Δήμαρχος… καραμπινάτος!

Σεπτέμβριος στην Σαμοθράκη, πάνω κάτω τρία έτη πριν. Εγώ, ο άνδρας μου, το οπελάκι μας και το αγαπημένο αποκαλόκαιρο, ξεκινάμε να πάμε στην παραλία Κήπος. Δεν ξέραμε, δεν ρωτάγαμε κιόλας!

Φθάνουμε, στήνουμε, γκανιάζουμε, γκρινιάζουμε! Στον κατά τα άλλα υπέρ-πράσινο τόπο, στο συγκεκριμένο μέρος το πιο ψηλό φυτό είναι ο κρίταμος!

Ο ήρωας της οικογένειας παίρνει την απόφαση να οδηγήσει σκάρτο δεκάλεπτο πίσω για να πάρει έναν παγωμένο καφέ, ένα ice tea, κάτι δροσιστικό τέλος πάντων αφού δε θέλαμε να ξεκουνήσουμε απ’ την μαγευτική ακρογιαλιά μέχρι να πέσει ο ήλιος.

Φεύγει βολίδα και λαμβάνω κλήση του μετά από λίγο:
-Φρέντο δεν κάνουν, αποκλειστικά φραπέ, θες να θυμηθούμε τα νιάτα μας;
-Μωρέ και κόκκους ελληνικού μασάω αρκεί να είναι κατευθείαν απ’ την κατάψυξη!

Περνά μισή ώρα… λέω θα κόβουν τα παγάκια με το μυστρί. Περνά άλλο ένα τέταρτο, μονολογώ, θα μου ανοίξει και η όρεξη κιόλας μέχρι να έρθει. Στο τελευταίο πεντάλεπτο που είχα βάλει όριο πριν του τηλεφωνήσω, ακούω το αμάξι μας. Βγαίνει από μέσα με έναν καφέ σε κάθε χέρι, ένα νεράκι στην τσέπη του μαγιού -ο σωστός ο αγοραστής προβλέπει όταν ψωνίζει μπανιερό- και ένα παγωμένο τσάι στην άλλη. «Όλα κερασμένα», μου λέει. Δε θα πεινάσουμε ποτέ εξαιτίας του, το σιγουράκι!

Γιατί; Διότι βρήκε στην καντίνα του κάμπινγκ να δουλεύει ένας γνωστός του περιπτεράς, τον οποίο είχε να δει μια τριετία από τότε που του ξηλώσανε το κιόσκι! Μου τον είχε αναφέρει, πολύ του έλειπε το καλόπαιδο, τα λέγανε όποτε πήγαινε για τσιγάρα. Τον ρωτώ:
-Τώρα ανταλλάξατε τηλέφωνα ή τζάμπα με έστησες;
-Φτου το ξέχασα!

Εννοείται δεν τον ξαναπετύχαμε στην Σαμοθράκη… αλλά τον επόμενο χρόνο στην Νάξο! Ήταν η καταγωγή του πατέρα του κυρίου και δούλευε σε ένα μπαρ που συχνάζαμε! Απ’ την χαρά του, έσπασε ό,τι είχε πάνω στον δίσκο! Γέμισε το πλακόστρωτο ως τη θάλασσα μπυρομπούκαλα, κριτσίνια και οδοντογλυφάτα καναπεδάκια με λουκανότυρα! Ακόμα τσακώνονται οι γλάροι με τα περιστέρια και οι κέφαλοι με τα μελανούρια για το τελευταίο σαλάμι! Απλήρωτο θα τον άφησε τον τύπο, το σμίξιμο με τον σύζυγό μου… αχ αυτές οι ευχάριστες λαχτάρες! Φυσικά τον ενημέρωσα, «μην του ζητήσεις τον αριθμό του, θα τον πετύχουμε και του χρόνου!».

Αυτός είναι ο καλός μου. Στην αρχή κάπως μου φαινόταν που όπου πηγαίναμε, ακόμα και εντελώς μόνοι μας σε μια σπηλιά στον Παρνασσό, θα έσκαγε ερημίτης που είχανε κάνει μαζί σκηνάκια στη θητεία στην Λήμνο. Ο συνστρατιώτης του, συνέχιζε το σπορ στα όρη, στα άγρια βουνά! Αφού ξεπέρασα τις αρχικές εκπλήξεις, τον βάπτισα «Δήμαρχο»! Επάξια ο τίτλος με δόξα και τιμή.

Το πιο πρόσφατό του κατόρθωμα φέτος. Στον τόπο καταγωγής του, αυτήν που αποκαλώ αγνοούμενη Σποράδα, πίνουμε το ποτό μας στο λιμάνι. Ξαφνικά πετιέται ολόρθος -ούτε όταν περίμενε εμένα στο αεροδρόμιο στην έναρξη του έρωτά μας δεν έκανε με τόση επιτυχία το ελατήριο- πιάνει το κούτελό του γέρνοντας πίσω το κεφάλι -λέω καθυστερημένη ηλίαση απ’ το φεγγάρι μού έπαθε-και αναφωνεί: Πω, ξέρεις ποιος είναι αυτός, ξέρεις; όχι ξέρεις; Πού να ξέρω, σκέφτηκα, εσύ βρίσκεις και το βρέφος στην διπλανή σου θερμοκοιτίδα, 40 χρόνια Δήμαρχος! Δεν προλαβαίνω όχι να απαντήσω, ούτε να δω και αρχίζουν τις σφικτές χαιρετούρες, τα πού είσαι εσύ, πού είμαι εγώ, πού είναι η μάνα σου… Μόλις καταλάγιασε το σμίξιμο, κοιτώ, ξανακοιτώ, δεν τον γνωρίζω τον κύριο. Με σύστησε φυσικά, μην φάω όλες μου τις παρανυχίδες απ’ την αγωνία! Ο δείνα -μη ζητάτε να θυμάμαι ονόματα! Είναι φύλακας σε ένα πάρκινγκ στα Εξάρχεια και είναι τόσο ευγενικός που τον έχει αφήσει να παρκάρει το φορτηγάκι εκεί όσο κουβαλά φαρμακοκουβάδες για το μαγαζί έναντι! Και έχει και αυτός καταγωγή απ’ το ίδιο νησί! Ε, αυτά δε γίνονται! Ευτυχώς δε βγήκανε συμπέθεροι ή τίποτα παρακούμπαροι!

Εγώ μια φορά έχω πετύχει κάτι παρόμοιο. Στο Μόναχο, τρέχοντας να προλάβουμε λεωφορείο, αναδυόμενη αποπροσανατολισμένη Αφροδίτη από μετρό. Ρωτώ στα αγγλικά αν είμαστε στην σωστή κατεύθυνση, την οδηγό που ήταν αραχτή στην στάση. Ούτε καν άνοιξε το στόμα της, μας έδειξε την πινακίδα. Μία αγενής υπήρχε στην Γερμανία, εγώ την εντόπισα. Εννοείται στην μητρική μου γλώσσα, της απάντησα:
-Που να φας τον λόκω σου, μαρή!
Και στο λεπτό σηκώνει κλήση, μιλώντας σε άπταιστα Ελληνικά! Αυτές είναι εμένα οι γνωριμίες μου, ιδανικές για καυγά ή για φυλακή ή για κυνήγι!

Έχω ξεχάσει να αναφέρω πως έχει θείο πιλότο, που όταν πετάνε αεροπλάνα πάνω μας κοιτάμε ψηλά μπας και μας χαιρετά (έχει γίνει, δε θέλω κοροϊδευτικά γελάκια). Επίσης, έχει και φίλο παραπεντά. Αυτό σημαίνει πως, εκεί που έχεις απλώσει πετσέτα, κορμί, μυαλά και αντηλιακό στο Σαλάντι, σκάει δίπλα σου, πασιχαρής και ακάλεστος, βουρ από πτήση στο Δίδυμο Όρος! Κυριολεκτικά δεν ξέρω πού να φυλαχτώ, σε στεριά, σε θάλασσα, στον αέρα θα μας μυρίσουν ή θα βλαστήσουν! Οπότε λέω να του αφιερώσω:
«Μάνα μου, εγώ δεν παντρεύομαι με χτίστη και ξυλουργό,
ούτε και με τον έμπορα που μετράει το ευρώ.
Εγώ θα πάρω δήμαρχο, να ‘χει την εξουσία,
να τον κοιτάζει το χωριό, να έχει τη λατρεία.
Να μπαίνει μες στο μέγαρο, να τρέμουν οι γραμματείς,
κι εγώ να είμαι δίπλα του, η πρώτη της αυλής!»

Η πιο χαρακτηριστική φορά ήταν πάλι στην Νάξο. Ναι μας αρέσει και πάμε ετήσια, μια βδομάδα, πάντα εκτός εποχής. Ήταν το πρωινό της αναχώρησής μας για την επιστροφή στην Αθήνα και είπαμε να πιούμε έναν καφέ της παρηγοριάς πριν το λιμάνι. Βλέπω τον σύζυγό μου, σαν να κοιτά περίεργα, τρεις φορές μάλιστα, γυρνώντας ολόκληρος μέσα στο μαγαζί, αφού καθόταν με την πλάτη στην βιτρίνα. Τον ρωτάω:
-Τι έγινε δεν σου πετύχανε την ζάχαρη στον σκέτο εσπρέσο σου;
-Μπα, έτσι κοιτώ.
Δεν περνάνε λίγα λεπτά, μας πλησιάζει η 18χρονη κοπελίτσα που σέρβιρε μέσα. Μας ρωτά:
-Είστε από τον Βόλο;
Το λαλίστατο στεφάνι μου, παραδόξως, κιχ. Εγώ που για να μιλήσω σε άγνωστο θέλω υπεύθυνη δήλωση από τον κηδεμόνα του και αντίγραφο λευκού ποινικού μητρώου, της απαντώ:
-Nαι, ο άνδρας μου.

Του δικού μου εντωμεταξύ να του έχει φθάσει το σαγόνι στο πλακάκι, απ’ την έκπληξη, απ’ τον τρόμο, δεν έβγαζα συμπέρασμα, ίσως ήθελα και ιατρική γνώμη, μπας και ξεκινά έτσι το εγκεφαλικό. Και εξηγεί το κορίτσι πως ήταν ο τάδε μέσα που μάλλον είχαν υπηρετήσει μαζί αλλά δεν ήταν σίγουρος και επειδή έφευγε για τη δουλειά του, έβαλε εκείνη να ρωτήσει και αφού το επιβεβαιώσουμε να του δώσει το κινητό του. Εννοείται καταχάρηκε ο Δήμαρχος! Σιγά μην δεν τον αντάμωνε στην προβλήτα αργότερα! Η λεπτομέρεια, πέρα απ’ το κέρασμα σε ό,τι είχαμε πάρει, κρύβεται στην σκέψη του που τον μούγκανε όταν μας απηύθυνε τον λόγο η σερβιτόρα. Το καμάρι μου μετά την ερώτηση για την καταγωγή, και την δική μου άμεση καταφατική απάντηση, είχε καταπιεί την γλώσσα του. Γιατί προετοιμαζόταν να του φωνάξει η νεαρά-σαν-τα-κρύα-νερά κατάμουτρα, αφού τον σφικταγκαλιάσει: ΠΑΤΕΡΑ!!!

Σιγοτραγουδήστε μαζί μου λοιπόν, σε νησιώτικο ρυθμό:
«Ώπα, δήμαρχέ μου, γεια σου,
βάλε με στην αγκαλιά σου!
Όλος ο κόσμος σε ψηφίζει
κι η καρδιά μου σπαρταρίζει!»

Μαρίτσα Καρά

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading