Οι άκρες των χειλιών της υψώνονταν σαν ικεσία προς τον γαλβανισμένο ουρανό. Η πρώτη παγωμένη σταγόνα έπεσε στο κέντρο του κεφαλιού της κάνοντάς τη να ριγήσει. Σύντομα ακολούθησαν κι άλλες. Στην αρχή διστακτικά, έπειτα πύκνωσαν σαν βόλια σε πεδίο μάχης. Η Αλεξία κοίταξε τον ουρανό με ευγνωμοσύνη. Μια σταγονίτσα προσγειώθηκε στην άκρη του ματιού της και κύλησε, ζωγραφίζοντας ένα υγρό μονοπάτι δίπλα στ’ αλατισμένα που άφησαν τα δάκρυά της. Σύντομα δάκρυα και βροχή μπλέχτηκαν αξεδιάλυτα στο πρόσωπό της, που δεν πρόδιδε τον πόνο της, καθώς περπατούσε ούτε βιαστικά, ούτε νωχελικά, χωρίς να προσπαθεί να προστατευτεί από τη φθινοπωρινή μπόρα.
Η Αλεξία στάθηκε αναποφάσιστη μπροστά στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Τα χέρια της είχαν μουδιάσει τόση ώρα από το σφίξιμο του λουριού της τσάντας της. Γιατί δείλιαζε; Έπρεπε να το τελειώσει. Κι όμως, δεν μπορούσε να το πάρει απόφαση και να περάσει αυτήν την πόρτα. Έξι χρόνια. Τα καλύτερά της χρόνια, χαμένα. Δεν έπρεπε να χαραμίσει ούτε λεπτό άλλο μαζί του. Μα αυτό που την πονούσε περισσότερο δεν ήταν η προδοσία του Σταύρου, αλλά της Κικής. Κολλητές από το γυμνάσιο, είχαν σταθεί η μία στην άλλη στις πιο δύσκολες στιγμές τους. Η Αλεξία ήταν δίπλα της σαν πέθανε ο πατέρας της, κι εκείνη σαν έχασε τον αδερφό της. Αυτή τη φρόντιζε μετά από κάθε χωρισμό ή χυλόπιτα, κι εκείνη μετά από κάθε καυγά με τον Σταύρο. Τον Σταύρο, τον οποίο σιχαινόταν και για τον οποίο χρόνια την έπρηζε ότι ήταν σκάρτος. Και είχε δίκιο. Οι σκάρτοι πάντα αναγνωρίζουν τους σκάρτους αμέσως. Τρία χρόνια να πηδιούνται πίσω από την πλάτη της και να πηγαίνουν ταξίδια μαζί, ο ένας τάχα μου για τη δουλειά και η άλλη τάχα μου στην άρρωστη γιαγιά της. Αυτό που δεν χωρούσε ο νους της ήταν το γιατί. Γιατί την άφησαν στο συννεφάκι της να ετοιμάζει τον γάμο τους, να φροντίζει την άρρωστη μάνα του, να φιλοξενεί τους συγγενείς του, να τους μαγειρεύει, να πληρώνει τη δόση του δανείου του σπιτιού του… Πόσο μαλάkas είμαι, Θεέ μου! Και την προειδοποιούσαν οι δικοί της, μα εκείνη έβαζε το χέρι της στη φωτιά για τον Σταύρο! Ακόμη και όταν διάλεγαν έπιπλα, εκείνος πάντα αγόραζε αυτά που ήθελε η Κική, τάχα μου πως είχε καλύτερο γούστο. Τόσα όνειρα, τόσες υποσχέσεις, τόσα λεφτά χαμένα.
Άνοιξε αποφασιστικά την εξώπορτα κι έκανε να περάσει το όριο του φράκτη για να φτάσει στη δεύτερη πόρτα. Μα ξάφνου ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Δεν μπορούσε. Αστείο δεν είναι; Δεν μπορούσε να μπει στο σπίτι που είχε πληρωμένο με τα λεφτά της. Δεν μπορούσε να τους αντικρίσει. Φοβόταν μη δείλιαζε και δεν κατάφερνε να τους ξεμπροστιάσει…
Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Μακάρι να μπορούσε να σώσει λίγα ψίχουλα από την αξιοπρέπειά της. Πώς όμως; Ξάφνου περιστράφηκε γύρω από τον εαυτό της. Μες στη ζάλη της, ένιωσε να χτυπά πάνω σε ένα μαλακό τοίχο και με τη φόρα που είχε τινάχτηκε πίσω. Ένα χέρι τη συγκράτησε από τον πήχη προτού προσγειωθεί στο δάπεδο και την ανασήκωσε.
«Συγγνώμη, συγγνώμη…» ψέλλισε σαστισμένη η Αλεξία, προσπαθώντας να σταθεί όρθια, να απαγκιστρωθεί από τη λαβή και ταυτόχρονα να ελευθερώσει το πρόσωπό της από τα μαλλιά της για να δει το άτομο που στεκόταν μπρος της.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε μια μαλακή φωνή.
«Ναι, ναι, συγγνώμη. Δεν…»
«Δεν πειράζει…» είπε μαλακά η φωνή. Η Αλεξία κοίταξε κατά τα χείλη που σχημάτιζαν τις λέξεις που ήρθαν και κύρτωσαν σε ένα ντροπαλό χαμόγελο. Ξεφύσηξε και σήκωσε το βλέμμα της στα μάτια του.
«Θοδωρή;» τραύλισε σαστισμένη. «Τι κάνεις εδώ;»
Εκείνος κοίταξε προς τα πάνω και τα μάτια της ακολούθησαν το βλέμμα του. Ένας μαύρος ουρανός τους σκέπαζε. Η Αλεξία σάστισε. Η βροχή έπεφτε με πάταγο πάνω στην άσφαλτο και τα τσιμέντα, θολώνοντας τα περιγράμματα. Ο ίδιος ο Θοδωρής φαινόταν μούσκεμα, στο δερμάτινο σακάκι του έτρεχαν ρυάκια, όπως και στο παντελόνι του και το πουκάμισό του. Ασυναίσθητα πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της. Ίσα που νότισαν, πέρασε η σκέψη ασύνδετη.
«Συγγνώμη», τραύλισε ο Θοδωρής. «Σου φώναξα, σου μίλησα… Αλλά δεν φαινόσουν να μ’ ακούς…»
«Τι μου φώναξες;» τον ρώτησε μπερδεμένη εκείνη.
«Ξέχασες την ομπρέλα σου…»
Το στόμα της σφίχτηκε σε μια γραμμή και τα μάτια της γέμισαν πόνο. Η ομπρέλα της. Αν δε γυρνούσε σήμερα το πρωί στο σπίτι να την πάρει, ακόμη θα ζούσε πάνω στο ροζ συννεφάκι της στην κορφή ενός βουνού από ψέματα. Κοίταξε την ομπρέλα από πάνω τους.
«Αυτή δεν είναι η ομπρέλα μου…»
Ο Θοδωρής έβγαλε από την τσέπη του και της έδωσε τη μικρή σπαστή ομπρέλα της, κλειστή.
«Με ακολούθησες ως εδώ;» τον ρώτησε αυστηρά.
Εκείνος αλαφίαστηκε στην παρατήρησή της μιας και το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον παρεξηγήσει. Το βλέμμα της Αλεξίας έπεσε στην εξώπορτα και η καρδιά της βούλιαξε, το τράβηξε σαν τσουρουφλισμένη. Κοίταξε τον Θοδωρή με τα μεγάλα καστανά μάτια του, που τα σκίαζε η θλίψη. Μια παχιά σταγόνα έσταξε από τα βρεγμένα του μαλλιά πάνω στο καλοσχηματισμένο πρόσωπό του.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ξανά με έγνοια. «Όλη μέρα σήμερα στη δουλειά ήσουν κάπως…»
Η Αλεξία προσπάθησε να χαμογελάσει, μα τελικά κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και ρούφηξε τη μύτη της.
Πότε ήταν η τελευταία φορά που ο Σταύρος τη ρώτησε αν είναι καλά; Νοιάστηκε ποτέ αληθινά; Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπιανε τον εαυτό της να συγκρίνει τον Θοδωρή με τον Σταύρο. Ο Θοδωρής ήταν πάντα εκεί όταν τον χρειαζόταν και τη φρόντιζε αθόρυβα, όπως τότε που πονούσε επειδή είχε περίοδο και έφερε και κέρασε όλους χαμομήλι, ή όταν τη χτύπησαν τα παπούτσια της και της έφερε επιθέματα, τάχα μου ότι τα έδιναν σαν δώρο στο φαρμακείο. Είχε στεναχωρηθεί πολύ που τον πλήγωσε όταν τον απέρριψε. Και τον απέρριψε όταν θεωρούσε ότι ο Σταύρος την αγαπά. Όταν εκείνη αγαπούσε τον Σταύρο. Τώρα τίποτα από αυτά δεν ίσχυε.
«Έγινες μούσκεμα…» του είπε πιο πολύ για να πει κάτι.
«Δεν πειράζει…» της είπε αμήχανα κοιτάζοντάς τη κατάματα. Ξάφνου μια ιδέα φώτισε το βλέμμα της. Θα έφευγε, αλλά όχι σαν μια πληγωμένη γυναίκα. Δε θα τους έδινε τέτοια χαρά.
«Πάμε πάνω!» αναφώνησε με αποφασιστικό τόνο η Αλεξία. Η Κική συνέχεια της την έλεγε ότι είναι κλεισμένη μέσα στα κουτιά μιας ξεπερασμένης ηθικής. Για μια φορά, λοιπόν, στη ζωή της, θα έκανε κάτι αυθόρμητα. Θα ξέφευγε από το βαρετό δεδομένο πλάσμα που τη θεωρούσαν. Άρπαξε τον Θοδωρή από το χέρι και τον φίλησε. Ο Θοδωρής την έσπρωξε μαλακά πίσω.
«Σταμάτα! Δεν ξέρω τι έχεις, αλλά ξέρω ότι σήμερα δεν είσαι ο εαυτός σου. Οπότε ας τ΄αφήσουμε!»
Η Αλεξία γαντζώθηκε πάνω του και προσπάθησε να τον φιλήσει ξανά.
«Δεν καταλαβαίνεις; Δεν είμαι τόσο δυνατός όσο εσύ! Αν γίνει κάτι μεταξύ μας τώρα και αύριο το μετανιώσεις, εγώ δε θα μπορέσω να μαζέψω τα κομμάτια μου… Δε σε βλέπω σαν κάτι επιπόλαιο!»
Η Αλεξία πάγωσε, ανασήκωσε το βλέμμα της και το κάρφωσε στα μάτια του που σε μαγνήτιζαν με την καθαρότητα και τη ζέστα του βλέμματός του. Πώς δεν τα είχε προσέξει ως τώρα; Ίσως γιατί τα έκρυβε πίσω από αυτά τα κακόγουστα γυαλιά. Κοκκίνισε στη σκέψη και απέστρεψε το βλέμμα της. Ο Θοδωρής φαινόταν να την ξέρει καλύτερα και από τον εαυτό της. Δε χρειαζόταν να εξηγήσεις και αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό.
«Μπορείς να με βοηθήσεις με τη βαλίτσα μου;» τον ρώτησε δειλά, έπειτα από λίγο, κι εκείνος έγνεψε θετικά. Η Αλεξία του έδειξε το πατάρι και του έφερε μια καρέκλα.
«Τι συμβαίνει;» αναφώνησε ο Σταύρος, μπαίνοντας στο σπίτι και βλέποντας τον Θοδωρή να κουβαλά μια κούτα και να την απιθώνει δίπλα στην εξώπορτα. Πίσω του ερχόταν η Αλεξία και άφησε άλλη μία δίπλα της, αποφεύγοντας να τον κοιτάξε. Για μια στιγμή η φωνή της απείλησε να την προδώσει, όταν μίλησε όμως ακούστηκε ψυχρή.
«Α, ήρθες; Λοιπόν, θα στείλω αύριο τον πατέρα μου να πάρει αυτά τα κουτιά, με τα πράγματά μου. Όσο για τα λεφτά της δόσης του σπιτιού…» έκανε μια παύση, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα της. «Να είσαι σίγουρος ότι θα τα πάρω μέχρι τελευταίας δεκάρας!» είπε σε αποφασιστικό τόνο. «Θοδωρή, τελειώσαμε, νομίζω δεν έμεινε κάτι άλλο», είπε πιο μαλακά, τινάζοντας τα χέρια της, γράπωσε τη βαλίτσα της και πιάνοντας σφιχτά αγκαζέ τον Θοδωρή, κατευθύνθηκαν στο ασανσέρ, αφήνοντας τον Σταύρο αποσβολωμένο στην πόρτα.
Αναστασία Χ.
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
