Ο διαδικτυακός εκφοβισμός έχει οριστεί ως μια μορφή εκφοβισμού που περιλαμβάνει τη χρήση τεχνολογιών επικοινωνίας. Έχει αναδειχθεί σε ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας διεθνώς, ιδιαίτερα μεταξύ των εφήβων, και αποτελεί ένα φαινόμενο που αξίζει να διερευνηθεί βαθύτερα.
Πρώτα απ’ όλα, ο διαδικτυακός εκφοβισμός μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την υγεία και την ευημερία των εφήβων. Όσοι πέφτουν θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού αναφέρουν συχνότερα καταθλιπτικά συναισθήματα, άγχος και μοναξιά, ενώ έχουν καταγραφεί επίσης αυτοκτονικές σκέψεις και συμπεριφορές, καθώς και διάφορα σωματικά συμπτώματα. Από την άλλη πλευρά, οι έφηβοι που ασκούν διαδικτυακό εκφοβισμό εμφανίζουν συχνότερα αυξημένη χρήση ουσιών, επιθετικότητα και παραβατικές συμπεριφορές.
Είναι, επομένως, σαφές ότι το φαινόμενο δεν αφορά μόνο το θύμα. Οι επιπτώσεις του μπορούν να αγγίξουν και την πλευρά του θύτη, γεγονός που καθιστά σημαντική την προσπάθεια να κατανοήσουμε τι οδηγεί έναν έφηβο στη συμμετοχή σε τέτοιες συμπεριφορές. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση του διαδικτυακού εκφοβισμού; Και τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά του θύτη;
Δύο σημαντικοί και αλληλένδετοι παράγοντες που έχουν συνδεθεί με τον διαδικτυακό εκφοβισμό είναι η ανωνυμία και η αποδέσμευση από τις κοινωνικές αναστολές. Η απόσταση που προσφέρει η ηλεκτρονική επικοινωνία μπορεί να μειώσει τον αυτοέλεγχο και τις αναστολές ενός ατόμου, καθώς ο δράστης δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με το θύμα και τις άμεσες συνέπειες των πράξεών του. Η αίσθηση ανωνυμίας μπορεί, επομένως, να δημιουργήσει στους εφήβους την εντύπωση ότι προστατεύονται από τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους στον κυβερνοχώρο. Κάποιοι μπορεί να αισθάνονται ελεύθεροι να πουν ή να κάνουν πράγματα που πιθανότατα δεν θα τολμούσαν να κάνουν σε μια πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση. Η φυσική και συναισθηματική απόσταση από το θύμα μπορεί, παράλληλα, να δυσκολεύει τον δράστη να αντιληφθεί τον πραγματικό αντίκτυπο των πράξεών του.
Ωστόσο, η ανωνυμία και η αποδέσμευση από τις κοινωνικές αναστολές δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε διαδικτυακό εκφοβισμό. Τα κίνητρα φαίνεται να ποικίλλουν και να συνδέονται με διαφορετικές εμπειρίες, αντιλήψεις και συναισθήματα. Μεταξύ αυτών έχουν αναφερθεί η ομοφοβία, η φυλετική μισαλλοδοξία και η εκδίκηση. Ορισμένοι έφηβοι έχουν αναφέρει ότι ασκούν διαδικτυακό εκφοβισμό επειδή αντλούν ικανοποίηση ή ευχαρίστηση από το να πληγώνουν τους άλλους. Άλλοι μπορεί να στοχοποιούν κάποιον προκειμένου να αισθανθούν καλύτερα με τον εαυτό τους, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες ο διαδικτυακός εκφοβισμός αποτελεί μια μορφή «αντεκδίκησης», όταν ο δράστης θεωρεί ότι έχει προηγουμένως προκληθεί από το θύμα.
Παράλληλα, η αντιπάθεια ή η ζήλια μπορεί να αποτελούν επιπλέον κίνητρα. Ένας έφηβος μπορεί να στοχοποιήσει κάποιον επειδή δεν τον συμπαθεί, τον ζηλεύει ή αισθάνεται ότι απειλείται με κάποιον τρόπο από την παρουσία του.
Τέλος, ένας ακόμη λόγος που αναφέρεται στη βιβλιογραφία είναι η «πλάκα». Κάποιοι έφηβοι μπορεί να προβαίνουν σε διαδικτυακό εκφοβισμό θεωρώντας ότι πρόκειται απλώς για μια μορφή διασκέδασης. Το κίνητρο αυτό διαφέρει από την περίπτωση όπου κάποιος αντλεί ευχαρίστηση προκαλώντας σκόπιμα πόνο, καθώς ο έφηβος που εκφοβίζει «για πλάκα» μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ή να μην ενδιαφέρεται για το αν η συμπεριφορά του πληγώνει το θύμα.
Οι λόγοι, επομένως, πίσω από τον διαδικτυακό εκφοβισμό δεν είναι πάντα ίδιοι. Η ανάγκη για αποδοχή, η επιθυμία για εκδίκηση, η αναζήτηση διασκέδασης, η ζήλια, η προκατάληψη ή ακόμη και η αδυναμία αντίληψης των συνεπειών μιας διαδικτυακής πράξης μπορούν να συνυπάρχουν και να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των εφήβων.
Ιωάννα Χαντζαρά
