Ο έβδομος βασιλικός – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Κοντά στα δεκαέξι ήταν που γνώρισε τον Διαμαντή. Είχε αγκυροβολήσει στα μέρη της με το ψαράδικό του εκείνο το μεσημέρι. Η μηχανή του έπαθε βλάβη και αναγκαστικά προσάραξε εκεί μέχρι να έρθει βοήθεια. Ο νεαρός ψαράς έδειχνε τον εκνευρισμό του και με το δίκιο του. Μέχρι να φτάσει το άλλο καΐκι τα ψάρια του θα χάλαγαν. Και είχε κάνει τόσο κόπο την προηγούμενη. Ήταν η εποχή που γεννούν τα ψάρια και δεν ήταν εύκολο να ψαρέψεις τόσα πολλά. Μέχρι να έρθει ο Οκτώβρης που αρχίζει επίσημα η περίοδος του ψαρέματος τα πράγματα δυσκόλευαν για όλους. Πώς να ζήσεις με τόσα λίγα; Οι υποχρεώσεις πολλές και ο Λευτέρης έμενε μόνος χωρίς βοηθό τις περισσότερες φορές για να μπορέσει να ισορροπήσει τα έξοδα με τα έσοδα. Τόσα στόματα περίμεναν από αυτόν. Η μάνα και οι δύο αδελφές. Πατέρας δεν υπήρχε πια. Το πιοτί τον είχε καταστρέψει από νωρίς.

Ο Διαμαντής ήταν φιλότιμος και εργατικός πολύ. Με το που άρχισε η ζέστη να πολιορκεί το κορμί του, κάθισε στην κουπαστή και άρχισε να χαλαρώνει. Ο εκνευρισμός δεν τον οδηγούσε πουθενά. Έπρεπε να περιμένει. Αυτή ήταν η στιγμή που είδε κάποιον να κατεβαίνει από το βουνό. Τα μάτια του ζαλισμένα από την εξάντληση και τον ήλιο, του έκαναν παιχνίδια περίεργα. Δεν μπόρεσε να διακρίνει καλά αν ήταν άντρας ή γυναίκα.

Από την μεριά της η Αγάπη κοντοστάθηκε όταν τον είδε. Καθώς τον πλησίαζε, η φιγούρα του γινόταν όλο και πιο ευδιάκριτη. Δεν ήταν από το χωριό της, ούτε από το διπλανό. Με την παιδική της αφέλεια στάθηκε μπροστά του στα πέντε μέτρα και τον χαιρέτισε.
«Καλημέρα, όλα καλά;»
Τι περίεργο, ένα κορίτσι μόνο στην ερημιά, σκέφτηκε.
«Καλημέρα και σε σένα κοπελιά. Πώς ένα κορίτσι βρίσκεται μόνο του σε τέτοια μέρη; Ούτε οι ψαράδες δεν το πλησιάζουν. Δεν φοβάσαι;»
«Κι εσύ ψαράς μου φαίνεσαι αλλά εδώ βρήκες να αγκυροβολήσεις»
«Μου κάνει εντύπωση πώς ένα τόσο δα κεφαλάκι έδωσε τέτοια απάντηση. Και δεν σου το’ χα μικρή»
«Εδώ στα μέρη τα δικά μου η εξυπνάδα δεν μετριέται με το μπόι. Ενώ στα δικά σου, τι να πω; Μάλλον από την ζημιά που έπαθες ίσως να μην συμβαίνει το ίδιο»

Εκεί ήταν που ο Διαμαντής βουρλίστηκε. Θα κατέβαινε ευχαρίστως να της δώσει καμία ξυλιά αλλά συγκρατήθηκε. Δεν ήθελε να μπλέξει σε περιπέτειες.
«Δεν πας από εκεί που ήρθες, λέω εγώ. Να με αφήσεις στην ησυχία μου. Περιμένω τόση ώρα κάτω από τον ήλιο και προκοπή δεν βρίσκω»
«Εγώ να πάω δεν έχω αντίρρηση, μα μήπως θα ήθελες καμιά βοήθεια, ίσως λίγη παρέα; Θες να μου πεις πώς βρέθηκες εδώ; Να περάσει και η ώρα;»
Τι έχω να χάσω; Σκέφτηκε από μέσα του. Να μην μένω μόνος κιόλας.

«Από χθες το βράδυ είμαι στα νερά ανοιχτά, να βρω κανένα ψάρι να πουλήσω. Η ψαριά βγήκε μέτρια και αν δεν έρθει άλλο καΐκι να με βοηθήσει να τραβήξω το δικό μου, αλίμονο. Διπλή θα είναι η ζημιά που θα μετράω»
«Γιατί δεν ρίχνεις στα καφάσια νερό θαλασσινό να τα βρέξεις; Έτσι θα διατηρήσουν για λίγο ακόμη την φρεσκάδα τους»
«Σαν να έχεις δίκιο μικρή, πώς δεν το σκέφτηκα τόση ώρα!»
«Είδες λοιπόν, φτάνει να είσαι ψύχραιμος και όλα διορθώνονται. Τι θα έλεγες να τρέξω κι εγώ στο χωριό μου να ζητήσω λίγη βοήθεια; Ίσως οι δικοί μου συγχωριανοί να έρθουν πιο γρήγορα. Βέβαια κανείς τους δεν είναι βαρκάρης σαν και σένα αλλά κάτι θα σκεφτούν»
«Δεν έχεις άδικο. Είναι μακριά το χωριό σου;»
«Σε μισή ώρα από εδώ, θα ανέβω το μονοπάτι τρέχοντας. Μην ανησυχείς, το κάνω σχεδόν κάθε μέρα»

Η Αγάπη του γύρισε την πλάτη και άρχισε να τρέχει. Σε δευτερόλεπτα γύρισε και τον ρώτησε:
«Και ποιον θα πω να τρέξουν να βοηθήσουν; Ποιο είναι το όνομά σου;»
«Είμαι ο Διαμαντής από τον Όρμο. Έτσι να τους πεις»

Σαν ελαφίνα έτρεξε η μικρή, όταν έφτασε στο χωριό της εξιστόρησε με κομμένη την ανάσα τα συμβάντα στον πατέρα της, εκείνος με την σειρά του ζήτησε την βοήθεια των συγχωριανών του και σε λίγη ώρα καμιά δεκαριά νοματαίοι είχαν φτάσει στον κάτω γιαλό.

Ο Διαμαντής δεν πίστευε στα μάτια του. Αυτή η κοπέλα κάνει και θαύματα τελικά. Είναι ένας μικρός Θεός. Και έτσι κι έγινε. Για τον Διαμαντή η Αγάπη ήταν ο Θεός του. Το κατάλαβε όμως πολύ αργότερα.

Σε μισή ώρα το πρόβλημα είχε λυθεί γιατί ο Μανώλης, ο πατέρας της Αγάπης είχε προνοήσει να πάρει μαζί του και μερικά εργαλεία. Πένσα, κατσαβίδι και λίγη τύχη και το καΐκι έτοιμο να σαλπάρει και πάλι.

Ο νεαρός ψαράς τους ευχαρίστησε από την καρδιά του. Η τύχη τελικά του είχε χαμογελάσει κι αν τα ψάρια του κατέληγαν το ίδιο φρέσκα στην ψαραγορά θα ήταν ακόμη πιο τυχερός. Και όλα αυτά το όφειλε σε ένα κορίτσι του οποίου το όνομα δεν πρόλαβε να ρωτήσει.

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

One response to “Ο έβδομος βασιλικός – Μέρος 2ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.