Οι δέκα πανσέληνοι

– Θα γυρίσω… Να με περιμένεις. Δεν θα υπάρξει άλλη στην καρδιά μου. Δεν θα αγγίξει άλλη τα χείλη μου, ούτε θα χωρέσει στην καρδιά μου. Για εμάς φεύγω, Έφη. Για να μπορέσουμε κάποτε να έχουμε τη ζωή που ονειρευτήκαμε. Κι όταν θα γυρίσω, δεν θέλω τίποτα άλλο παρά μόνο εσένα. Σε δέκα πανσέληνους θα είμαι πίσω.

Η Έφη τον κοιτούσε χωρίς να μιλά. Τα λόγια του έπεφταν πάνω της ένα ένα, σαν σταγόνες που ήξερε πως θα έπρεπε να κρατήσει μέσα της για πολύ καιρό. Δεν ήθελε να κλάψει. Όχι μπροστά του. Δεν ήθελε η τελευταία εικόνα που θα έπαιρνε μαζί του να είναι το πρόσωπό της βρεγμένο από δάκρυα. Προσπάθησε να χαμογελάσει.
– Δέκα πανσελήνους; ψιθύρισε.
Ο Παύλος χαμογέλασε κι εκείνος.
– Δέκα. Θα τις μετράς.
– Κι αν φοβηθώ;
– Θα κοιτάς το φεγγάρι.
– Κι αν μου λείψεις πολύ;
– Θα βάζεις το χέρι σου στο στήθος σου και θα νιώθεις τον δικό μου χτύπο, ψιθύρισε ο Παύλος και έσκυψε, αγγίζοντας τα χείλη του στο μέτωπό της με μια ευλάβεια σχεδόν θρησκευτική.

Ο παγερός φθινοπωρινός άνεμος σάρωνε τον λόφο πάνω από το χωριό, κάνοντας τα κλαδιά των αιωνόβιων δρυών να τρίβουν τα γυμνά τους χέρια με παράπονο. Στην πεδιάδα χαμηλά, η βαριά ταχυδρομική άμαξα περίμενε. Ο αμαξάς άναβε τους φανούς πετρελαίου, που τρεμόπαιζαν μέσα στο πυκνό σκοτάδι σαν δύο κίτρινα, ανήσυχα μάτια.

Ο Παύλος έπρεπε να ταξιδέψει σε νησί, σ’ έναν κόσμο άγνωστο και σκληρό, για να εργαστεί στα ναυπηγεία και να ξεχρεώσει το πατρικό του κτήμα. Ήταν η μόνη τους ελπίδα να σταθούν στα πόδια τους και να ζητήσει το χέρι της από τον αυστηρό πατέρα της, που δεν θα δέχονταν ποτέ έναν άπορο νέο για γαμπρό.

Έσφιξε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Η ζεστασιά τους ήταν η μόνη ασπίδα απέναντι στο κρύο της νύχτας. Ο Παύλος γύρισε την πλάτη του και άρχισε να κατηφορίζει το λιθόστρωτο μονοπάτι. Η σιλουέτα του, τυλιγμένη στο μάλλινο πανωφόρι του, χανόταν σιγά σιγά μέσα στην ομίχλη. Η πρώτη πανσέληνος ανέτειλε πάνω από τις κορυφές των βουνών ολόλευκη, παγερή και επιβλητική, σαν ένας σιωπηλός φύλακας που σφράγιζε τον όρκο τους.

Η δεύτερη πανσέληνος βρήκε την Έφη καθισμένη στο ξύλινο παραθύρι του σπιτιού της, με το βελονάκι στο χέρι και τη σκέψη της γαντζωμένη στο παρελθόν. Για να αντέξει τη σιωπή του σπιτιού, γύρισε την καρδιά της πίσω, στη μέρα που οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά.

Ήταν η ημέρα του μεγάλου πανηγυριού της Παναγίας, δύο καλοκαίρια πριν. Ο ήλιος έκαιγε πάνω από την πλατεία του χωριού, που ήταν πλημμυρισμένη από μουσικές, φωνές και μυρωδιές από ψημένο καλαμπόκι και γλυκό σιρόπι. Η Έφη, συνοδευόμενη από τις αυστηρές θείες της, περπατούσε ανάμεσα στους πάγκους των εμπόρων, κρατώντας μια δαντελένια ομπρέλα για τον ήλιο.

Ξαφνικά, ένας γαϊδαράκος που κουβαλούσε φορτωμένα καλάθια με κεράσια, παραπάτησε, ανατρέποντας τον πάγκο ενός γέροντα ανθοπώλη. Μέσα στον πανικό και τις φωνές, ένα παλικάρι όρμησε χωρίς δισταγμό. Μάζεψε τα λουλούδια με προσοχή, βοήθησε τον γέροντα να σηκωθεί και, γυρίζοντας το βλέμμα του, συνάντησε τα μάτια της Έφης.

Ο Παύλος στεκόταν εκεί, με το πουκάμισό του ελαφρώς λεκιασμένο από τους χυμούς των φρούτων, κρατώντας στα χέρια του ένα μπουκέτο από αγριοτριαντάφυλλα. Χωρίς να νοιαστεί για τα επικριτικά βλέμματα των χωριανών ή τη δυσφορία των θειών της, προχώρησε προς το μέρος της, έβγαλε το ψάθινο καπέλο του με σεβασμό και της προσέφερε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.
– Για την πιο όμορφη παρουσία του πανηγυριού, είχε πει με φωνή σταθερή και βαθιά.

Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει αμέσως, αλλά τα δικά της μάτια δεν έφυγαν από τα δικά του. Σε εκείνο το απλό, αυθόρμητο χάρισμα κρυβόταν μια ευγένεια που κανένας πλούσιος αριστοκράτης της περιοχής δεν διέθετε. Από εκείνη την ημέρα, ο κόσμος της Έφης άλλαξε ανεπιστρεπτί.

Με την τρίτη πανσέληνο, ο χειμώνας άρχισε να απλώνεται βαρύς. Η Έφη αναπολούσε τις κρυφές τους συναντήσεις, τις στιγμές που η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβόταν πως θα προδώσει το μυστικό τους σε όλο το χωριό.

Καθώς οι κανόνες της εποχής ήταν αυστηροί και μια ανύπαντρη κοπέλα δεν επιτρεπόταν να κυκλοφορεί μόνη με έναν άντρα, οι συναντήσεις τους γίνονταν πάντα στα κλεφτά, την ώρα που το σουρούπωμα έπεφτε στο χωριό. Το σημείο συνάντησής τους ήταν η παλιά πέτρινη γέφυρα στην άκρη του ποταμού, εκεί που οι ιτιές έστεκαν σαν φυσικό παραπέτασμα.

Η Έφη θυμήθηκε την πρώτη φορά που ο Παύλος τόλμησε να της αγγίξει το χέρι. Ήταν ένα δειλινό του καλοκαιριού. Κάθονταν πάνω στα βρεγμένα βράχια, ακούγοντας το κελάρυσμα του νερού. Ο Παύλος είχε βγάλει το δερμάτινο γάντι του και είχε απλώσει το δάχτυλό του, αγγίζοντας απαλά την παλάμη της.

Το άγγιγμά του ήταν ηλεκτρικό. Ένα ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική της στήλη και η αναπνοή της κόπηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό τρελό, σαν το φτερούγισμα ενός φυλακισμένου πουλιού.
– Έφη, της είχε ψιθυρίσει τότε, πλησιάζοντας το πρόσωπό του τόσο κοντά που μπορούσε να νιώσει τη ζεστή του αναπνοή στο μάγουλό της. Αν μου ζητούσες να γυρίσω τον κόσμο ανάποδα για εσένα, θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εκείνο το πρώτο, δειλό φιλί που ανταλλάξανε κάτω από τη σκιά των δέντρων, με το φεγγάρι να καθρεφτίζεται στα τρεχούμενα νερά του ποταμού, ήταν η σφραγίδα μιας αγάπης που δεν θέριευε απλώς, αλλά γινόταν ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της.

Η τέταρτη πανσέληνος ανέτειλε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Το χωριό είχε θαφτεί κάτω από ένα στρώμα χιονιού. Οι δρόμοι ήταν κλειστοί, τα περάσματα στα βουνά είχαν αποκλειστεί και η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είχε διακοπεί εντελώς.

Για εβδομάδες, καμία ταχυδρομική άμαξα δεν είχε καταφέρει να φτάσει. Η Έφη έτρεχε κάθε πρωί, τυλιγμένη με την πλεκτή εσάρπα της, μέχρι το καφενείο του χωριού όπου ο ταχυδρόμος άφηνε τα γράμματα. Κάθε φορά γύριζε πίσω με άδεια χέρια. Η απουσία νέων από τον Παύλο άρχισε να τρώει την ψυχή της σαν σαράκι.

Μέσα στη σιωπή του παγωμένου δωματίου της, οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να την πολιορκούν. Κι αν ο Παύλος είχε αρρωστήσει από το κρύο στη μεγάλη πόλη; Κι αν η σκληρή δουλειά στα ναυπηγεία τον είχε λυγίσει; Ή, ακόμα χειρότερα, αν η ζωή του νησιού με τις πλούσιες αρχοντοπούλες και τα κοσμικά σαλόνια, τον είχε κάνει να ξεχάσει τη φτωχή κόρη του χωριού;

Κοιτάζοντας το παγωμένο φεγγάρι μέσα από το παράθυρο , η Έφη έσφιγγε τη γροθιά της στο στήθος. Η δοκιμασία της απόστασης αποδεικνυόταν πολύ πιο αμείλικτη από όσο είχε φανταστεί. Η πίστη της δοκιμαζόταν στα όρια της αντοχής της.

Όταν η πέμπτη πανσέληνος φώτισε τον ουρανό, η κρίση στην καρδιά της Έφης έφτασε στο κορύφωμά της. Ο πατέρας της, παρατηρώντας την κακοκεφιά και το μαρασμό της θυγατέρας του, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να τακτοποιήσει το μέλλον της.

Ένας πλούσιος έμπορος σιτηρών από τη γειτονική πόλη, άντρας σοβαρός και ευκατάστατος, άρχισε να επισκέπτεται το σπίτι τους, ζητώντας το χέρι της. Ο πατέρας της ήταν κατενθουσιασμένος.
– Ο Παύλος είναι ένας ονειροπόλος που κυνηγάει ανεμόμυλους στην ξενιτιά, της έλεγε με αυστηρό ύφος τα βράδια δίπλα στο τζάκι. Δεν πρόκειται να προκόψει ποτέ. Ο κύριος Δημοσθένης σου προσφέρει ένα σπίτι αρχοντικό, υπηρέτες και ασφάλεια. Πρέπει να λογικευτείς, Έφη. Η ζωή δεν χτίζεται με παραμύθια και υποσχέσεις κάτω από το φεγγάρι.

Η πίεση ήταν ανυπόφορη. Ο έμπορος της έφερνε μεταξωτά υφάσματα και ακριβά γλυκίσματα, ενώ εκείνη ένιωθε να αστοχεί. Δεν είχε λάβει κανένα γράμμα για περισσότερους από δύο μήνες. Μήπως ο πατέρας της είχε δίκιο; Μήπως η υπόσχεση των δέκα πανσελήνων ήταν απλώς η νεανική αυταπάτη ενός έρωτα που καταδικάστηκε να σβήσει;

Εκείνη τη νύχτα, η Έφη γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας, με τα δάκρυα να τρέχουν, παρακαλώντας για ένα σημάδι που θα της έδειχνε ποιον δρόμο έπρεπε να ακολουθήσει.

Η έκτη πανσέληνος έφερε μαζί της την απάντηση που καρτερούσε. Μια βροχερή Τρίτη, ενώ η απελπισία της είχε χτυπήσει κόκκινο, ο αμαξάς του χωριού χτύπησε την εξώπορτα του αρχοντικού. Κρατούσε στα χέρια του έναν κιτρινισμένο φάκελο, σφραγισμένο με κόκκινο βουλοκέρι.

Η Έφη έτρεξε στο δωμάτιό της, κλείδωσε την πόρτα και με τρεμάμενα δάχτυλα έσπασε τη σφραγίδα. Η γραφή του Παύλου, κομψή και καθαρή, γέμισε τα μάτια της φως:
«Αγαπημένη μου Έφη,
Σου γράφω από το κρεβάτι ενός φτωχικού πανδοχείου. Ο χειμώνας εδώ ήταν αμείλικτος και μια βαριά πνευμονία με κράτησε καθηλωμένο για εβδομάδες μεταξύ ζωής και θανάτου. Το μόνο πράγμα που κρατούσε την ψυχή μου δεμένη με το σώμα μου ήταν η εικόνα του προσώπου σου κάτω από το φεγγάρι.
Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Ο κίνδυνος πέρασε. Η δουλειά στο ναυπηγείο πάει περίφημα και ο εργοδότης μου, εκτιμώντας την τιμιότητά μου, μου υποσχέθηκε μια μεγάλη αμοιβή μόλις ολοκληρωθεί το νέο σκάφος. Μετρώ τις πανσελήνους μία προς μία. Η καρδιά μου χτυπά μόνο για εσένα. Μην κλονιστείς ποτέ».

Μέσα στον φάκελο υπήρχε αποξηραμένο ένα μικρό γαλάζιο λουλούδι του βουνού. Η Έφη έπεσε στο κρεβάτι της κλαίγοντας, αλλά αυτή τη φορά τα δάκρυα ήταν λύτρωσης. Η αμφιβολία εξανεμίστηκε σαν καπνός. Άναψε τη λάμπα πετρελαίου και άρχισε να γράφει την απάντησή της, γεμίζοντας τις σελίδες με την άδολη, παντοτινή της αγάπη.

Η έβδομη πανσέληνος βρήκε τη φύση να ξυπνά από τον λήθαργο του χειμώνα. Η άνοιξη είχε φτάσει, γιορτινή και μοσχοβολιστή. Τα δέντρα στις πλαγιές των βουνών είχαν ανθίσει και τα χελιδόνια έφτιαχναν τις φωλιές τους κάτω από τις μαρκίζες των σπιτιών.

Η Έφη είχε βρει πια την εσωτερική της γαλήνη. Αρνήθηκε οριστικά την πρόταση του εμπόρου σιτηρών, αντιμετωπίζοντας με σθένος την οργή του πατέρα της. Κανένας πλούτος δεν μπορούσε να αγοράσει την ψυχή της.

Αφιέρωσε τις ημέρες της στην προετοιμασία της προίκας της. Καθόταν στον αργαλειό ώρες ολόκληρες, υφαίνοντας σεντόνια και εργόχειρα, μπλέκοντας στις κλωστές τις ελπίδες και τα όνειρά τους. Κάθε βελονιά ήταν κι ένα βήμα πιο κοντά στον Παύλο. Κάθε βράδυ, έβγαινε στην αυλή και κοιτούσε το φεγγάρι, νιώθοντας μια γλυκιά, ήρεμη βεβαιότητα.
Η υπομονή δεν ήταν πλέον βάσανο, αλλά μια δημιουργική ιεροτελεστία. Ήξερε πως ο άντρας που αγαπούσε πάλευε στην ξενιτιά με μοναδικό σκοπό να της προσφέρει τη ζωή που της άξιζε. Αυτή η σκέψη της έδινε τη δύναμη να στέκει όρθια, περήφανη και αλύγιστη απέναντι στις επικρίσεις του κόσμου.

Η όγδοη πανσέληνος φώτισε τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού. Τα νέα από το νησί ήταν πλέον συχνά και γεμάτα αισιοδοξία. Ο Παύλος είχε καταφέρει όχι μόνο να μαζέψει τα χρήματα για την εξόφληση του χρέους, αλλά και να αγοράσει ένα μικρό κομμάτι γης δίπλα στο ποτάμι, εκεί όπου ονειρεύονταν να χτίσουν το δικό τους σπιτικό.
“Απομένουν μόνο δύο πανσέληνοι, Έφη μου”, της έγραφε. “Όταν θα διαβάζεις αυτά τα λόγια, το καράβι που θα με φέρει πίσω θα ετοιμάζεται να σαλπάρει. Ο χρόνος τρέχει τώρα σαν το νερό του ποταμού. Κράτα την καρδιά σου δυνατή”.

Η Έφη δεν μπορούσε να κρύψει τη χαρά της. Το πρόσωπό της είχε αποκτήσει ξανά τη λάμψη του, και τα μάτια της έλαμπαν με μια πρωτόγνωρη ζωντάνια. Οι συγχωριανοί της, που κάποτε την κουτσομπόλευαν για την εμμονή της να περιμένει έναν «απόκληρο», άρχισαν να θαυμάζουν την αφοσίωση και το πείσμα της.

Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει για τα καλά. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια νίκη απέναντι στον χρόνο και την απόσταση.

Η ένατη πανσέληνος ανέτειλε στον αυγουστιάτικο ουρανό. Απέμενε μόλις ένας μήνας. Η αγωνία της Έφης είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο που δυσκολευόταν να κοιμηθεί.

Περνούσε τις ώρες της ετοιμάζοντας το σπίτι, φροντίζοντας τους κήπους και κοιτάζοντας συνεχώς προς τον δρόμο που οδηγούσε στην είσοδο του χωριού. Ο πατέρας της, βλέποντας την αταλάντευτη στάση της και μαθαίνοντας για την προκοπή του Παύλου στην ξενιτιά, είχε αρχίσει μαλακώνει. Η επιμονή της κόρης του είχε κερδίσει τον σεβασμό του.

Η Έφη μέτραγε τις ώρες, τα λεπτά, τις αναπνοές. Θυμόταν κάθε λέξη του αποχαιρετισμού τους, κάθε άγγιγμα, κάθε υπόσχεση. Ο λόφος όπου είχαν αποχαιρετηθεί την περίμενε. Ήξερε πως η επόμενη πανσέληνος δεν θα ήταν απλώς μια αλλαγή του φεγγαριού, αλλά η αρχή της νέας τους ζωής.

Η δέκατη πανσέληνος ανέτειλε στον ουρανό, επιβλητική και ολοκληρωμένη, χύνοντας ένα ασημένιο φως πάνω από τους λόφους και τις πεδιάδες. Η Έφη ανέβηκε στον λόφο από νωρίς το δειλινό. Φορούσε την καλύτερή της φορεσιά, ένα μεταξωτό φόρεμα στο χρώμα του κερασιού, και είχε πλέξει τα μαλλιά της όπως άρεσαν στον Παύλο.

Ο αέρας ήταν γλυκός, γεμάτος από τις μυρωδιές του θυμαριού και του νυχτολούλουδου. Η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της σαν τρελή. Κάθε θρόισμα των φύλλων, κάθε ήχος της νύχτας την έκανε να ανατριχιάζει.

Ξαφνικά, μέσα από τη σιωπή της νύχτας, ακούστηκε ο ήχος από οπλές αλόγων και ο τριγμός μιας άμαξας που σταμάτησε στους πρόποδες του λόφου. Η Έφη κράτησε την αναπνοή της.

Γρήγορα, βαριά βήματα άρχισαν να ανεβαίνουν το λιθόστρωτο μονοπάτι. Η φιγούρα ενός άντρα ξεπρόβαλε μέσα από τη σκιά των δέντρων. Ήταν ψηλός, ευθύς, με την περήφανη κορνίζα των ώμων που γνώριζε τόσο καλά.
Ήταν ο Παύλος.

Η Έφη σηκώθηκε όρθια, νιώθοντας τα γόνατά της να παραλύουν από τη συγκίνηση. Καθώς εκείνος πλησίαζε, το φως της πανσελήνου έπεσε πάνω στο πρόσωπό του. Ήταν πιο ώριμος, με το δέρμα του ελαφρώς μαυρισμένο από τον ήλιο και τη θάλασσα, αλλά τα μάτια του είχαν την ίδια ακριβώς φλόγα, την ίδια αγνή, ανιδιοτελή αγάπη.
– Ήρθα, Έφη… ψιθύρισε ο Παύλος, σταματώντας λίγα βήματα μακριά της. Η φωνή του ήταν σπασμένη, γεμάτη από το βάρος δέκα μηνών νοσταλγίας.
– Δέκα πανσέληνοι… είπε εκείνη, και τα δάκρυα που κρατούσε τόσον καιρό άρχισαν να τρέχουν ποτάμι στα μάγουλά της δάκρυα απόλυτης ευτυχίας.

Ο Παύλος έκανε το τελευταίο βήμα και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Η επαφή ήταν σαν αστραπή. Την έσφιξε πάνω στο στήθος του λες και φοβόταν πως αν την άφηνε θα εξαφανιζόταν, ενώ εκείνη έχωσε το πρόσωπό της στον λαιμό του, εισπνέοντας τη γνώριμη, αγαπημένη μυρωδιά του.
– Σου υποσχέθηκα πως δεν θα αγγίξει άλλη τα χείλη μου, ψιθύρισε ο Παύλος.
Έσκυψε και τη φίλησε. Ήταν ένα φιλί βαθύ, γεμάτο από όλη την προσμονή, την αφοσίωση και τη λαχτάρα που είχαν συσσωρευτεί στις δέκα πανσελήνους της απουσίας του.

Όταν σήκωσε το κεφάλι του, ο Παύλος δεν άφησε το χέρι της, γονάτισε μπροστά της πάνω στο νωπό χώμα του λόφου. Από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του έβγαλε ένα μικρό, βελούδινο κουτάκι. Του άνοιξε το καπάκι, αποκαλύπτοντας ένα χρυσό δαχτυλίδι στολισμένο με μια λαμπερή πέτρα που αντανακλούσε το σεληνόφως.
– Έφη, μου χάρισες την πίστη σου, την υπομονή σου και την ψυχή σου. Έζησα κάθε μέρα στην ξενιτιά μόνο για να φτάσω σε αυτή τη στιγμή. Θέλεις να γίνεις η γυναίκα μου; Θέλεις να μοιραστούμε όλες τις πανσελήνους της ζωής μας, μαζί, χωρίς να χωριστούμε ποτέ ξανά;

Η Έφη τον κοίταξε με την καρδιά της πλημμυρισμένη από φως. Κοίταξε το φεγγάρι στον ουρανό που έστεκε σαν λαμπερός μάρτυρας της νίκης τους, και μετά κοίταξε τον άντρα της ζωής της.
– Ναι, Παύλο μου… Ναι! φώναξε και έπεσε ξανά στην αγκαλιά του.

Εκείνος της πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, σηκώθηκε και την αγκάλιασε σφιχτά. Στον ίδιο λόφο όπου κάποτε γράφτηκε ο πιο θλιβερός αποχαιρετισμός, τώρα ξεκινούσε η αιώνια κοινή τους πορεία, κάτω από το ευλογημένο φως της δέκατης πανσελήνου.

Νατάσα Ξαγοράρη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading