Όταν καθόταν, ακόμα και μέσα στην τάξη, ο Θοδωρής σταύρωνε το αριστερό πόδι πάνω από το δεξί. Η μαμά τον πείραζε ότι μιμούνταν τον παππού Ευτύχη. Ίσως και να το έκανε πράγματι. Εκείνο το πρωινό, όμως, ορκίστηκε μέσα του ότι δεν θα ξανακαθίσει έτσι ποτέ.
Ήταν Τρίτη και παρακολουθούσε τη δεύτερη ώρα του μαθήματος της Γλώσσας – ή τουλάχιστον, προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στα κείμενα που μάθαιναν για την Επανάσταση του 1821. Το βλέμμα του ξεστράτιζε συχνά πυκνά έξω από το παράθυρο, κι υπολόγιζε πόσες δραχμές είχε καταφέρει να μαζέψει. Ήλπιζε πως το ποσό θα έφτανε για να αγοράσει δύο περιποιημένα παγωτά μετά την παρέλαση της 25ης Μαρτίου, ένα για τον ίδιο κι ένα για τη μαμά του.
«Κοίτα πώς είναι τα παπούτσια του», ακούστηκε ένας ψίθυρος από το διπλανό θρανίο.
«Δίκιο έχεις. Οι σόλες είναι εντελώς φαγωμένες».
Κατέβασε αμέσως το πόδι του, όμως οι συμμαθήτριές του δεν πτοήθηκαν.
«Γιατί δεν παίρνει καινούργια;»
«Είναι πολύ φτωχοί»
Τα μάγουλα του Θοδωρή φλογίστηκαν, αλλά συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι τα σύννεφα έπαιρναν ενδιαφέρουσες μορφές. Όμως τα κορίτσια συνέχισαν να συζητούν – και θέλοντας και μη, τις άκουγε.
«Ο καημένος… Λένε ότι δεν έχει μπαμπά»
«Ισχύει»
«Λες να χώρισαν οι γονείς του, όπως της Ματούλας;»
«Όχι, δε νομίζω. Δεν πρέπει να τον γνώρισε ποτέ»
«Πέθανε;»
«Ποιος ξέρει… Ήταν οναστάντ ή κάτι τέτοιο»
«Τι είναι αυτό;»
«Δεν έχω ιδέα. Μάλλον–»
Δεν άντεξε να ακούσει περισσότερα. Πετάχτηκε από το θρανίο και όρμησε στο διάδρομο, βροντώντας πίσω του την πόρτα της τάξης. Δεν τον ένοιαζε που θα τον τιμωρούσε η δασκάλα. Ούτε που μπορεί να τον έστελναν στη φοβερή και τρομερή διευθύντρια.
Χρειαζόταν να πάρει ανάσα, μακριά από εκείνη την πνιγηρή αίθουσα, μακριά από εκείνους τους ψιθύρους που τον πονούσαν. Βγήκε στο πίσω προαύλιο, εκεί που ήταν σίγουρος ότι δεν θα τον έψαχνε κανείς. Στριμώχτηκε στη γωνία του, πίσω από έναν θάμνο με πυκνό φύλλωμα. Σταύρωσε τα πόδια του, έσκυψε από πάνω τους και τα αγκάλιασε.
Το μυαλό του ταξίδεψε σε όλες τις συζητήσεις που είχε κάνει με τη μαμά για αυτό το θέμα. Όποτε τη ρωτούσε για τον μπαμπά του, εκείνη του έλεγε ότι δεν μπορούσε να τον γνωρίσει, και ότι θα του εξηγούσε όταν μεγάλωνε.
Χάιδεψε τα αθλητικά του παπούτσια. Δεν τον πείραζαν οι λιωμένες σόλες, ούτε τα φθαρμένα κορδόνια. Ήταν δώρο του παππού Ευτύχη, κι εκείνος ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε σε μπαμπά. Θυμόταν σαν χθες τα τελευταία Χριστούγεννα που πέρασαν μαζί. Τα μάτια του υγράνθηκαν, κι η φαντασία του ταξίδεψε στη ζεστή ανάμνηση.
Ήταν μια από τις σπάνιες φορές που η διάθεση της μαμάς έμοιαζε με το όνομά της: Ευτυχία. Ο παππούς τής είχε κάνει δώρο ένα σάλι στο χρώμα του κισσού, ίδιο με τα μάτια της. Το φορούσε και γελούσε. Ύστερα ήταν η σειρά του Θοδωρή να ανοίξει το δώρο του: ένα κουτί τυλιγμένο με απλό καφέ χαρτί. Το έσκισε με λαχτάρα και αποκαλύφθηκε ένας θησαυρός. Ήταν τα αθλητικά που λαχταρούσε από την πρώτη δημοτικού. Και τώρα είχε ήδη φτάσει στην πέμπτη.
«Δοκίμασέ τα», είπε η μαμά.
Το πόδια του μπήκαν μέσα πολύ εύκολα, σχεδόν κολυμπούσαν. Δε χόρταινε να χαζεύει τον συνδυασμό των χρωμάτων: άσπρο, μπορντό, μαύρο, και λίγο κόκκινο. Αυτό όμως που τον έκανε να φουσκώσει από περηφάνεια ήταν τα κορδόνια. Όλα τα προηγούμενα παπούτσια του είχαν αυτοκόλλητα. Τώρα όμως ήταν πια αρκετά μεγάλος για να δένει κορδόνια.
«Είναι λίγο μεγάλα τώρα. Θα τα φορέσεις σε δυο-τρεις μήνες»
«Όχι! Τώρα θέλω να τα φορέσω», είπε ο Θοδωρής χτυπώντας τα πόδια του στο πάτωμα.
Αλλά η μαμά ήταν ανένδοτη. Πήρε τα καινούργια παπούτσια, τα έβαλε μέσα στο κουτί τους, και τα τακτοποίησε στη ντουλάπα της. Αργότερα, μαγείρεψε το πιο χορταστικό γεύμα που είχαν φάει τον τελευταίο καιρό: ένα ολόκληρο κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο, σαλάτα, μπόλικα τυριά και αλλαντικά. Όμως το μυαλό του Θοδωρή παρέμενε στο δωμάτιο της μαμάς.
Οι μέρες των διακοπών κύλησαν γρήγορα. Την ημέρα που άνοιγαν τα σχολεία, ο παππούς Ευτύχης τον ξύπνησε για να τον πάει στο σχολείο. Η μαμά είχε ήδη φύγει από τις πέντε τα ξημερώματα, όπως κάθε μέρα, για να προλάβει να φτάσει, μετά από τέσσερις αλλαγές σε λεωφορεία, στο εργοστάσιο όπου δούλευε. Σίγουρα δε θα γυρνούσε σπίτι πριν τις δέκα και μισή με έντεκα το βράδυ, όταν θα σχόλαγε και από το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο.
Έτσι, ο Θοδωρής βρήκε ευκαιρία να φορέσει τα παπούτσια. Ο παππούς τον ορμήνεψε να φορέσει δυο-τρία ζευγάρια κάλτσες, για να μην επιπλέει το πόδι του. Έτσι κι έκανε. Όταν έφτασε στο σχολείο, η Ματούλα τού είπε ότι «είναι πολύ πρώτα».
Αυτό ήταν.
Αφού τα παπούτσια άρεσαν στο κορίτσι της καρδιάς του, άρχισε να τα φοράει συνέχεια, όλη μέρα: στο σχολείο, στο μεσημεριανό που του μαγείρευε ο παππούς, στην απογευματινή βόλτα, ακόμα και στο κρεβάτι. Και πάντα, λίγο πριν επιστρέψει η μαμά, τα έβαζε στο κουτί τους προσεκτικά.
Μέσα στους επόμενους μήνες, δε χρειαζόταν πια να φοράει επιπλέον ζευγάρια κάλτσες, γιατί το πόδι του μεγάλωνε. Ούτε χρειαζόταν πια να κρύβεται, γιατί η μαμά τον άφηνε να τα φορά. Μόνο όταν ήταν να πάνε στην εκκλησία γινόταν μάχη.
Όπως εκείνο τον Δεκαπενταύγουστο. Η μαμά τον παρακαλούσε να βάλει τα καλά του παπούτσια – κάτι λουστρίνια μπλιαξ! – κι εκείνος φυσικά ήταν ανένδοτος. Ευτυχώς, είχε τον παππού με το μέρος του.
«Μην τσακώνεστε, μέρα που είναι. Άσε το παιδί να βάλει τα παπούτσια του, αφού αυτά του αρέσουν. Πάμε τώρα, γιατί θα αργή–»
Δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει την πρότασή του. Η μαμά, σαν να ήταν πάντα σε επιφυλακή, έτρεξε προς το μέρος του και τον έπιασε από τις μασχάλες πριν σωριαστεί στο πάτωμα. Τόσο μικροσκοπική – κι όμως, είχε τόση δύναμη που κατάφερε να τον κρατήσει και να τον σύρει στον καναπέ.
«Πάρε το 166», του είπε, αλλά ήδη ο Θοδωρής σχημάτιζε τον αριθμό στο καντράν.
Το ασθενοφόρο τον παρέλαβε σε χρόνο ρεκόρ, και εξίσου γρήγορα έφτασε στο νοσοκομείο διασχίζοντας τους έρημους δρόμους του κέντρου της Αθήνας.
Τον παππού όμως δεν τον πρόλαβαν. Πήγε όρθιος σχεδόν, από ανεύρυσμα στην καρδιά. Είχε φτάσει τα ογδόντα εννέα. Είχε ζήσει το πρώτο μισό της ζωής του μέσα σε πολέμους, κατοχή κι ανείπωτη φτώχεια. Στο δεύτερο μισό είχε αναθρέψει μια κόρη, μια εγγονή κι ένα δισέγγονο.
Από εκείνη την ημέρα, τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.
Χωρίς τη σύνταξη του παππού, η μαμά έπρεπε να κάνει διπλοβάρδιες στο εργοστάσιο. Ευτυχώς, πριν δυο μήνες είχε τελειώσει το Τεχνικό Επαγγελματικό Λύκειο, κι έτσι τα βράδια της ήταν πλέον ελεύθερα.
Ακόμα κι έτσι, ο Θοδωρής χρειαζόταν να συνεισφέρει. Μετέφερε καθημερινά τα ψώνια και τις εφημερίδες σε όποιον ηλικιωμένο γείτονα είχε ανάγκη, και τα σαββατοκύριακα αν ήταν τυχερός έπλενε κανένα αυτοκίνητο για πεντακόσιες δραχμές. Έμαθε επίσης να μαγειρεύει μερικά απλά φαγητά, να σκουπίζει και να βάζει πλυντήρια.
Παράλληλα, δεν παρέλειπε να κάνει τα μαθήματά του. Διάβαζε, όπως τον είχε δασκαλέψει ο παππούς, για να σπουδάσει, και να ξεφύγει από τη φτώχεια τους. Κάθε μήνα, έδινε στη μαμά λίγες από τις οικονομίες του, για να τις βάλει στον λογαριασμό που του είχε αφήσει ο παππούς. Θα του χρησίμευε όταν θα περνούσε στο Πανεπιστήμιο.
Το κουδούνι για το διάλειμμα τον επανέφερε στο παρόν. Καθισμένος σταυροπόδι στην αυλή του δημοτικού, παρατηρούσε τις σόλες των παπουτσιών του. Μετά από όλα αυτά, δεν ήταν παράξενο που είχαν λιώσει.
Είχαν περάσει δεκατέσσερις μήνες από την ημέρα που τα είχε δοκιμάσει πρώτη φορά. Στην αρχή, τα φορούσε για τον θαυμασμό ενός κοριτσιού. Μετά ήταν ο σύνδεσμος με τον παππού που είχε χάσει. Ταυτόχρονα, ήταν σημάδι ότι είχε μεγαλώσει. Όμως και τα πόδια του είχαν μεγαλώσει. Ασφυκτιούσαν. Τις τελευταίες ημέρες δεν μπορούσε να τα βγάλει ούτε για να κάνει μπάνιο ή να κοιμηθεί. Έμοιαζε λες και είχαν γίνει ένα σώμα. Και πονούσε, πόσο πονούσε! Το καταλάβαινε τώρα, το αποδεχόταν. Χρειαζόταν νέα παπούτσια.
Με δυσκολία επέστρεψε στην τάξη την ώρα του διαλείμματος. Κουτσαίνοντας έφτασε στη διευθύντρια, όπου πράγματι τον οδήγησε η δασκάλα. Καμιά από τις δύο όμως δεν τον μάλωσε, παρά μόνο μίλησαν μαζί του. Του έδωσαν κι ένα σφραγισμένο γράμμα για τη μαμά.
Το μεσημέρι, μόλις γύρισε σπίτι, ακούμπησε τον κλειστό πράσινο φάκελο στο τραπεζάκι του χωλ, κάθισε στο πάτωμα και βάλθηκε να ξεκολλήσει τα παπούτσια από τα πόδια του.
Η μαμά τον βρήκε στη ίδια στάση λίγες ώρες αργότερα, κι έτρεξε κοντά του.
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν βγαίνουν», είπε ξέπνοος.
Βάλθηκαν και οι δύο μαζί να τα καταφέρουν: η μαμά τραβούσε το παπούτσι, κι ο Θοδωρής έβαζε αντίσταση στο πάτωμα με τις παλάμες. Μετά από αρκετές προσπάθειες, η μαμά σταμάτησε.
«Πότε τα έβγαλες τελευταία φορά;»
«Δε θυμάμαι…»
«Δε θα σε μαλώσω»
«Νομίζω δύο εβδομάδες»
«Περίμενε», του είπε και επέστρεψε με ένα ψαλίδι. «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος»
Τα αφαίρεσε κομματάκι-κομματάκι. Όταν τελείωσε, το θέαμα που αντίκρισαν ήταν αποκρουστικό: τα πόδια του ήταν πρησμένα, τα νύχια είχαν μπλαβιάσει και τα δάχτυλα έμοιαζαν να έχουν στραβώσει.
Τον πήγε άρον-άρον στα επείγοντα. Ευτυχώς είχε γλιτώσει τα χειρότερα, αλλά αναγκάστηκε να μείνει κάποιες μέρες στο σπίτι για να τα αφήσει να θρέψουν.
Μόλις που πρόλαβε να επιστρέψει στο σχολείο, πάνω στην ώρα για την παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Ήταν παραστάτης της σημαίας, και φορούσε με καμάρι τα καινούργια του αθλητικά παπούτσια.
Όπως το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του, μετά την παρέλαση πήγαν στο ζαχαροπλαστείο Χαρά στην Πατησίων. Εκεί κέρασε τη μαμά ένα τεράστιο παγωτό Σικάγο, παρότι επέμενε να τον κεράσει εκείνη.
«Σου έχω μια έκπληξη», του είπε.
Ο Θοδωρής κράτησε την ανάσα του. Θυμήθηκε την ευχή που είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ στο «μαγικό αστέρι».
«Από αύριο θα αρχίσω καινούργια δουλειά. Θα είμαι βοηθός λογιστή σε ένα γραφείο κοντά στο σπίτι μας. Δε θα φεύγω τόσο πρωί, ούτε θα αργώ να επιστρέψω. Και το καλύτερο; Δε θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις, θα τα βγάζουμε πέρα άνετα με το μισθό που θα παίρνω»
Δεν μπόρεσε να ελέγξει την απογοήτευσή του, αλλά ευτυχώς η μαμά δεν το κατάλαβε, γιατί την αγκάλιασε. Φυσικά χαιρόταν που θα περνούσε περισσότερο χρόνο μαζί της. Όμως, ήθελε σαν τρελός να μάθει ποιος ήταν ο μπαμπάς του. Ίσως σε μιαν άλλη ευχή, αναστέναξε.
«Πώς βρήκες τη δουλειά;»
«Υπάρχουν ακόμα άγγελοι που μας προσέχουν πάνω στη Γη», είπε εκείνη αινιγματικά, ανεμίζοντας έναν φάκελο στο ίδιο χρώμα με το σάλι που φορούσε: πράσινο του κισσού.
Έλενα Στεργιοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Να θυμάσαι τα παππού-τσια που αγάπησες”
[…] Να θυμάσαι τα παππού-τσια που αγάπησες Μία καθοριστική πτώση […]
[…] Να θυμάσαι τα παππού-τσια που αγάπησες Όταν άνθισε η ελπίδα… […]