Ο έβδομος βασιλικός – Μέρος 1ο

Η γκριζομάλλα γυναίκα άνοιξε τα μάτια της πολύ νωρίς. Ήταν μόλις έξι το πρωί. Είχε τόσα πολλά να κάνει. Σηκώθηκε στο λεπτό από το κρεβάτι της για να τρέξει να προλάβει.

Σαν να μην την έφταναν οι ώρες της μέρας. Μέχρι το μεσημέρι βρισκόταν σε μία συνεχή κίνηση, πάνω κάτω. Έτσι έκανε και στα νιάτα της. Δεν είχε αλλάξει τίποτα από τα δεκαπέντε της. Ξύπνημα από την ανατολή και κατευθείαν δουλειές ατελείωτες. Μα τι έκανε τόσα χρόνια, τα ίδια και τα ίδια; Δεν είχε βάλει τα πράγματα στην θέση τους; Η απάντηση είναι μία, ΟΧΙ. Γιατί η Αγάπη ζούσε σε ένα χωριό, σε ένα νησί κάπου στο Αιγαίο. Με τα ζώα της, τις κότες της, τις δύο κατσίκες, τον σκυλάκο της, τις γάτες τις χαδιάρες, τα κηπευτικά και τα λουλούδια της. Από νωρίς σηκωνόταν για να φροντίζει όλα αυτά. Αυτά έκανε από μικρή, τα ίδια συνέχιζε και τώρα. Μία αδιάκοπη εργασία χωρίς σταματημό, χωρίς γκρίνιες και όλα γίνονταν για κάποιο λόγο.

Οικογένεια δικιά της δεν έκανε, μόνο την πατρική της έζησε. Οι γονείς και αυτή. Κανένας άλλος. Άντρας εκτός του πατέρα της δεν μπήκε στο σπίτι. Όχι γιατί δεν αγάπησε, αντίθετα, αγάπησε και πόνεσε. Όρκους αγάπης έδωσε, όρκους πήρε πίσω αλλά χωρίς εκπλήρωση σαν επιταγή χωρίς αντίκρισμα.

Η ιστορία ξεκίνησε χρόνια πριν, γύρω στα σαράντα. Ήταν παιδούλα όταν πρωτοαντίκρυσε τον Διαμαντή, εκεί κάτω στην ακρογιαλιά. Από νεαρή ηλικία έβρισκε ευχαρίστηση να κάθεται στην άμμο λίγο πριν αγκαλιάσει ο ήλιος το νερό. Το χωριό της ήταν ορεινό, την θάλασσα την έβλεπε από μακριά μόνο. Κάποιες φορές, κυρίως τις Κυριακές που η μάνα της δεν την χρειαζόταν στο μάζεμα και στο συγύρισμα, εκείνη κατέβαινε με τα πόδια ένα δύσβατο μονοπάτι και σε μισή ώρα βρισκόταν εκεί που η ψυχή της γαλήνευε. Αγαπούσε και το ιδιαίτερο μέρος της αλλά κάτι μέσα της την έσπρωχνε στο υγρό στοιχείο.

Αυτή την απορία την είχε από μικρούλα, πώς γίνεται η θάλασσα να είναι πότε ήρεμη και σε λίγο να αλλάζει σε αγριεμένη. Και τα χρώματά της; Πώς το κάνει αυτό το μαγικό αλλού να φαίνεται διάφανη και ανοιχτογαλάζια ενώ πιο πέρα να σκουραίνει; Στα νερά του νησιού της το χρώμα που κυριαρχούσε ήταν το πράσινο – σμαραγδί. Αυτό το ίδιο χρώμα ταίριαζε με τα μάτια της. Την ίδια απόχρωση είχαν και αυτά. Πουθενά σε όλο το Αιγαίο δεν το έβλεπες. Μόνο στην Αμοργό της. Πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχε τέτοιο χρώμα στα μάτια, μόνο στα δικά της.

Όταν την κράτησε για πρώτη φορά στα χέρια η μάνα της, έβγαλε μία μικρή κραυγή θαυμασμού. Από την τόση τρυφερή ηλικία, την νήπια, φαίνονταν ότι αυτό το κορίτσι θα γινόταν μία πολύ όμορφη κοπέλα. Και έτσι έγινε. Όταν βαφτίστηκε, λίγο πριν χρονίσει, όλοι στην εκκλησία την μακάρισαν την μάνα για την ομορφιά της κόρης της. Κι όταν ακούστηκε και το όνομά της, Αγάπη την φώναξε ο παππάς, όλοι σκέφτηκαν, με αγάπη να γεμίσει η ζωή της όπως είναι και το όνομά της.

Η μικρή μεγάλωνε και πρόκοβε. Δεν ήταν μόνο οι δουλειές του σπιτιού που κοντά στην μάνα της έμαθε να φέρνει εις πέρας, ήταν και τα χιλιάδες χαρίσματα που της έδωσε ο Θεός. Σίγουρα θα έβρισκε ένα ωραίο παλικάρι να πορευτεί μαζί του και να κάνει οικογένεια. Σίγουρα θα γινόταν η πιο άξια νοικοκυρά και η πιο γλυκιά σύζυγος και μητέρα. Σίγουρα θα πρόσεχε το σπιτικό της, το βιός της, τα πάντα. Γιατί η Αγάπη ήταν η ίδια η «Αγάπη». Με ό,τι και να καταπιανόταν το έκανε χωρίς να βογκίζει, να παραπονιέται και του αφιέρωνε την ίδια της την ψυχή.

Αυτό που της έδινε περισσότερη χαρά ήταν η φροντίδα του κήπου. Τα λουλούδια άνθιζαν στα χέρια της μέχρι να δώσουν όλα τους τα χρώματα και να πέσουν σιγά σιγά στο χώμα όταν πια θα κόντευαν να ξεραθούν. Ένα μόνο φυτό στεκόταν χειμώνα καλοκαίρι. Ο βασιλικός. Ο χειμερινός. Αχ τι μυρωδιά ήταν αυτή! Ένα τόσο δα μικρό φυτό χωρίς λουλούδια και χρώματα έντονα, χωρίς ιδιαίτερους στολισμούς, μόνο πράσινα φύλλα και μυρωδιά. Ταπεινότητα και μεγαλείο μαζί. Όπως ο Εσταυρωμένος.

Η Αγάπη δεν αρκέστηκε σε μία γλάστρα, όχι, επτά κάθε καλοκαίρι στόλιζαν το πεζούλι και άλλες επτά με χειμερινούς τον χειμώνα. Όταν τελείωνε τις δουλειές της πριν ξεκινήσει για την θάλασσα, έβαζε τα χέρια της τα λευκά και τα έχωνε ανάμεσα στα φύλλα κουνώντας τα φύλλα τους. Μέχρι την άλλη άκρη του σπιτιού ταξίδευε η μυρωδιά τους. Μετά τα έβαζε στην μύτη της και γέμιζε ολόκληρη με το άρωμά τους. Έπειτα όταν καθόταν στην ακροθαλασσιά για να αγναντέψει το πέλαγος, βασιλικός και θαλασσινό νερό γινόταν ένα. Ούτε οι πιο διάσημοι αρωματοποιοί του Παρισιού δεν θα μπορούσαν να συλλάβουν μία τέτοια ευωδία.

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

One response to “Ο έβδομος βασιλικός – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading