Το κλειδί της τύχης

Είχαν περάσει δεκαπέντε λεπτά από το ραντεβού τους. Κοιτούσε συνέχεια το ρολόι της η Ξένια. “Δεν θα έρθει. Άλλος ένας που μετά από μια νύχτα πάθους, πήρε αυτό που ήθελε και εξαφανίστηκε”, σκεφτόταν και σήκωσε την κούπα με τον καφέ της ανόρεκτα. Η κοπέλα που της σέρβιρε την παρατηρούσε. Είχε την ευχέρεια να το κάνει αφού ακόμα η κίνηση στο μαγαζί ήταν πεσμένη. Κάτι σε εκείνη την κοπέλα, της θύμιζε τον εαυτό της, δύο χρόνια πριν. Πριν να γίνει κρίκος στην αλυσίδα.

Την πλησίασε και με φανερό νοιάξιμο, την ρώτησε:

-Σε έστησε;

Η Ξένια τρόμαξε, καθώς ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Όταν σήκωσε το κεφάλι και είδε την σερβιτόρα, χαμογέλασε με μια δόση πίκρας.

– Ναι, ναι… και αυτός.
– Δύσκολο να βρεις έναν άντρα στις μέρες μέρες μας, το ξέρω.
– Όλοι, της μιας βραδιάς. Πώς γίναμε έτσι; Να μη μπορούμε να κάνουμε μια σοβαρή σχέση.
– Σε καταλαβαίνω. Ήμουν στη θέση σου, μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο μου η Γεωργία και μου έδωσε αυτό.

Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό, χρυσό κλειδί που κρεμόταν από έναν κρίκο. Η Ξένια, δεν καταλάβαινε τίποτα και κοιτούσε απορημένη.

– Τι είναι αυτό;
– Θα σου εξηγήσω. Λοιπόν, αυτό το κλειδάκι, φέρνει τύχη. Φέρνει στον καθένα αυτό που λαχταράει, αυτό που έχει ανάγκη πιο πολύ στη ζωή του.
– Έλα τώρα! Τι είναι αυτά που λες;
– Άκουσέ με! Λειτουργεί! Ενώνει μια ανθρώπινη αλυσίδα, που ο ένας γίνεται φορέας τύχης για τον επόμενο, δίνοντάς του αυτό. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω ποιος το ξεκίνησε, το μόνο που μπορώ να επιβεβαιώσω είναι ότι αλλάζει ζωές, ξεκλειδώνει τύχες. Απλά δεν το κρατάς ποτέ για σένα. Το καλό που σου κάνουν, οφείλεις να το μεταφέρεις σε άλλον κι εκείνος σε άλλον και πάει λέγοντας. Η δική μου στιγμή είναι τώρα. Δικό σου το κλειδάκι της τύχης. Θα δεις! Όλα θα πάνε καλά!

Η Ξένια συνέχισε να είναι δύσπιστη κι ας κρατούσε στο χέρι της το “τυχερό” αντικείμενο.
Ψέλλισε “ευχαριστώ” κι έφυγε. Όλη μέρα, το είχε στο χέρι της, το κοιτούσε, το επεξεργαζόταν και τότε αποφάσισε να του δώσει μια ευκαιρία. Τι είχε να χάσει; Το έσφιξε στην παλάμη της, χαμογέλασε και μονολόγησε “γιατί όχι;”!

Πέρασαν δέκα μέρες χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα στην καθημερινότητά της. Εκείνο το μεσημέρι, μόλις είχε σχολάσει, κατευθυνόταν στο μετρό, όταν πέρασε ξυστά από δίπλα της ένας πιτσιρικάς με ηλεκτρικό πατίνι και την έκανε να παραπατήσει και να πέσει. Δεν πρόλαβε καν να αντιληφθεί τι είχε συμβεί, όταν άκουσε μια αντρική φωνή να της λέει “χτυπήσατε”; Σήκωσε το βλέμμα της και είδε τον έρωτα προσωποποιημένο. Γαλάζια μάτια, αισθαντική φωνή, ατίθασες μπούκλες ριγμένες στο μέτωπο και δύο χέρια που στο άγγιγμά τους, όταν έσκυψε να την βοηθήσει, αισθάνθηκε να διαπερνούν την καρδιά της χίλια αμπέρ, αφήνοντας την χωρίς ανάσα.

– Όχι… όχι! Δεν χτύπησα, τρόμαξα περισσότερο.
– Ε μα έτσι που έπεσε επάνω σας!
– Σας ευχαριστώ. Είμαι εντάξει. Να είστε καλά.
– Έχω εδώ δίπλα το αυτοκίνητό μου. Θα θέλατε να σας πάω κάπου, να ηρεμήσετε;
– Όχι, να μη σας βάζω σε κόπο, θα πάρω το μετρό.
– Κανένας κόπος. Χαρά μου, να σας συνοδεύσω, να βεβαιωθώ ότι φτάσατε καλά.

Η Ξένια ένιωσε απόλυτα παραδομένη στον άγνωστο άντρα – σωτήρα της.

– Είμαι η Ξένια.
– Σωστά, δεν συστηθήκαμε, με συγχωρείτε! Ανδρέας.

Πέρασε ένας χρόνος από κείνη τη μέρα και η Ξένια με τον Ανδρέα ήταν πολύ ερωτευμένοι. Δεν του είπε ποτέ για το χρυσό κλειδί που είχε κρεμάσει στο βραχιόλι που δεν έβγαζε ποτέ από το χέρι της. Θεωρούσε ότι δεν θα καταλάβαινε, ότι ίσως και να την κορόιδευε.

Σαββατόβραδο, θα έβγαιναν με την αδερφή του Ανδρέα και τον σύζυγό της.

– Τι κάνετε ρε παιδιά; Χαθήκατε.
– Τι να κάνουμε αδερφούλη, εδώ ο γαμπρός σου, έχει πέσει σε βαριά κατάθλιψη.

Ο Ανδρέας ταράχτηκε, κοιτούσε στα μάτια μια την αδερφή του, μια τον γαμπρό του και με ενδιαφέρον, ρώτησε:

– Τι συμβαίνει;
– Πριν δύο εβδομάδες με απέλυσαν. Η εταιρεία προέβει σε αρκετές απολύσεις, ως ύστατη προσπάθεια να μειώσει τα έξοδα, μήπως και κρατηθεί ζωντανή.
– Πω πω! Δύσκολο ρε Πέτρο, αλλά εντάξει, κάτι θα γίνει, μη σε παίρνει από κάτω.
– Τι μη με παίρνει από κάτω, ρε Ανδρέα; Είμαι 46 χρονών. Πού θα βρω δουλειά; Καταστράφηκα.
– Ρε μην ακούω τέτοια!
– Τόσες μέρες, έχω χτυπήσει πολλές πόρτες! Η ηλικία μου μεγάλος ανασταλτικός παράγοντας από την μία, η όλη κατάσταση στον εργασιακό τομέα, από την άλλη. Παντού απολύσεις και όχι προσλήψεις. Τι θα κάνω; Τι;

Η Ξένια άκουγε χωρίς να μιλάει. Είδε την απελπισία στον Πέτρο κι όση ώρα μιλούσε, έσφιγγε το κλειδί. Μήπως είχε έρθει η ώρα να γίνει κρίκος της αλυσίδας; Διστακτικά, πήρε τον λόγο.

– Ίσως σας φανεί γελοίο, αλλά, μπορεί να έχω την λύση. Έτεινε το χέρι της κι έδειξε το βραχιόλι που φορούσε.

Τρία ζευγάρια μάτια την κοιτούσαν έκπληκτα.

– Ναι, και;, ρώτησε ο Πέτρος.
– Αυτό εδώ το κλειδί, είναι μαγνήτης τύχης, την φέρνει σε όποιον την έχει ανάγκη.

Τα έκπληκτα ζευγάρια μάτια την κοιτούσαν τώρα με αμφιβολία.

– Ρε μωρό μου, τι λες;

Και τότε η Ξένια τους διηγήθηκε την ιστορία της. Ο Ανδρέας που τα άκουγες κι εκείνος για πρώτη φορά, δεν ήξερε τι να πει. Δεν είχε πειστεί.

– Ναι, ακούγεται παιδιάστικο, δεν είναι εύκολο να το πιστέψετε. Όμως, Πέτρο μου, τι έχεις να χάσεις;
– Εγώ λέω να το δοκιμάσεις!, της έδωσε τελικά ψήφο εμπιστοσύνης η γυναίκα του Πέτρου.
– Λοιπόν, είναι δικό σου! Μόνο να θυμάσαι, να μη σπάσεις την αλυσίδα. Όταν σου φέρει αυτό που λαχταράς, να γίνεις ο επόμενος κρίκος.

Ο Πέτρος έβαλε το χρυσό κλειδί στο μπρελόκ του αμαξιού του. Την επόμενη μέρα το κοίταξε με δυσπιστία, αλλά το έσφιξε στην χούφτα του και βγήκε να μοιράσει βιογραφικά.

Όλη μέρα έτρεχε από εταιρεία σε εταιρεία. Όλοι του έλεγαν ότι δεν χρειάζονταν άτομο και είχε απελπιστεί. Σήκωσε το μπρελόκ του, κοίταξε το χρυσό κλειδί και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος. Άλλη μια πόρτα είχε να χτυπήσει. Το αφεντικό, τον υποδέχτηκε στο γραφείο του. Αφού πέρασε κάποια ώρα βλέποντας το βιογραφικό του, του χαμογέλασε και του είπε.

– Είστε ο άνθρωπός μου. Έχει μέρες που ο υπάλληλός μου, παραιτήθηκε γιατί θέλησαν να μεταναστεύσουν με την οικογένειά του και μου έδεσε τα χέρια. Τι θα λέγατε να ξεκινήσετε αύριο κιόλας;

Ο Πέτρος δεν πίστευε στα αυτιά του. Σηκώθηκε, έκανε μια ζεστή, σφιχτή χειραψία με το νέο του αφεντικό, τον ευχαρίστησε και τρέχοντας πήγε να βρει την Ξένια.

– Σε ευχαριστώ! Σε σένα το χρωστάω και σε αυτό το πραγματάκι!
– Πολύ χαίρομαι Πέτρο! Είδες; Σε σένα πολύ γρήγορα κιόλας! Μπράβο, ρε Πέτρο! Μπράβο!

Ήταν τόσο ευχαριστημένος με την δουλειά! Το αφεντικό του περνώντας οι μέρες του έδειχνε όλο και περισσότερη εμπιστοσύνη.

Ένα μεσημέρι, τρεις μήνες μετά, στο διάλειμμά του, πήγε στο κυλικείο να πάρει έναν καφέ. Η άλλοτε ευδιάθετη κοπέλα που το λειτουργούσε, φαινόταν σκυθρωπή.

– Βάσια, δεν τραγουδάς σήμερα!
– Όχι, μου τελείωσαν τα τραγούδια. Μοιρολόι αν θες, ευκολάκι.
– Έλα ρε γιατί τόσο κατήφεια; Μπορώ να βοηθήσω;
– Αχ ρε Πέτρο! Δυστυχώς δεν μπορείς. Κανείς δεν μπορεί.
– Θέλεις να το μοιραστείς; Ή να σε αφήσω μόνη, να μην ενοχλώ;
– Πριν λίγο, έκανα ένα τεστ εγκυμοσύνης. Είχα καθυστέρηση και ήλπιζα για μια ακόμα φορά σε μια εγκυμοσύνη, αλλά το τεστ… αρνητικό για πολλοστή φορά.
– Λυπάμαι, ειλικρινά.
– Να είσαι καλά.

Φαινόταν τόσο διαφορετική από τον άνθρωπο που έβλεπε τόσο καιρό, με το χαμόγελο στα χείλη και την ωραία διάθεση, ήταν τόσο πικραμένη και ήθελε να την βοηθήσει. Θα διακινδύνευε να τον θεωρήσει τρελό ή ότι δεν ήταν καθόλου σοβαρός, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να το τολμήσει. Είχε έρθει η δική του στιγμή, να μεταφέρει την τύχη που είχε δεχτεί κι ο ίδιος. Της διηγήθηκε όλη την ιστορία, όλη την ανθρώπινη αλυσίδα που έκρυβε αυτό το μικρό κλειδί. Η Βάσια δεν πίστευε σε όλα αυτά τα προληπτικά, όπως τα ονομάτισε. Το θέμα που αντιμετώπιζε ήταν πολύ σοβαρό για να πιστέψει σε κλειδιά και τύχη που μεταφέρεται από άτομο σε άτομο. Ο Πέτρος όμως επέμενε. Πήρε το χρυσό κλειδί και το χαντάκωσε στο πορτοφόλι της.

Δύο μήνες ακριβώς μετά, όταν πήγε να πάρει τον καθιερωμένο του καφέ, η Βάσια βγήκε για πρώτη φορά έξω από το κυλικείο, τον αγκάλιασε και του εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν έγκυος.

– Πώς να σε ευχαριστήσω; Μου άλλαξες τη ζωή.
– Πόσο χαίρομαι ρε Βάσια! Σειρά σου τώρα να σκορπίσεις το καλό!

Είχε φτάσει η μέρα της εισαγωγής της στο νοσοκομείο για τις προεγχειρητικές εξετάσεις, πριν την προγραμματισμένη καισαρική. Στον ίδιο θάλαμο, ήταν μια κοπέλα, που αντί να είναι ενθουσιασμένη που περίμενε την ώρα του ερχομού του μωρού της, εκείνη είχε μόνιμα δάκρυα στα μάτια και περίλυπο ύφος.

– Τι σου συμβαίνει κορίτσι μου; Σε βλέπω τόση ώρα που κλαις.
– Τίποτα, τίποτα.
– Τον πόνο σου όταν τον μοιράζεσαι, διαιρείται!
– Ο δικός μου μόνο πολλαπλασιάζεται.
– Θέλεις να μου πεις;
– Χρωστάμε τρία νοίκια και μας είπε ο ιδιοκτήτης ότι αν δεν τα δώσουμε μέσα σε ένα μήνα, μαζί και με τον τέταρτο που θα έχει περάσει, να φύγουμε από το σπίτι. Δεν είμαστε απατεώνες. Τρία χρόνια μένουμε στο σπίτι αυτό. Μας ήρθαν δύσκολα, πολλά θέματα υγείας, η εγκυμοσύνη, εγώ δεν μπορώ να εργαστώ λόγω διαφόρων θεμάτων, ο έρμος ο άντρας μου πού πρώτα; Βοήθεια από πουθενά δεν έχουμε. Η μάνα μου θα μπορούσε να βοηθήσει, αλλά δεν θέλει. Κάνει την ζωή της. Να πάμε πού, με το μωρό τώρα;

Τα έλεγε και διέκοπτε τα λόγια από τα αναφιλητά.

– Έλα, μη κλαίς, πικραίνεις και το μωρό σου. Δεν ξέρω κατά πόσο πιστεύεις στην τύχη, αλλά ακόμα και σε μένα που ήμουν αρνητική, είχε αποτέλεσμα!

Και της έδειξε το χρυσό κλειδί. Της διηγήθηκε όλη την ιστορία του και της το έβαλε στο χέρι, ζητώντας της να πιστέψει.

Γέννησε, η μαμά της έπαθε έρωτα με τον εγγονό της και άφησε εκείνο που θεωρούσε ζωή, το να αναλώνεται δηλαδή με άντρες που μόνο κομμάτια από την ψυχή της ξήλωναν και την άφηναν τελικά παγερά μόνη. Πλήρωσε τα χρεωστούμενα ενοίκια, συνέχισε να μένει στο σπίτι τους το ζευγάρι και πια, μπορούσε να χαρεί την μητρότητα, αφού είχε στο πλευρό της την μάνα της, που της στάθηκε όπως όφειλε και δεν έτρεχε πίσω από αρσενικά, αφού βρήκε στον εγγονό της, τον άντρα της ζωής της.

Το χρυσό κλειδί συνέχισε να φέρνει τύχη στους ανθρώπους, να τους πείθει να γίνονται συνεργοί μετάδοσης της ελπίδας, της καλοσύνης. Φυσικά και δεν ήταν το αντικείμενο που έφερνε την τύχη. Ήταν η πίστη του καθένα χωριστά, ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει.

Κανένα άψυχο πράγμα δεν μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή. Μόνο εμείς οι ίδιοι, με το να πιστεύουμε στα θαύματα! Στα θαύματα που προκαλούνται αλυσιδωτά, από όλους εμάς που γινόμαστε κρίκοι, που νοιαζόμαστε για τον άλλον, που θέλουμε το καλό του. Το καλό, δεν πρέπει να σταματάει σε μας! Σκορπίστε το! Μοιράστε αυτό το χρυσό κλειδί σε όποιον βλέπετε ότι το έχει ανάγκη! Έτσι ο κόσμος μας ίσως έχει μια ευκαιρία να γίνει καλύτερος!

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading