω τη σχολή, γράφοντας όποτε είχα όρεξη –κάτι που, δυστυχώς, δεν είχα συχνά έκτοτε.
Τα τέσσερα χρόνια πέρασαν, ορκίστηκα και μετά γύρισα για λίγους μήνες στο σπίτι, τους οποίους πέρασα μιζεριάζοντας, πίνοντας, ξενυχτώντας, για να σας βομβαρδίσω με μερικές από τις διόλου αγαπημένες των κριτικών λογοτεχνίας μετοχές. Έπειτα, πήγα στον στρατό, όπου πέρασα πολλούς φριχτούς μήνες, και μερικούς σχετικά ήσυχους, χωρίς να γράψω ούτε μισή γραμμή στον πρώτο υπολογιστή που αγοράσαμε, ή στην αγαπημένη μου γραφομηχανή, ή έστω με το χέρι, σε μια λευκή σελίδα. Τίποτα. Καμία έμπνευση. Διάβαζα, όμως, και έβλεπα πολλές ταινίες, γεγονός που διατηρούσε τη φαντασία μου ζωντανή. Βοήθησαν και κάποιες φιλίες που ανέπτυξα τότε, αλλά και η σχέση μου με την αγαπημένη μου σύζυγο, την Κατερίνα. Μου συμπαραστάθηκαν όταν τους χρειάστηκα, αλλά, όπως και με τις φιλίες του σχολείου, χαθήκαμε μετά το στρατό. Με την Κατερίνα, όμως, μείναμε μαζί, και όχι μόνο αυτό, αλλά, όταν γύρισα ως πολίτης πια, μετακομίσαμε στο τότε διαμέρισμά της –πλέον, μένουμε αλλού, ένεκα και των παιδιών, γιατί η πρώτη μας κοινή κατοικία δεν είχε αρκετό χώρο για όλους μας. Έπιασα την πρώτη μου δουλειά σε ένα μικρό περιοδικό, ενώ κι εκείνη δούλευε. Δεν πολύ-βλεπόμασταν, αλλά περνούσαμε καλά, και ακόμα περνάμε.
Το θέμα, όμως, ήταν ότι εγώ εξακολουθούσα να θέλω να γράψω τις δικές μου ιστορίες (που είχαν αρχίσει ξανά να αυξάνονται στο τετράδιο), και, ευτυχώς, η Κατερίνα με στήριξε ως προς αυτό. Βέβαια, κάπου εκείνη την εποχή, τα πρώτα χρόνια του 2000, άρχισαν και οι δυσκολίες: έχανα τη μια δουλειά μετά την άλλη, χρέη, και η Κατερίνα αναγκάστηκε να αλλάξει εργασία μια δυο φορές. Οι γονείς μου και οι δικοί της μας πίεζαν για να παντρευτούμε, ενώ ήξεραν ότι είχαμε ζόρια. (Ο Σταύρος σκέφτηκε να πει ότι οι δικοί του και τα πεθερικά του δεν τους συμπαραστάθηκαν ιδιαίτερα, αλλά δεν ήθελε να το θίξει και αυτό. Άλλωστε, από τότε είχαν συμφωνήσει με την Κατερίνα να μην απευθυνθούν στους δικούς τους για οικονομική ενίσχυση, γιατί αυτή ήταν που τους «έκαιγε»). Τα φέραμε βόλτα τελικά, αφού αμφότεροι αναγκαστήκαμε να κάνουμε και δεύτερη δουλειά, έστω και περιστασιακά.
(Ο Σταύρος σταμάτησε πάλι. Έριξε μια ματιά στην Κατερίνα, που καθόταν στις πρώτες θέσεις του αμφιθεάτρου, μαζί με τα παιδιά τους. Αναστέναξε και ήπιε κι άλλο από τον καφέ του. Αναλογίστηκε, όχι για πρώτη φορά στη συγγραφική του καριέρα, ότι, αν είχε ξεκινήσει το κάπνισμα, τώρα θα ήθελε απεγνωσμένα να ανάψει τσιγάρο, κι ας τους έλουζε όλους τους το σύστημα ανίχνευσης καπνού).
Επειδή έχω πει πολλά για το παρελθόν, και, όπως είπα πριν ξεκινήσω την ομιλία, οι αναδρομές είναι πολύ λατρεμένη τεχνική γραφής, θα προσπεράσω τα κατοπινά χρόνια και ό,τι αυτά έφεραν, ειδικά για τη χώρα μας (από το 2009 και μετά, όλοι ξέρουμε πόσο καλά πήγε η οικονομία μας), και θα φτάσω λίγο μετά την γέννηση του πρώτου μας παιδιού. Τι έχω να πω, λοιπόν, για το έτος 2015; Ήταν η χρονιά που τελικά συνέβη αυτό που ανέβαλλα απ’ όταν ήμουν στο λύκειο, μην πω και νωρίτερα. Ήρθε η στιγμή να στείλω την πρώτη μου εκτενή ιστορία, το πρώτο μου παραμύθι, Το γέλιο του Κακού Κλόουν, το οποίο είχα γράψει τέσσερα χρόνια πριν, το 2011. Ήξερα ότι θα έπαιζα με τη φωτιά, γιατί θα με κατηγορούσαν ότι πήγαινα να εκμεταλλευτώ την επιτυχία του It, του Στίβεν Κινγκ, αν και το συγκεκριμένο βιβλίο το διάβασα το 2017, όταν βγήκε η διασκευή του πρώτου μέρους του για το σινεμά. Αλλά στο γυμνάσιο, είχα δει την παλιά μίνι σειρά, οπότε… Δεν είναι αυτό το ζητούμενο, όμως. Το ζητούμενο είναι πως είχα αποφασίσει να προχωρήσω στην έκδοση του πρώτου μου βιβλίου. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το πώς το αποφάσισα.
(Ο Σταύρος είδε την Κατερίνα να του χαμογελάει. Εκείνη ήταν η πρώτη που άκουσε τον λόγο που οδήγησε τον άντρα της να γίνει επαγγελματίας συγγραφέας, και ήταν ένας λόγος που θα προκαλούσε λίγα γέλια. Αμφότεροι αντιλήφθηκαν ότι κι άλλοι στην αίθουσα χασκογέλασαν, γιατί η ιστορία είχε γίνει γνωστή από την πρώτη του φορά που μίλησε μπροστά σε κοινό).
Τι συνέβη; Λοιπόν… Έπεσα! Αυτό συνέβη! Αυτή είναι η πρωτοτυπία που έχω στην ιστορία μου. Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, γυρνώντας από τη δουλειά (δεν έχει σημασία τι δουλειά έκανα τότε, θα πω απλώς ότι ήταν άσχετη με τη δημοσιογραφία), καθώς έβγαινα από το φούρνο που ψωνίζαμε πεϊνιρλί και ντόνατς (όποτε μπορούσαμε, επιτρέπαμε στους εαυτούς μας αυτές τις μικρές παρασπονδίες), άνοιξα την πόρτα του αμαξιού από την πλευρά του συνοδηγού, έβαλα μέσα την τσάντα, έκανα να κλείσω την πόρτα, δεν πάτησα καλά στο πεζοδρόμιο και έπεσα με τον κώλο. (Γέλια από το ακροατήριο, τα οποία σιγοντάρισε και ο Σταύρος).
Δε σηκώθηκα αμέσως, παρά έμεινα εκεί (ευτυχώς, δεν ήταν βρεγμένα, αλλιώς ποιος θα άκουγε την Κατερίνα μετά), παρά άρχισα να γελάω, όπως τώρα, καλή ώρα. Κάποιοι μαζεύτηκαν γύρω μου, να δουν μήπως είχα χτυπήσει, αν και γελούσαν και εκείνοι. Μέσα στην όλη παράλογη κατάσταση, παρατήρησα τα πρόσωπα των άλλων, τα οχήματα, τα μαγαζιά, τον γαλάζιο ουρανό και τον κατακίτρινο ήλιο. Συνειδητοποίησα ότι άκουγα και τα τζιτζίκια (έκανε πολλή ζέστη εκείνες τις ημέρες), σκεπτόμενος ότι κι αυτά μπορεί να γελούσαν με την αδεξιότητά μου. Και, λίγο πριν σηκωθώ (ο Σταύρος έκανε μια μικρή παύση, ενώ τα συναισθήματα συγκίνησης τον κυρίευαν) αναλογίστηκα την ιστορία του Κακού Κλόουν που είχα γράψει. Spoiler alert, προειδοποίηση για όσους και όσες δεν το έχετε διαβάσει, αλλά… στο τέλος αποδεικνύεται ότι ο Κλόουν ήταν ανέκαθεν ο καλός της υπόθεσης και ο βασιλιάς ο κακός. Ο Κλόουν το μόνο που ήθελε πάντα ήταν να κάνει τους άλλους να γελάνε, κι ας ήταν δυστυχισμένος μέσα του. (Μικρή παύση ξανά. Ο Σταύρος σκούπισε τα μάτια του και καθάρισε τη φωνή του, που είχε βραχνιάσει). Και σκέφτηκα ότι αυτή θα ήταν μια όμορφη ιστορία, μια ιστορία που θα άρεσε στον κόσμο, που μπορεί να τον συγκινούσε. Και αποδείχτηκε πως είχα δίκιο…
*
Ο Σταύρος κοίταξε τον νεαρό που είχε κάνει την ερώτηση. «Έτσι αποφάσισα να παρατήσω την προηγούμενη δουλειά μου και να γίνω συγγραφέας. Επαγγελματίας συγγραφέας, δηλαδή. Αν και οφείλω να πω ότι ο χαρακτηρισμός “επαγγελματίας” είναι περισσότερο τυπικός, για τον δικηγόρο, τον λογιστή και την Εφορία, παρά ουσιώδης».
Κανείς δεν μίλησε.
«Όσον αφορά τους γονείς μου», συνέχισε «άλλαξαν εν μέρει τη γνώμη τους για το πάθος μου να γίνω συγγραφέας. Αλλά όχι για την πίεση κατά τα σχολικά χρόνια. Θεωρούν πως έπραξαν ορθώς, με το να μη μ’ αφήσουν να παρατήσω το σχολείο νωρίς». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τα έχουμε βρει, όμως, και λατρεύουν τα παιδιά, όπως και τα παιδιά λατρεύουν την μάνα και τον πατέρα μου, αλλά και τα πεθερικά μου». Κοίταξε το κοινό. «Θα προτιμήσω να μη μιλήσω περαιτέρω για άτομα που ήρθαν και έφυγαν από την ζωή μου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν είναι της παρούσης. Άλλο θα ήθελα να κρατήσετε από αυτή την παρουσίαση –πέραν του νέου μου κοινωνικού μυθιστορήματος, με τίτλο: Η ξαστεριά. Τα είκοσι πρώτα αντίτυπα σε τιμή ευκαιρίας, παρακαλώ, και υπογεγραμμένα. Όσοι προλάβατε, προλάβατε».
Ακούστηκαν μερικά γέλια.
«Μια πτώση χρειάστηκε» είπε ο Σταύρος. «Μερικές φορές αυτό είναι που έχεις ανάγκη, για να κάνεις ό,τι είσαι προορισμένος να κάνεις. Να πέσεις, να φας τα μούτρα σου, μπας και συνειδητοποιήσεις ότι η ζωή που κάνεις δεν είναι ακριβώς ή και καθόλου η ζωή που θες. Από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις, για να την αλλάξεις, λοιπόν. Κάποιες φορές, ίσως χρειαστεί να συμβεί κάτι τυχαίο, ή και ανούσιο φαινομενικά, αλλά προσωπικά διαφωνώ, δεν θα είναι τυχαίο. Θα είναι πραγματικό, πιο ρεαλιστικό απ’ ό,τι θα θέλαμε όλοι εμείς που διαβάζουμε μυθοπλασία, αλλά όχι τυχαίο. Και θα συμβεί! Αν δεν έχει ήδη γίνει, δηλαδή. Σε όλους συμβαίνει, όμως. Θα λάβετε και εσείς το δικό σας κάλεσμα για να αρχίσετε την ζωή σας όπως την θέλετε. Στη δική μου περίπτωση… δεν ξέρω, αμφιβάλλω ότι απλά έπεσα, γιατί η όλη κατάσταση ήταν πολύ σουρεάλ για το δικό μου το μυαλό, για τη δική μου φαντασία, που όχι μόνο δεν κατέπεσε, αν μου επιτρέπετε το λογοπαίγνιο, αλλά αναζωογονήθηκε, ξύπνησε. Εκτός από την οικογένειά μου, απέκτησα και τη δουλειά που ήθελα ανέκαθεν να κάνω». Ο Σταύρος αναστέναξε. «Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Άλλες ερωτήσεις;».
Τάκης Κομνηνός
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
