Στην εκκλησία την είδε πρώτη φορά. Φορούσε ένα απαλό μπλε φόρεμα και είχε τα μαύρα της μαλλιά μαζεμένα. Τα μάτια της κρατούσε χαμηλά και δεν κατάφερε να δει τι χρώμα είχαν. Δίπλα της στεκόταν σαν φρουρός η μάνα της και πιο πέρα ο πατέρας της με τον αδερφό της. Εκείνος είχε πάει στα βαφτίσια με την μάνα και την αδερφή του.
«Γιάννη μου, μην ξεστρατίζεις. Τράβα στην αδερφή σου μη στέκει μοναχή της».
Ολόκληρος άντρας και ντράπηκε την μάνα του που τον έπιασε να κοιτά την κοπέλα. Μα ήταν τόσο όμορφη που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Λίγα χρόνια πρέπει να ήταν μεγαλύτερός της. Δεν την είχε ξαναδεί στο χωριό. Από πού να ήρθε; Έσυρε τα βήματά του και πλησίασε την αδερφή του.
«Μαριώ, την ξέρεις;», ψιθύρισε να μην τους ακούσει η μάνα τους.
«Δεν την θυμάμαι», κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Δεν πειράζει, αδερφή. Θα μάθω», είπε και την είδε να χαμογελά. Πάντα στήριζε ο ένας τον άλλον, ειδικά αφότου χάθηκε ο πατέρας τους.
Ρώτησε από εδώ, ρώτησε από εκεί και έμαθε. Από το χωριό ήταν η καταγωγή τους μα έφυγαν για την πόλη όταν ήταν ακόμα νέοι οι γονείς της και μωρά τα παιδιά τους. Εκεί δούλεψαν πολλά χρόνια σε ένα εργοστάσιο που έκλεισε και τώρα αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω να αναστήσουν τις περιουσίες τους. Ο αδερφός της ο Δημήτρης ήταν μαραγκός και είχε ήδη πιάσει δουλειά στο χωριό. Εκείνη την έλεγαν Πολύμνια. Πολύ του άρεσε το όνομα της. Ήταν όντως λίγα χρόνια μικρότερή του. Είχε τελειώσει όλο το δημοτικό και βοηθούσε τον δάσκαλο στο σχολείο. Δόξα τω Θεώ είχαν πολλά παιδάκια και φέτος.
Γρήγορα έμαθε ο πατέρας της ότι ένας νέος ρωτούσε για την Πολύμνια. Μα είχε ήδη κανονίσει ποιος θα πάρει την κόρη του κι ας μην το είχε αποκαλύψει σε κανέναν ακόμη. Φώναξε αμέσως τον Δημήτρη να του πει τα μαντάτα.
«Κάνε τον να εξαφανιστεί». Αυτό διέταξε τον γιο του.
Είχε παρατηρήσει ότι τον τελευταίο καιρό η κόρη του ήταν πολύ ευδιάθετη. Φρόντιζε περισσότερο τον εαυτό της. Τα πιο ωραία της φορέματα έβαζε στην εκκλησία. Την έπιανε να χαζεύει από το παράθυρο τον δρόμο και με τα χέρια να κρατά το πρόσωπό της. Άλλες φορές σιγοτραγουδούσε. Χτένιζε με τις ώρες τα μαλλιά της. Μέχρι και άρωμα ζήτηξε της μάνας της. Εκείνος έστησε αυτί και κρυφάκουγε όσο η γυναίκα του κατσάδιαζε την κόρη τους. Το τι είπε το στόμα της δεν λέγεται. Μετάνιωσε την ώρα και την στιγμή που μίλησε η Πολύμνια.
Στον γάμο του αδερφού της έγινε μεγάλο γλέντι στο χωριό. Εκείνο το απαλό μπλε φόρεμα έβαλε πάλι η Πολύμνια που της θύμιζε την μέρα που πρωτόδε τον Γιάννη. Καιρό είχε να τον συναντήσει και ανησυχούσε. Ήλπιζε ότι θα τον έβλεπε ξανά εκείνο το βράδυ. Από μακριά ξεχώρισε την μάνα και την αδερφή του. Μόνες ήταν και σφιγμένες η μία κοντά στην άλλη. Σαν να είχαν μαζέψει όλο τους το θάρρος για να εμφανιστούν εκείνη τη νύχτα. Η δική της μάνα έλαμπε από χαρά και του πατέρα γελούσαν και τα μουστάκια του.
Όπως χόρευαν μπροστά στους μουσικούς, η Πολύμνια ένιωσε ένα χέρι γύρω από την μέση της. Νόμισε ότι ήταν ο αδερφός της γιατί σίγουρα ο Γιάννης δεν θα τολμούσε να εμφανιστεί και να την αγγίξει μπροστά στον κόσμο. Αντί για αυτόν όμως είδε έναν γέρο στην ηλικία του πατέρα της με ένα παχύ μουστάκι που βρωμούσε κρασί και τσιγάρο να της χαμογελά πονηρά. Ταράχτηκε το κορίτσι και βγήκε αμέσως από τον χορό. Σχεδόν τρέχοντας έψαξε να βρει μια γωνιά να κρυφτεί από τον φόβο της. Πού βρήκε το θράσος αυτός ο άντρας να την ακουμπήσει;
«Γύρνα στον χορό! Δεν ντρέπεσαι να με ξεφτιλίζεις έτσι;», την τράβηξε από το μαλλί η μάνα της. «Τον πιο πλούσιο γαμπρό σου βρήκε ο πατέρας σου και εσύ γυρνάς και ξινίζεις τα μούτρα σου; Μα ξέρεις τίποτα από δουλειά, ξέρεις πώς βγαίνει το μεροκάματο; Ρώτα με και εμένα που έφαγα τα νιάτα μου στο εργοστάσιο. Εσύ, μωρή, θα τα έχεις όλα έτοιμα στο πιάτο. Γύρνα στον χορό, αχάριστη!».
Με τις κλωτσιές γύρισε πάλι στο πλευρό του γέρου αλλά τώρα πια δεν έβλεπε το άσχημο πρόσωπό του γιατί από το κλάμα είχαν θολώσει τα μάτια της. Νέα κοπέλα ήταν και σιχαινόταν να την αγγίζει κάποιος που έμοιαζε στον μπαμπά της. Μα πού ήταν ο Γιάννης; Πού είχε χαθεί; Ένα θαύμα να γινόταν να σωθεί από την καταδίκη της ευχόταν. Και όσο προσευχόταν τόσο πιο δυνατά έκλαιγε που όταν τελείωσε ο χορός δεν το κατάλαβε και την πήρε σηκωτή ο πατέρας της από την σκηνή.
Μέσα σε μια βδομάδα ήταν ήδη παντρεμένη.
Πολλές ιστορίες τέλειωσαν έτσι. Η δική μας συνεχίζεται…
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Το μπλε της σκόνης – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]