Κάθε φορά που φεύγεις…

Η πόρτα έκλεισε πίσω του κι εκείνη έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη, κοιτάζοντας το κενό που είχε αφήσει.

Πάντα το ίδιο. Κάθε φορά που έφευγε, το φως των ματιών της υποχωρούσε και έμεναν μόνο οι σκιές. Τα ίδια μάτια που λίγα λεπτά πριν έλαμπαν όταν τον κοιτούσαν, τώρα γέμιζαν καταχνιά.

Πήγε στο παράθυρο. Ένα σύννεφο είχε σκεπάσει τον ουρανό.
«Τέλεια», ψιθύρισε. «Και βροχή τώρα… Θα πρέπει να μείνω στο σπίτι»

Κατηγόρησε τη βροχή πως της χάλασε τα σχέδια, πως θα ήταν η αιτία να μην κανονίσει κάτι για σήμερα, παρόλο που ήξερε πολύ καλά πως δεν έφταιγε εκείνη. Ήταν απλώς πιο εύκολο να θυμώνει με τον ουρανό παρά να παραδεχτεί πως, μακριά του, τίποτα πια δεν την γέμιζε.

Έτριψε βιαστικά τα μάτια της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν.
Η σκόνη, σκέφτηκε. «Μάλλον έχει πολλή σκόνη σήμερα. Από την Αφρική θα είναι», είπε από μέσα της.

Πάντα έφταιγε κάτι. Η βροχή. Η σκόνη. Η νύχτα. Το φεγγάρι. Οτιδήποτε, εκτός από εκείνη.

Κάθισε στο γραφείο της και τράβηξε από το συρτάρι εκείνο το παλιό της τετράδιο. Το άνοιξε σε μια άδεια σελίδα και άρχισε να γράφει.
«Κάθε φορά που φεύγεις…»
Σταμάτησε.
Κοίταξε τη φράση για λίγο κι ύστερα συνέχισε.

Έγραψε για τα μάτια της που έχαναν το φως τους, για τη βροχή που ερχόταν πάντα όταν έφευγε εκείνος, για τα δάκρυα που επέμενε να αποδίδει στη σκόνη της ατμόσφαιρας. Έγραψε για τον φόβο που την έπιανε κάθε φορά που έκλεινε η πόρτα πίσω του. Για εκείνον τον επίμονο φόβο πως κάποτε μπορεί να χάσει ό,τι αγαπά.

Όταν τελείωσε, διάβασε τους στίχους από την αρχή. Ύστερα πήρε το στυλό και άρχισε να τους μουντζουρώνει. Δεν ήθελε να τους δει κανείς. Κάποια πράγματα, όσο πολύτιμα κι αν ήταν, τα κρατούσε επτασφράγιστα μυστικά, μόνο για τον εαυτό της.

Σήκωσε ξανά το βλέμμα προς το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει.
«Κι εσύ τι βιάζεσαι;», του είπε νευριασμένη.
Ήξερε πως δεν έφταιγε εκείνο. Έφταιγε ο ήλιος που έδυε και του άνοιγε τον δρόμο. Το ήξερε.
Όπως ήξερε πως ο αέρας δεν είχε τόση σκόνη σήμερα ώστε τα μάτια της να κλαίνε ασταμάτητα. Όπως ήξερε πως δεν έβρεχε τόσο πολύ· θα μπορούσε απλώς να πάρει μια ομπρέλα και να βγει έξω, να δει τον κόσμο.

Όλα τα ήξερε πολύ καλά. Απόψε όμως δεν ήθελε να είναι λογική. Ήθελε μονάχα εκείνος να γυρίσει πίσω.

Έπειτα, για να ξεχαστεί, ξεφύλλισε το παλιό της τετράδιο. Τόσα στιχάκια το κοσμούσαν· παλιές σκέψεις, παλιά τραύματα, λόγια για παλιούς έρωτες.

Τίποτα στον κόσμο, όμως, σαν αυτά που ένιωθε τώρα για εκείνον. Τίποτα σαν τη χαρά της κάθε φορά που τον έβλεπε και την πίκρα της κάθε φορά που έπρεπε να τον αποχωριστεί.
Ίσως γι’ αυτό μουντζούρωσε τους καινούργιους της στίχους.
Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελε να τους μοιραστεί με κανέναν.
Γιατί αυτοί δεν ήταν λόγια γραμμένα για να βγει όμορφο ένα ποίημα. Δεν ήταν επιτηδευμένες φράσεις, ούτε στίχοι φτιαγμένοι για να αρέσουν. Ήταν η καρδιά της. Και η καρδιά της, αυτή τη φορά, δεν ήθελε κοινό.
Ίσως γι’ αυτό επέλεγε να κλειστεί στον εαυτό της απόψε που της έλειπε. Γιατί ήταν τόσο σημαντικός για εκείνη, που δεν άντεχε να γίνει αντικείμενο αναμόχλευσης στα στόματα του κόσμου.

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.