Παλαιό Φάληρο, Σεπτέμβριος 2018
Ο Σπύρος σηκώθηκε νωρίς εκείνο το πρωινό της Τρίτης. Για την ακρίβεια μόλις είχαν ξεπροβάλει οι πρώτες ακτίνες του ήλιου στον ουρανό που ακόμη μισοφορούσε τα νυχτιάτικά του χρώματα. Η αγωνία του ήταν μεγάλη, θα τα κατάφερνε στο νέο του ξεκίνημα σε αυτήν την ηλικία;
Βέβαια η πείρα που κουβαλούσε στις πλάτες ήταν αρκετή για να τον κάνει να φανεί ψύχραιμος.
Κάθε φορά που επιχειρούσε κάτι καινούριο θυμόταν την πρώτη μέρα στο σχολείο, την πρώτη μέρα στον στρατό. Μα τι του συνέβη; Άρρωστος δεν ήταν στα σίγουρα. Τι τον έκανε να νιώθει μέρες τώρα έναν ανεξήγητο κόμπο στο στομάχι;
Πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Η αγαπημένη του στιγμή της μέρας. Το πρωινό ήταν ιεροτελεστία όπως ο ιερέας όταν ετοιμάζει με ευλάβεια την θεία κοινωνία. Εκείνος το ετοίμαζε τα τελευταία τρία χρόνια. Και του άρεσε αυτό γιατί ένιωθε ότι πρόσφερε κάτι σπουδαίο. Πριν λίγα χρόνια βγήκε στην σύνταξη και τα πρώτα δύο πρόλαβε να ζήσει αυτά που είχε στερηθεί πριν. Οι εκδρομές ήταν μέσα στο πρόγραμμα, πολύ συχνά έμπαιναν στο αυτοκίνητο, ένα παλιό «OPEL» μαζί με την «νεράιδα» του και όπου τους βγάλει ο δρόμος. Την πρώτη Κυριακή του μήνα πήγαιναν θέατρο να ευχαριστηθούν και οι ψυχές τους.
Με το που σέρβιρε το πρωινό στο τραπέζι κίνησε προς την κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την πόρτα με ευλάβεια μην κάνει κανένα απότομο θόρυβο, κίνησε προς το παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα και άνοιξε τα ξύλινα πατζούρια. Μα πόσο του άρεσε να βλέπει τις κουρτίνες να λαμπυρίζουν κάτω από το φυσικό φως… Έπειτα προχώρησε προς το διπλό κρεβάτι. Κάτω από τα σκεπάσματα κείτονταν μία γυναίκα ασάλευτη σαν άγαλμα. Έσκυψε, τράβηξε το σεντόνι απαλά και την κοίταξε με την ίδια αγάπη όπως έκανε τόσα χρόνια. Της χάιδεψε το μάγουλο με την παλάμη του γλυκά γλυκά μην την τρομάξει και την ξύπνησε με σιγανή φωνή.
«Έλα αγαπημένη, άνοιξε τα μάτια σου. Έχω φτιάξει καφέ. Σήκω γλυκιά μου»
Η γυναίκα άνοιξε τα μάτια αργά αργά ανταποδίνοντάς του την καλημέρα με ένα γλυκό μορφασμό. Δεν την τρόμαζε η φιγούρα του, αν και δεν θυμόταν πολλά από αυτόν τον άντρα. Τις περισσότερες φορές δεν τον αναγνώριζε αλλά όταν η μνήμη της επανερχόταν για λίγο του έσκαγε ένα θερμό χαμόγελο να του ζεστάνει την καρδιά. Το άξιζε αυτό το χαμόγελο ο Σπύρος, ήταν το βάλσαμό του στις δύσκολες στιγμές που πέρναγε μαζί της τα τελευταία χρόνια.
Ο Σπύρος ήταν παντρεμένος με την Ανθούλα σαράντα πέντε χρόνια. Μία ολόκληρη ζωή. Την πρωτοείδε όταν πέρασε για πρώτη φορά την σιδερένια εξώπορτα του σχολείου. Είχε έρθει από την ιδιαίτερη πατρίδα της να συνεχίσει τις σπουδές της. Θα μπορούσε να μείνει στο νησί να μάθει την τέχνη της ραπτικής δίπλα στην καλύτερη ράφτρα του κόσμου. Αλλά όσο ικανή να ήταν, και τα μικροσκοπικά της χέρια να έκαναν θαύματα όταν έπιαναν την βελόνα, η ψυχή της διψούσε για κάτι άλλο.
«Παιδί μου, της έλεγε η μάνα της. Να πας στην Αθήνα, να τελειώσεις το Γυμνάσιο, έστω τις τρεις πρώτες τάξεις. Μετά θα βρεις τον δρόμο σου. Να μην μείνεις κούτσουρο σαν εμένα»
Η Ανθούλα εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία όχι μόνο να φύγει από το νησί αλλά και να αλλάξει όλη της την ζωή. Γιατί ήταν η μόνη που ανέβηκε στην πρωτεύουσα εκείνη την εποχή χωρίς να καταλήξει παραδουλεύτρα σε κανένα σπίτι της υψηλής κοινωνίας όπως οι περισσότερες κοπέλες του νησιού της. Ευτυχώς η θεία της δούλευε σε ένα πολυκατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, έμενε σε μία καινούρια πολυκατοικία στο Παγκράτι και έτσι δεν χρειάστηκε να ψάξει για δουλειά για να επιβιώσει.
Όταν η θεία της, η Δώρα, την έγραψε στο Γυμνάσιο η χαρά της ήταν μεγάλη. Πόσο αγαπούσε το διάβασμα. Από μικρή που ήταν έτρεχε να τελειώσει τις δουλειές του σπιτιού, δηλαδή ό,τι μπορούσε να κάνει έτσι μικροσκοπική που ήταν, μετά κλεινόταν στο δωμάτιό της και με ένα βιβλίο στο χέρι πέρναγε τον υπόλοιπο χρόνο της. Για αυτήν οι ήρωες των παραμυθιών ήταν οι φίλοι της. Όχι ότι δεν υπήρχαν κορίτσια στην γειτονιά για να παίζει μαζί τους, αλλά οι ήρωες των βιβλίων έκρυβαν τόσα μυστικά που της διέγειραν την φαντασία. Αυτό της άρεσε πολύ, την έβαζε σε σκέψεις. Με το μυαλό της ταξίδευε μακριά, έπλαθε διαλόγους, έβρισκε λύσεις άμεσα όταν οι ήρωες κινδύνευαν.
Ήταν μόλις δεκατρία όταν ανέβηκε στην πρωτεύουσα αλλά μπορούσε κανείς να διακρίνει τα όμορφα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Χωρίς αμφιβολία θα γινόταν ένα πανέμορφο κορίτσι στο μεγάλωμά του.
Όταν ήρθε η μέρα του αγιασμού, η Ανθούλα φόρεσε ένα λευκό λινό φόρεμα με βολάν στα μανίκια και στο τελείωμά του. Ήταν το καλό της, αυτό που φόραγε στην εκκλησία στο νησί. ‘Ήθελε να φαίνεται όμορφη εκείνη την μέρα, να κάνει καλή εντύπωση στα άλλα παιδιά. Να μην την νομίζουν χωριατόπαιδο. Και το πέτυχε η μικρή. Τα αγόρια, κυρίως, γύρισαν να την κοιτάξουν με περιέργεια και θαυμασμό μαζί. Τα περισσότερα, σχεδόν όλα, δεν ήταν συνηθισμένα να φορούν κάποιο ιδιαίτερο ρούχο την πρώτη μέρα στο σχολείο. Για αυτά όλες οι μέρες το ίδιο ήταν. Την είδε και ο Σπύρος που ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερός της και την κάρφωσε με τα μάτια του. Τα ξανθά μαλλιά της σε αντίθεση με το σταράτο δέρμα της του έκανε μεγάλη εντύπωση. Μα πόσο όμορφη ήταν αυτή η κοπέλα, σκέφτηκε από μέσα του. Έχει ένα αριστοκρατικό ύφος. Δεν μοιάζει με τις άλλες.
Τις πρώτες μέρες η Ανθούλα έδειχνε να είναι έξω από τα νερά της. Έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν το νησί της, τα βασιλικά του κήπου της, την αυλή του σχολείου της όταν γέμιζε με τα παιδιά και οι φωνές τους ακούγονταν σε όλη την γειτονιά. Ευτυχώς με το που πέρασε ο πρώτος μήνας, όλα έτρεχαν ευνοϊκά για την μικρή. Η πρώτη της φίλη ήταν η Άννα, διπλανή της στο θρανίο και η Γεωργία που καθόταν ακριβώς πίσω της. Στα διαλείμματα βρίσκονταν οι τρείς τους στην αυλή καθισμένες κάτω από ένα δέντρο. Η Γεωργία και η Άννα άκουγαν με ενδιαφέρον τις αφηγήσεις της νεόφερτης φίλης τους από το νησί της. Πώς αγκάλιαζε ο ήλιος στην θάλασσα, τα ζεστά χρώματα του δειλινού, τις βάρκες που έβγαιναν για την ψαριά τους τις πρώτες ώρες του πρωινού, τα παιδιά που έπαιζαν στις αυλές, την μυρωδιά του ψωμιού όταν έβγαινε από τον ξυλόφουρνο. Όλα αυτά τα γνώρισαν μέσα από την φίλη τους, τα είδαν μέσα από τα δικά της μάτια. Μα τι όμορφα που μίλαγε αυτό το κορίτσι, σε μάγευε με τα λόγια του. Τόσο μικρή και τόσο γλυκομίλητη.
Ο Σπύρος την κοίταγε από μακριά χωρίς να την πλησιάζει καθόλου. Φοβόταν, δεν ήξερε τι να της πει.
Ένα πρωινό πριν μπουν στις αίθουσες, ο διευθυντής κάλεσε την Ανθούλα να πει την προσευχή. Ο Σπύρος καθόταν ακριβώς κάτω από την εξέδρα και εκείνη την στιγμή που έβγαιναν τα πρώτα λόγια από το στόμα της ένιωσε την δροσιά της θάλασσας που κουβαλούσε από τα μέρη της να τον χαϊδεύουν στο πρόσωπο. Τόσο αέρινη ήταν η αύρα της, τόσο μελωδικά ακούγονταν οι λέξεις από το στόμα της.
«Εγώ αυτήν θα την κάνω γυναίκα μου», σκέφτηκε από μέσα του. Τον είχε μαγέψει και του άρεσε τόσο πολύ αυτή η γλύκα η πρωτόγνωρη που ένιωθε στην ψυχή.
Όταν η σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της, ο Σπύρος θα έφευγε από αυτό το σχολείο. Θα τον έβρισκε η επόμενη σε ένα τεχνικό λύκειο γιατί τα χέρια του έπιαναν. Θα γινόταν υδραυλικός, καλύτερα μία τέχνη παρά γραμματικός σε ένα γραφείο όλη μέρα, έλεγε από μέσα του. Μέχρι τότε δεν είχε βρει το θάρρος να πλησιάσει την «νεράιδα του». Την ημέρα της σχολικής γιορτής για το τέλος της χρονιάς επιτέλους βρήκε το θάρρος να την πλησιάσει. Του είχε κάνει εντύπωση η απλότητά της σε συνδυασμό με την φυσική ομορφιά της. Σπάνια το έβρισκες αυτό σε κορίτσι.
Της συστήθηκε με τα πιο απλά λόγια.
«Γεια σου, με λένε Σπύρο. Εσύ είσαι η Ανθούλα από όσο ξέρω»
«Μα ξέρεις και το όνομά μου. Όλα τα ονόματα γνωρίζεις ή μόνο όσα σε ενδιαφέρουν;»
Δεν είναι μόνο όμορφη, είναι και πανέξυπνη, σκέφτηκε από μέσα του.
«Μόνο όσων με ενδιαφέρουν», απάντησε με σταράτα λόγια. Τα μάτια του την κάρφωσαν κατευθείαν. Μα πώς το τόλμησε αυτό; Πώς μπόρεσε; Δεν συνήθιζε να μιλάει έτσι αλλά με εκείνη την κοπελιά ένιωθε ότι ο χρόνος έτρεχε και δεν ήθελε να του την πάρει άλλος.
«Έχεις κάποιο ποίημα να πεις;», τον ρώτησε εκείνη
«Μπα δεν είναι για μένα αυτά. Εσύ; Σίγουρα θα σου έχουν δώσει το καλύτερο για να απαγγείλεις»
«Ναι, σε λίγο βγαίνω. Κάτσε να ακούσεις, αν θες»
Σε ελάχιστο χρόνο η Ανθούλα ανέβηκε στην σκηνή, στάθηκε στο κέντρο της, μάζεψε όλο της το θάρρος και άρχισε την απαγγελία κοιτώντας το κοινό που θαύμαζε την κορμοστασιά της.
“…..Η Παναγιά τα πέλαγα
Κρατούσε στην ποδιά της.
Την Σίκινο, την Αμοργό
Και τ’ άλλα τα παιδιά της….”
Όταν η λέξη Αμοργός βγήκε από τα χείλη της, ένα δάκρυ στάθηκε στην άκρη του ματιού της. Το νησί της, το σπίτι της έμοιαζε να στέκεται μπροστά της και να την καλούσε σε μία γιορτή για να μάθει ο κόσμος για αυτό.
Πόσο όμορφη ήταν, τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους, τα μάτια της έλαμπαν σαν ζαφείρια. Τα χέρια της έμοιαζαν με κύκνους που λικνίζονται μέσα στο νερό και η φωνή της, αχ πόσο σαγηνευτική.
«Τέρμα, θα της μιλήσω έξω από τα δόντια», σκέφτηκε ο Σπύρος. «Αν δεν κάνω κάτι απόψε θα μου την πάρει κάποιος άλλος».
Όταν τελείωσε η παράσταση, οι καθηγητές ανέβηκαν στην σκηνή και όλοι μαζί με τους συγγενείς άρχισαν να χειροκροτούν δυνατά. Ο Σπύρος δεν άφησε ούτε λεπτό την Ανθούλα από τα μάτια του. Όταν κατέβηκε κρατούσε το ενδεικτικό στα χέρια και έτρεξε χαρούμενη στην θεία της. Η θεία Δώρα άνοιξε τα χέρια της διάπλατα και την έσφιξε στην αγκαλιά της.
«Μπράβο σου κοριτσάκι μου, πόσο περήφανους μας έκανες όλους! Αχ να ήταν και οι γονείς σου εδώ να σε καμαρώσουν!»
Στα δεξιά της στεκόταν ο Σπύρος με τα χέρια στις τσέπες από αμηχανία, ενώ η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την αγωνία. Η Ανθούλα τον είδε, τον πλησίασε και του χαμογέλασε.
«Τι έχεις να πεις; Πώς σου φάνηκα;»
Ο Σπύρος την κοίταξε σαν χαμένος χωρίς να ξέρει τι να απαντήσει. Είχε σκεφτεί τόσα να της πει αν του δινόταν η ευκαιρία και τώρα που στεκόταν μπροστά της δεν έβρισκε τα λόγια του.
«…Δροσιά αισθάνθηκα… ναι, σαν το μαϊστράλι του Αυγούστου όταν φυσάει στο νησί σου…»
Επιτέλους τα λόγια βγήκαν από το στόμα του και σαν το βέλος του κυνηγού βρήκαν τον στόχο τους. Είχε πει την μαγική λέξη: το νησί σου… μαϊστράλι…
Η Ανθούλα πήρε τον λόγο δείχνοντας την ευχαρίστησή της.
«Άκουσα ότι μας φεύγεις, πας σε άλλο σχολείο. Σου εύχομαι τα καλύτερα», του είπε χαμηλόφωνα.
«Ναι, σωστά, μόνο σχολείο αλλάζω. Αν ήθελες εσύ μένω ακόμη. Δεν φεύγω από εδώ καθόλου». Η ματιά του κατευθείαν στην δική της καρφωμένη σαν να της έδινε τον λόγο του ότι ποτέ δεν θα την άφηνε.
Εκείνη αισθάνθηκε άβολα και τα μάγουλά της κοκκίνισαν αμέσως. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοια λόγια.
Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Δύο παιδιά στην εφηβεία, στην άκρη μιας σχολικής αίθουσας με μία κρυφή υπόσχεση που δεν ήξεραν τότε ότι θα κρατούσε σαράντα πέντε χρόνια. Δηλαδή μία ζωή!
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…

One response to “Απεριποίητη Ποτέ – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]