Η πωλήτρια – Μέρος 1ο

Η Μελίνα μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο ενώ οι άντρες που την συνόδευαν ακολουθούσαν μερικά βήματα πίσω της. Είχε θυμώσει με τον Κάρλος. Του είχε ζητήσει πολλές φορές να μην εμφανίζονται στην εργασία της. Το αφεντικό της έκανε ερωτήσεις και οι πελάτες φοβόντουσαν βλέποντας τους μπράβους να φυλάνε το μαγαζί.

«Θα χάσω την δουλειά μου αν συνεχίσεις», είπε έξαλλη κάτι που ήταν αντίθετο με τον χαρακτήρα της. Δεν είχε υψώσει ποτέ ξανά τον τόνο της φωνής της. Ειδικά σε εκείνον.

«Αυτό θέλω», είπε ήρεμα ο Κάρλος χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια και άναψε ένα τσιγάρο.

«Δεν πρόκειται! Εγώ την δουλειά μου και εσύ τις… δικές σου!»

«Μελίνα!», σηκώθηκε και φώναξε μα εκείνη είχε ήδη φύγει. Έκανε νόημα με το χέρι στους άντρες του να μην την σταματήσουν.

Έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός. Δεν ήθελε να την χάσει. Δεν άντεχε να την χάσει. Ήταν ό,τι πιο όμορφο υπήρχε στην ζωή του. Μια ζωή μέσα στο ψέμα, την βία, την εξαπάτηση. Μια ζωή να φυλάει τα νότα του ποιος θα του την φέρει πρώτος. Κανείς δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ. Τον έτρεμαν, τον πλησίαζαν για τα χρήματα και την εξουσία. Κανείς δεν τον νοιαζόταν. Όταν μπήκε στο μαγαζί, έμεινε άφωνος από την ομορφιά της. Δεν την είχε ξαναδεί εκεί. Δούλευε λίγες μέρες ως πωλήτρια. Είχε χαμηλά το βλέμμα της και έγινε κατακόκκινη όταν της μίλησε ο Κάρλος. Αυτήν την σεμνότητα ερωτεύτηκε εκείνος. Ποτέ δεν πίστευε ότι ένα κορίτσι σαν αυτό θα γυρνούσε να τον κοιτάξει. Ίσως ήταν μια επανάσταση που έκανε, ίσως αναζητούσε κάτι διαφορετικό. Δεν ήξερε. Δεν τον ένοιαζε. Το μόνο που ήθελε ήταν να την κάνει δική του. Του έβγαζε μια πλευρά του εαυτού του που ούτε ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχε. Μαζί της ήταν ρομαντικός, ευάλωτος. Και τώρα… Τώρα εκείνη άφησε υπονοούμενο για τις… δουλειές του. Είχε μια αηδία στην φωνή της. Είχε αρχίσει να τον σιχαίνεται. Να βλέπει το τέρας. Δεν μπορούσε να την χάσει.

«Βρες την Άλεξ»

Ο άντρας κοίταξε τον Κάρλος και περίμενε ότι ίσως το μετανιώσει. Ό,τι κι αν πίστευε, έπρεπε να εκτελέσει την εντολή του.

«Με το μαλακό», είπε τελικά.

Ο Άλεξ κούνησε θετικά το κεφάλι. Ήξερε να μιλάει στην Μελίνα. Απορούσε τι έβρισκε στον Κάρλος. Ένας μικροσκοπικός άντρας ήταν με μεγάλη εξουσία και πολλά μπλεξίματα. Εκείνη ένα κορίτσι από σπίτι. Οι γονείς της ήταν άνθρωποι με αρχές, πολύ παραδοσιακοί. Τους είχε χάσει πριν λίγα χρόνια. Το σίγουρο ήταν πως αυτό το κορίτσι δεν είχε θέση ανάμεσά τους.

«Τι θες, Άλεξ;»

Του φάνηκε παράξενος ο τρόπος που αντέδρασε. Δεν του είχε ξαναμιλήσει έτσι απότομα. Δεν είχε ξαναδεί αυτήν την πλευρά της.

«Έλα, βρε, Μέλι…», πάρκαρε την μηχανή του δίπλα στο αμάξι της στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας όπου έμενε. «Κάτσε να μιλήσουμε», την καλόπιασε.

«Τι να πούμε; Πάλι τα ίδια;»

«Μέλι…»

Εκείνη του γύρισε την πλάτη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της έπεφταν ανάλαφρα μέχρι την μέση της. Φορούσε στενά ρούχα και ψηλές μπότες. Είχε βγάλει ένα τσιγάρο και το άναψε. Ο Άλεξ είδε τον καπνό που δραπέτευσε από τα χείλη της. Έκανε και αυτός το ίδιο. Άναψε ένα τσιγάρο και περίμενε. Κάτι ήθελε να του πει. Το αισθανόταν. Της έδωσε χρόνο. Λίγους μήνες ήταν στην ομάδα τους. Όσο κι αν ήθελε να μένει εκτός, η Μελίνα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι αυτό δεν γίνεται. Σύντομα έπρεπε να επιλέξει. Γιατί αυτή η ζωή δεν έχει εύκολα διέξοδο. Γύρισε απότομα και τον κοίταξε. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.

«Άλεξ! Όπλο!»

«Πέσε κάτω, Μέλι!»

Ο Άλεξ έγινε ασπίδα για να καταφέρει να την σώσει. Δεν άκουγαν και δεν έβλεπαν τίποτα πάνω στον πανικό. Μόνο πάλεψαν να βγουν ζωντανοί μέσα από τις σφαίρες. Έπιασε το χέρι της που έτρεμε και πήρε δύναμη. Δεν μπορούσε να την χάσει. Όχι έτσι.

CC

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading