«Πόσο δύσκολο είναι να βάλεις μια υπογραφή, ρε αδελφέ; Τυπική τελείως είναι! Δεν μου ‘χεις εμπιστοσύνη; Τόσα χρόνια!»
«Σσσ! Χαμήλωσε τη φωνή σου!», τον πρόσταξε χαμηλόφωνα ο Παναγιώτης, ρίχνοντας πλάγιες ματιές κατά την πόρτα της κουζίνας.
«Τι σκιάζεσαι; Μην φέρει αντιρρήσεις η Αγλαΐα; Δεν είμαστε καλά! Τι αντιρρήσεις να έχει, να βοηθήσεις τ’ ανίψια σου! Ορίστε μας! Και παιδιά να ‘χε κάνει, που δεν ήταν άξια, έτσι θα τ’ άφηνες;»
«Άσε με, Κώστα, να το σκεφτώ…»
«Τι να σκεφτείς; Οικογένεια δεν είμαστε; Πρέπει να βοηθά ο ένας τον άλλο. Τώρα με βοηθάς εσύ να πάρω το δάνειο. Μετά θα σε βοηθήσουν τα παιδιά μου στα γεράματα, που εδώ που τα λέμε, έφτασαν κιόλας… Να και η Αγλαΐα έγινε ήδη… πόσο είσαι, Αγλαΐα, τώρα; Μπήκες στα πενήντα, έτσι δεν είναι;», είπε επίτηδες δυνατά, για ν’ ακουστεί στις λάμιες που είχαν καθίσει στο απέναντι πεζούλι και έκαναν τόση ώρα πως καθάριζαν χόρτα, ενώ είχαν στήσει αυτί.
Η Αγλαΐα δε μίλησε, μόνο άφησε τ’ ασημένιο δισκάκι με το σεμεδάκι και τους καφέδες στο τραπέζι κι έφυγε χωρίς να τους σερβίρει.
Χώθηκε στην κουζίνα της και προσπάθησε να πάρει ανάσες. Ξάφνου έφερε τον πήχη της στο στόμα και τον δάγκωσε με λύσσα, έτσι όπως θα ‘θελε να δαγκώσει τον λαιμό του Κώστα. Πόσο αδιάντροπος! Επίτηδες ήρθε ως στο σπίτι τους, τάχα μου για να δει τι κάνουνε. Δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι με τον Παναγιώτη, ποτέ δεν είχε έρθει. Και σήμερα επέμενε να βγουν και στο μπαλκόνι να κάτσουν, ώστε να μπορούν να ακούνε οι κουτσομπόλες τις γειτονιάς να τους κατηγορεί, πως, αφού δεν έχουν παιδιά θα έπρεπε να φροντίζουν τα ανίψια τους. Κοίτα που θα έβγαιναν και υποχρεωμένοι από πάνω, ότι τους έκανε χάρη που ήθελε να μπει ο Παναγιώτης εγγυητής στο δάνειό του. Στο δάνειο που δεν είχε σκοπό ποτέ να ξεχρεώσει…
Ναι, τώρα πια κανείς δεν περίμενε να κάνουν παιδί, αφού πάτησε τα σαράντα εννιά. Αυτηνής δεν ήτανε η μοίρα να κρατήσει ποτέ στα χέρια της ένα μικρό πλασματάκι που να τη φωνάζει μαμά. Μεγάλωσε βέβαια τ’ ανίψια της, τα παιδιά της αδερφής της, μα κι εκείνα, σαν έβλεπαν εφιάλτη, την έδιωχναν και της ούρλιαζαν ότι θέλουν τη μαμά τους. Ό,τι και να τους έκανε, μάνα τους δεν ήταν…
Ένδεκα φορές τόλμησε να ονειρευτεί ότι μπορεί να τα κατάφερνε και τις ένδεκα οι ελπίδες τις έσβησαν πάνω σ’ ένα χειρουργικό τραπέζι. Το σώμα της “δηλητηρίαζε” τα μωρά της, άγνωστο με τι…
«Αγλαΐα, το τηλέφωνο! Δεν ακούς;», ακούστηκε βραχνή η φωνή του Παναγιώτη, βγάζοντάς την από τις σκέψεις της. Σκούπισε τα αλμυρά σταγονίδια που έρεαν στο πρόσωπό της και έτρεξε να σηκώσει το ακουστικό.
«Αγλαΐα, εσύ;»
«Ναι», ψέλλισε και η φωνή της λύγισε.
«Κλαις;»
«Ό… όχι», τραύλισε και ρούφηξε τη μύτη της.
«Τι σου παν πάλι; Ή μάλλον άσε, δε θέλω να ξέρω, το μόνο που θέλω να ξέρω είναι αν αύριο μπορείς να ρθεις στην Αθήνα…», είπε σε σοβαρό τόνο η αδερφή της, η Αρσινόη.
«Αύριο;», απόρησε η Αγλαΐα.
«Αύριο, ναι! Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο!»
«Για τι πράγμα;»
«Πρέπει να κάνεις μια εξέταση…»
«Τι εξέταση;»
«Τι να σου λέω τώρα! Θα τα πούμε αύριο!»
«Μα…»
Και η Αγλαΐα πήγε, δεν είχε τίποτα να χάσει. Ό,τι ήταν να χάσει, το είχε ήδη χάσει. Την ελπίδα, τη χαρά, την προσμονή και, τελευταία, ακόμη και τη διάθεση να ζει.
«Τοξο… τι;»
«Τοξόπλασμα. Είναι ένα παράσιτο. Μου κάνει εντύπωση που ενώ είστε αγρότισσα κανείς συνάδελφος δε σκέφτηκε να κάνει αυτήν την απλή εξέταση, η οποία, κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι υποχρεωτική στον προγεννητικό έλεγχο»
«Δηλαδή αυτό φταίει;»
Ο γιατρός κούνησε θετικά το κεφάλι του και πρόσθεσε «Πρέπει να πάρετε αντιβίωση…»
«Και θα γίνει καλά;» αναρωτήθηκε δυνατά η Αρσινόη.
«Ναι»
«Και τόσο καιρό που δεν το είχαμε βρει, ήταν επικίνδυνο για την ίδια;» ξαναρώτησε η Αρσινόη με έγνοια.
«Κυρίως για το βρέφος, αλλά για να μην έχουμε κανένα θέμα με την εγκυμοσύνη πρέπει να αντιμετωπιστεί».
«Ποια εγκυμοσύνη πια, γιατρέ μου;», ψέλλισε η Αγλαΐα και η φωνή της έσπασε, καθώς κοιτούσε τους ξασπρισμένους κόμπους των δακτύλων της, που ήταν σφιγμένα γροθιές. «Ποιο το νόημα; Τώρα είναι αργά…»
«Ίσως και να μην είναι, αδερφούλα μου», είπε η Αρσινόη μαλακά και η Αγλαΐα την κοίταξε απορημένη με τα υγρά μάτια της.
«Κοιτάξτε, κυρία Πέτρου, αυτό που θέλει να πει η αδερφή σας είναι ότι, εφόσον βρήκαμε μια πολύ πιθανή αιτία που χάνετε τα παιδιά, θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε και άλλους τρόπους»
«Τι τρόπους, γιατρέ μου; Και τι δεν έχουμε κάνει τόσα χρόνια… Τώρα πια είμαι σχεδόν πενήντα και ο άντρας μου είναι εξήντα. Δεν έχω πια καμία…»
«Αντιθέτως! Έχετε πολλές ελπίδες! Τα συζητήσαμε και με την αδερφή σας. Θα σας τα πει και αυτή… Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει άλματα στη γενετική. Μια καινούργια μέθοδος είναι η εξωσωματική…»
«Λοιπόν, τι λες;» είπε ενθουσιασμένη η Αρσινόη. Η Αγλαΐα της έριξε ένα αμφίσημο βλέμμα. Πώς θα μπορούσε να τολμήσει να ονειρευτεί πάλι; Κι αν; Κι αν πάλι συνέβαινε το ίδιο; Πώς θα μπορούσε να το αντέξει; Πώς, σ’ αυτήν την ηλικία θα μπορούσε να γίνει μητέρα;
«Να δεις, τώρα που βρήκαμε τι φταίει και με τη βοήθεια του Θεού και της επιστήμης, θα τα καταφέρουμε!», αναφώνησε ενθουσιασμένη η Αρσινόη.
«Ναι, μα… Πιστεύεις ότι θα μπορούσε;»
«Ναι, το πιστεύω. Αφού βρήκαμε τι “σκοτώνει” τα μωρά και, εφόσον θέλουν να βρουν άτομα για να προωθήσουν την καινούργια μέθοδο, είναι μοναδική συγκυρία όλο αυτό. Ας είναι καλά αυτή η γυναίκα που μου ανέφερε αυτήν την εξέταση! Αυτή τη φορά θα τα καταφέρεις είμαι σίγουρη!»
Εννιά μήνες, διακόσιες εβδομήντα μέρες. Μαζί με την κοιλιά της μεγάλωνε η αγωνία, η ελπίδα και η προσμονή, δεμένες σαν σφιχτή πλεξούδα. Κάθε επίσκεψη στον γιατρό, κάθε νέα εξέταση, τα τρυπήματα για το ζάχαρο, ακόμη και η ξαφνική επίσκεψη από τις λάμιες του χωριού στην Αθήνα, όπου έμενε αυτούς τους μήνες, που πήραν να πασπατεύουν την κοιλιά της για να σιγουρευτούν ότι είναι αλήθεια έγκυος, κάνοντας πικρόχολα σχόλια. Όλα τα άντεξε για χάρη ενός ονείρου.
Και η Αγλαΐα τα κατάφερε! Κράτησε όχι ένα, αλλά τρία μικρά μικρούτσικα ανθρωπάκια στην αγκαλιά της, που έκλαιγαν, έχεζαν και έτρωγαν και ολοένα ψήλωναν και μεγάλωναν και την έλεγαν μαμά. Κι έλιωνε η καρδιά της από ευτυχία στο άκουσμα αυτών των συλλαβών, που ακούγονται σαν διπλό φιλί.
Αναστασία Χ.
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Οι συλλαβές της ευτυχίας”
[…] Οι συλλαβές της ευτυχίας Όπου εσύ κι εγώ […]
[…] Οι συλλαβές της ευτυχίας Όπου εσύ κι εγώ […]