Πέρασαν λίγες μέρες από το άτυχο συμβάν, ο Διαμαντής δεν μπορούσε να βγάλει την μικρή από το μυαλό του. Πριν πάρει την στροφή για το λιμάνι άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς το μέρος που την είχε συναντήσει.
Από μακριά ξεχώριζε μία μικροσκοπική φιγούρα καθισμένη στα βράχια. Η καρδιά του φτερούγισε για λίγο, μα τι του συνέβαινε; Σαν ψάρι έξω από το νερό έκανε. Δεν άργησε και πολύ και με το καΐκι του πλησίασε την ακτή. Την είδε να κάθεται εκεί στα βράχια σαν μικρή γοργόνα που περίμενε το καράβι να φανεί από μακριά. Από την μεριά της η Αγάπη πέρναγε τις τελευταίες μέρες στο αγαπημένο της λιμανάκι με την ελπίδα να τον ξαναδεί, έστω στα κλεφτά. Η τύχη ήταν με το μέρος της, η φωνή του ακούστηκε σχεδόν κοντά της. Μα τι συμβαίνει; Ονειρεύομαι;
Ο Διαμαντής έριξε αγκυροβόλι και με έναν σάλτο βρέθηκε μες στο νερό. Με τρείς μεγάλες δρασκελιές πάτησε έξω στην άμμο. Κοντοστάθηκε για δευτερόλεπτα. Την κοίταξε στα μάτια και την καλημέρισε.
«Μα τόσο πολύ σου αρέσει να κάθεσαι εδώ, μικρή μου; Μαγικό είναι το μέρος;»
«Μάλλον. Μου αρέσει τόσο πολύ η θάλασσα και από το χωριό μόνο από μακριά την βλέπω. Εσύ; Πάλι χάθηκες ή καμιά ζημιά σε χτύπησε πάλι;»
Ναι, ζημιά με χτύπησε, ήθελε να της πει. Εσύ είσαι η ζημιά μου.
«Όχι, μην ανησυχείς. Τίποτα από όλα αυτά. Αναρωτιόμουν αν θα σε έβρισκα εδώ, να σε ευχαριστήσω για την πολύτιμη βοήθειά σου. Και να που έπεσα μέσα»
Η Αγάπη τον περιεργάστηκε για λίγο με το βλέμμα της. Τι περίεργο, να με ψάχνει ένας άγνωστος.
«Καλά, τα δύσκολα πέρασαν. Ελπίζω να μην χρειαστεί να τρέξω τόσο γρήγορα μέχρι εκεί πάνω. Η καρδιά μου τα χρειάστηκε, το ίδιο και τα πόδια μου»
Γέλασαν και οι δύο τους, αλήθεια έχει και χιούμορ η μικρή, σκέφτηκε ο Διαμαντής.
«Το όνομά σου δεν μου το έχεις πει. Πώς σε λένε, να ξέρω;»
«Με λένε Αγάπη»
«Αγάπη, τι ωραίο όνομα. Και ασυνήθιστο για τα μέρη μας, που όλες είναι Μαρίες»
Πάλι το γέλιο ήρθε στα χείλια τους. Καιρό είχε να αισθανθεί τόσο χαλαρά η μικρή.
«Έρχεσαι συχνά εδώ τελικά; Να ξέρω να σε ψάχνω με τα κιάλια μου»
«Μόνο όταν είναι βαρυχειμωνιά δεν με βρίσκεις εδώ. Δηλαδή σχεδόν κάθε μέρα έρχομαι και κάθομαι εδώ στο βραχάκι. Όταν τελειώνω τα θελήματα της μάνας μου κατηφορίζω και περνάω τον χρόνο μου εδώ πέρα»
«Θα ξαναέρθω να σε βρω Αγάπη, κι εσύ να έχεις τον νου σου να με ψάχνεις μέσα στα νερά, θα σε χαιρετάω κι εγώ»
Έκανε να φύγει και με το χέρι του έψαξε την τσέπη του. Έβγαλε ένα κοχύλι και της το έδωσε.
«Πάρε το, το μάζεψα σήμερα με τα δίχτυα. Να με θυμάσαι»
Η Αγάπη το πήρε και το έβαλε στην μύτη της. Αλήθεια μύριζε θάλασσα.
«Σε ευχαριστώ. Ααα, περίμενε. Έχω κι εγώ κάτι να σου δώσω». Έψαξε και εκείνη τις τσέπες της και έβγαλε μερικά φυλλαράκια βασιλικού. «Πάρε τα, είναι από τις γλάστρες που φροντίζω εγώ η ίδια. Να με θυμάσαι κι εσύ»
Ο Διαμαντής έβαλε στα χείλια του την πρασινάδα. Να την γευτεί, να μυρίσει. Ήταν κάτι από εκείνη. Σίγουρα θα το είχε πάνω του για πάντα.
Έκανε να φύγει, γύρισε και την κοίταξε πάλι στα μάτια.
«Θα τα ξαναπούμε, μικρή μου»
Να ξανάρθεις, θα σε περιμένω, σκέφτηκε αλλά δεν μίλησε. Κουβέντα δεν έβγαλε, ντρεπόταν τόσο πολύ για τις σκέψεις της. Σήκωσε το χέρι της και τον χαιρέτησε από την πλευρά της.
Όταν χάθηκε το καΐκι από τα μάτια της σηκώθηκε να φύγει. Σαν να αισθανόταν τα μάτια του να την παρακολουθούν επίμονα. Και είχε δίκιο. Ο Διαμαντής την έψαχνε με τα κιάλια του, μην την χάσει ούτε λεπτό.
Από εκείνη την μέρα και για μήνες ο Διαμαντής έκανε μία στάση στον μικρό όρμο. Κάθε μέρα η Αγάπη τον περίμενε. Για να μην βγαίνει πολύ έξω από το πρόγραμμά του ξεκινούσε για την ψαριά νωρίτερα. Να κάνει την στάση του, να την συναντήσει και να είναι στην ώρα του στο λιμάνι. Ο καημός του, να πουλήσει τα ψάρια του, τρεις γυναίκες περίμεναν από αυτόν.
Από την πλευρά της η Αγάπη ξυπνούσε νωρίτερα και αυτή, και τι δεν έκανε για να ευχαριστήσει την μάνα της. Τα χέρια της δούλευαν ασταμάτητα, δεν παραπονιόταν για τίποτα. Μόνο όταν φρόντιζε τους βασιλικούς χαλάρωνε για λίγο, τα αγαπημένα της φυτά, πόσο τα αγαπούσε. Τα πότιζε, τα κορφολόγαγε, τους μίλαγε τόσο γλυκά.
Και εκείνα μεγάλωναν και ψήλωναν, ίδιο μπόι με τον Διαμαντή της θα γίνονταν. Ναι, τολμούσε τώρα να το παραδεχτεί, ήταν δικός της ο Διαμαντής. Όταν την πρωτοφίλησε σαν να την διαπέρασε ένα κύμα θαλάσσης. Στην αρχή δροσερό, απαλό και μετά ορμητικό. Τα χείλια της γέμισαν με την αλμύρα της. Το ονειρευόταν τόσο πολύ αυτό το πρώτο φιλί. Και όταν έγινε πραγματικότητα δεν το πίστευε. Ο Διαμαντής την έπιασε στα χέρια του, τα βαριά με τα γεμάτα ρόζους από τα σχοινιά που τράβαγε κάθε μέρα και την ακούμπησε στο στήθος του. Τα χείλια της κόκκινα σαν τριαντάφυλλο, τα μάτια της λαμπερά και τα μαλλιά της μοσχομύριζαν βασιλικό.
Ήταν πια γεγονός, οι δύο τους ορκίστηκαν ότι θα ήταν μαζί μία ζωή, κανείς δεν θα τους χώριζε. Ή μάλλον υπήρχε κάτι, κάποιος που εμπόδισε αυτήν την ένωση;
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…
