Και σήμερα ο Σπύρος στέκεται πάνω από το κρεβάτι της. Με τον ίδιο τρόπο που την κοίταξε τότε. Με την ίδια αγάπη, την ίδια στοργή. Μόνο που εκείνη δεν θυμάται το ποίημα. Δεν θυμάται το νησί της. Όμως θυμάται εκείνος για δύο.
Αμέσως έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε με λατρεία:
«Έλα σήκω αγαπημένη… Η Παναγιά τα πέλαγα… κρατούσε στην ποδιά της…»
Και η Ανθούλα γύρισε και τον κοίταξε και εκείνη. Από τα χείλια της φάνηκε ένα χαμόγελο, ήταν αρκετό για να του ζεστάνει την καρδιά.
«Αχ μπουγαρίνι μου, σήμερα είσαι καλύτερα, σήκω, ο καφές μας περιμένει»
Ο Σπύρος την βοήθησε να ετοιμαστεί και άπλωσε το αριστερό του χέρι γύρω από την μέση της. Με το δεξί της κρατούσε το δεξί της χέρι μην του πέσει. Μπήκαν στην κουζίνα και την βοήθησε να καθίσει. Της σέρβιρε τον καφέ στην αγαπημένη της κούπα με την Αμοργό επάνω και μετά της είπε το πλάνο της ημέρας.
«Πώς κοιμήθηκες αστέρι μου; Δεν πιστεύω να είδες κανένα άσχημο όνειρο και να μου σκιάχτηκες; Άκου σήμερα τι θα κάνουμε. Εσύ θα καθίσεις στην πολυθρονίτσα σου όμορφα όμορφα. Σε λίγο θα έρθει η Ελένη να σου κάνει παρέα. Θα μαγειρέψει το αγαπημένο σου, κοτόπουλο στον φούρνο με πατάτες. Θέλω να φας όλο σου το φαγητό, να πάρεις δυνάμεις, γλυκιά μου. Εγώ θα λείψω για λίγες ώρες το πρωί και θα γυρίσω κατά τις δύο. Είμαστε σύμφωνοι;»
Πριν προλάβει να απαντήσει χτύπησε το κουδούνι. Ο Σπύρος σηκώθηκε και με το που άνοιξε την πόρτα, μία γυναίκα γύρω στα πενήντα έκανε την έφοδό της σαν σίφουνας.
«Καλημέραααα! Ήρθα! Μα τι ωραίο πρωινό το σημερινό!». Η Ελένη προχώρησε προς το μέρος της Ανθούλας δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο. Ήταν μία καθημερινή συνήθεια που την ακολουθούσε πιστά γιατί της άρεσε να δίνει χαρά στον κόσμο, ιδιαίτερα σε αυτήν την γυναίκα. Δεν ήταν μία τυχαία στην ζωή της. Αντίθετα είχε παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο και της χρωστούσε πολλά.
Πειραιάς, 1978
Η Ανθούλα ξύπνησε πολύ νωρίς. Μετά την ημέρα του γάμου της με τον Σπυρέτο της αυτή ήταν η δεύτερη πιο σπουδαία μέρα στην ζωή της. Είχε αποφοιτήσει από μία σχολή κοινωνικών λειτουργών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Όταν είχε ανέβει στην Αθήνα πριν κάποια χρόνια, ούτε που το φανταζόταν ότι θα έφτανε μέχρι την πόρτα της Παντείου. Αυτή η λέξη ήταν άγνωστη στα μέρη της. Καμία κοπέλα από το νησί της δεν είχε προχωρήσει στις σπουδές της, μόνο εκείνη. Ήταν τόσο περήφανοι οι δικοί της. Η μάνα της καμάρωνε και ο πατέρας της επίσης. Με πόσο ενθουσιασμό μιλούσε για το κορίτσι του στο καφενείο.
Εκείνη την ημέρα η Ανθούλα θα διάβαινε μία πόρτα τόσο σημαντική για εκείνη αλλά και για τους υπόλοιπους ανθρώπους γύρω της. Το Χατζηκυριάκειο ίδρυμα στον Πειραιά έγινε το δεύτερο της σπίτι μέχρι την ημέρα που αποχώρησε πολλά χρόνια μετά οικειοθελώς. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα ζούσε τις πιο σπουδαίες στιγμές της ζωής της πίσω από μια βαριά σιδερένια πόρτα στον Πειραιά.
Η πρώτη της μέρα της θύμισε την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι της στο σχολείο. Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια. Για εκείνη κύλησαν ανάλαφρα σαν το ρυάκι που τρέχει στην άνοιγμα του βράχου. Για τα παιδιά όμως του ιδρύματος;
Τον πρώτο καιρό πέρναγε ώρες στο γραφείο μελετώντας τον φάκελο του κάθε παιδιού. Η Χαρά, η Μαρία, η Παναγιώτα, η Δέσποινα, η Ελένη. Το καθένα κουβάλαγε και μία ιστορία στην πλάτη του τόσο πικρή. Τόσο βαριά.
Ένα από τα κορίτσια που ξεχώρισε ήταν η Ελένη. Η μικρή την πρώτη της κιόλας μέρα, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της στον κοιτώνα της, κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα και έτσι μικροσκοπική που ήταν έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί από το δωμάτιο. Τα έμπειρα μάτια της Ανθούλας όμως την εντόπισαν σχεδόν αμέσως γιατί τα μικρά δακτυλάκια των ποδιών της εξείχαν από το μακρύ ύφασμα της κουρτίνας και δεν ήταν δύσκολο να την βρει κανείς.
Η Ανθούλα προσποιήθηκε ότι την έψαχνε για να της δώσει τον χρόνο να την κάνει να χαρεί το παιχνίδι της. Γιατί η Ελένη αγαπούσε το κρυφτό και της έδινε χαρά να κρύβεται στα πιο απίθανα μέρη. Έτσι με αυτόν τον τρόπο ξέφευγε κάποιες φορές από δυσάρεστες καταστάσεις. Όταν δεν της άρεσε το φαγητό κρυβόταν πίσω από τον μεγάλο ξύλινο μπουφέ. Το ίδιο έκανε και εκείνο το πρωινό που η Ανθούλα θέλησε να ξυπνήσει εκείνη τα κορίτσια. Δεν είχε προλάβει να μπει στο δωμάτιο να αρχίσει τις καλημέρες και η Ελένη σηκώθηκε στο λεπτό και χωρίς να το πολυσκεφτεί χώθηκε πίσω από την λευκή κουρτίνα. Η Ανθούλα μέτρησε μέχρι το δέκα: “ένα, δύο, τρία, δέκα… σε βρήκα μικρή μου!”. Άπλωσε το χέρι τραβώντας την μικρή απαλά προς τα έξω. Η Ελένη τρόμαξε για λίγο αλλά το γλυκό ύφος της γυναίκας την έκανε να χαλαρώσει στο λεπτό και να της χαμογελάσει με τα μικρά της κόκκινα χειλάκια. Η Ανθούλα τράβηξε στην άκρη τις καστανές τη μπούκλες και την καλημέρισε.
«Νομίζω ότι τώρα δεν είναι ώρα για παιχνίδι, μικρή μου. Τι λες; Μήπως να ντυθείς και να έρθεις στην τραπεζαρία να πιεις το γάλα σου; Εκεί θα τα πούμε καλύτερα»
Η μικρή ένιωθε σαν να την είχε μαγνητίσει το βλέμμα της. Ντύθηκε στο λεπτό χωρίς να καθυστερήσει και κατέβηκε στην τραπεζαρία κατεβαίνοντας τα σκαλιά δύο δύο. Είχε μεγάλη περιέργεια να ακούσει τι θα τους έλεγε αυτή η καινούρια. Αφού χαμογέλαγε, μάλλον θα ήταν καλή, σκέφτηκε με το μυαλουδάκι της.
Όλα τα κορίτσια του ιδρύματος μικρά και μεγάλα ήταν μαζεμένα στην μεγάλη ψηλοτάβανη αίθουσα και έπαιρναν το πρωινό τους. Ένα λιτό πρωινό, όπως όλα τα γεύματα, γάλα και λίγο ψωμί με μαρμελάδα. Για βούτυρο ούτε κουβέντα. Πολυτέλειες! Μόνο τα παιδιά των καλών και εύπορων οικογενειών είχαν την δυνατότητα για βούτυρα και κέικ με σοκολάτα. Για τα υπόλοιπα παιδιά της εποχής εκείνης, μία φέτα ψωμί αλειμμένη με ένα ίχνος πελτέ ήταν αρκετή. Έμοιαζαν ανήσυχες και με το δίκιο τους. Τι να τους περιμένει άραγε; Θα ήταν καλή μαζί τους; Θα τους έβαζε τιμωρίες όπως η άλλη η« μάγισσα»;
Η Ανθούλα στάθηκε στην μέση της αίθουσας δίπλα στην διευθύντρια του Ιδρύματος περιμένοντας την σειρά της να μιλήσει στα παιδιά. Οι συστάσεις είχαν προηγηθεί με κοφτά λόγια από το στόμα της Κυρίας Μαρίνας Δενδρινού. Το όνομά της έμεινε αξέχαστο στην ιστορία του Ιδρύματος. Το αυστηρό της βλέμμα, τα μάτια που έβγαζαν φωτιές όταν σε κοιτούσαν, τα σουφρωμένα χείλη δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Η Ανθούλα την έτρεμε στην αρχή, όπως όλοι τους, αλλά όταν κατάλαβε ότι με τον φόβο δεν θα έκανε καμία προκοπή, έβαλε το χιούμορ στην ομιλία της. Μερικές αστείες λέξεις του τύπου: “μα είμαι και κουφή, είδατε; Παράκουσα και χωρίς να το αντιληφθώ δεν έκανα ό,τι μου είπατε!”.
Η Ανθούλα πρόβαλε μαεστρία, εξυπνάδα και ταυτόχρονα ταπεινότητα, όπως της άρμοζε στον χαρακτήρα της. Η Ελένη βρήκε στο πρόσωπο της Ανθούλας την μάνα που της έλειπε και η γυναίκα την κόρη που δεν απέκτησε ποτέ. Δυστυχώς οι προσπάθειές της να γίνει η ίδια μητέρα έπεφταν στο κενό.
Όσο και να προσπαθούσε, καμία ένδειξη εγκυμοσύνης δεν φάνηκε στο σώμα της. Ο Σπύρος της ποτέ δεν της καταλόγισε ευθύνες για αυτό. Ούτε η πρώτη ήταν μα ούτε και η τελευταία.
Τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα, πότε με χαρές μα περισσότερο με λύπες. Τις αγαπούσε τις κοπελιές μέχρι το κόκκαλο. Δεν ξεχώριζε καμία ή σχεδόν καμία.
Η Ελένη είχε μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά της και ήταν η μόνη που έπαιρνε σπίτι της στις μεγάλες γιορτές. Ακόμη και όταν ήρθε η ώρα να αφήσει πίσω της το γλυκόπικρο παρελθόν της, η Ελένη δεν έλειψε σε καμία επίσημη αργία από το τραπέζι της οικογένειας Πανοπούλου. Η Ανθούλα στα δεκαπέντε χρόνια της κοινής τους ζωής δεν έπαψε να βρίσκεται στο πλευρό της μικρής σαν δεύτερη σκιά. Ήταν ο φύλακας άγγελος της, η γυναίκα που την έμαθε να επιβιώνει στα δύσκολα με χιούμορ.
«Εδώ θα φανεί το πόσο έξυπνη είσαι, μικρή μου. Αντί να επιτεθείς κατά μέτωπο, σκέψου και τον πλάγιο τρόπο. Πώς όταν θες μία δεύτερη φέτα ψωμί; Τι κάνεις αφού την πάρεις με τον τρόπο σου; Δεν στέκεσαι δίπλα στην μαγείρισσα κοιτώντας την με αυτό το βλέμμα το πονηρό; Μην νομίζεις ότι δεν έχω δει πώς την κοιτάς! Δεν της λες τα αστεία σου; Για να την κάνεις να γελάσει; Μα τι όμορφη που είστε σήμερα, πόσο ωραία μυρίζετε; Σαν καραμέλα! Κι ας μυρίζει σκόρδο και τσιγαριστό κρεμμύδι. Και μετά απλώνεις το χεράκι σου και αρπάζεις το ψωμάκι. Είναι σαν να της λες, αφού δεν μου το δίνεις εσύ από μόνη σου θα το πάρω εγώ! Και καλά κάνεις». Τέτοια της έλεγε της μικρής, μα το πιο σημαντικό ήταν όταν της έφερνε για παράδειγμα τον ίδιο της το εαυτό. Με νοσταλγία της διηγιούταν την στιγμή που ανέβηκε στο πλοίο που την έφερε στον Πειραιά, τα δάκρυα της μάνας της, την συγκίνηση του πατέρα της.
«Ελένη μου, έχεις όλα τα προσόντα να πας μπροστά. Να μάθεις μία ξένη γλώσσα, να προχωρήσεις στην ζωή σου. Έτσι μου έλεγε και μένα η μάνα μου και ευτυχώς τόλμησα κι εγώ. Δεν έμεινα κούτσουρο»
Η Ελένη δεν ξέχασε ποτέ την γυναίκα που την έμαθε να πετάει με τα δικά της φτερά. Έμαθε Αγγλικά και έγινε καθηγήτρια Αγγλικών. Ένα κορίτσι πίσω από την κουρτίνα που έμαθε να μιλάει άλλη μία γλώσσα για να ακουστεί πιο δυνατά.
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…
