Δύο καρδιές σε αναμονή

Ο Γιάννης και η Ειρήνη ήταν παντρεμένοι οκτώ χρόνια. Στα μάτια όλων αποτελούσαν το «ιδανικό ζευγάρι». Χαμογελούσαν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, ταξίδευαν, εργάζονταν, αγαπιούνταν. Κανείς όμως δεν γνώριζε ότι κάθε μήνα η ζωή τους χωριζόταν σε δύο ημερολόγια: εκείνο που έβλεπαν οι άλλοι και εκείνο που ζούσαν μόνο οι δυο τους.

Το πρώτο ημερολόγιο περιλάμβανε προθεσμίες στη δουλειά, τραπέζια με φίλους, γενέθλια ανιψιών και κυριακάτικους περιπάτους. Το δεύτερο περιλάμβανε θερμοκρασίες σώματος, μέρες ωορρηξίας, εξετάσεις, κυνηγητό με το ρολόι και μια σιωπηλή, ακατάπαυστη προσμονή που στο τέλος κάθε κύκλου διαψευδόταν από ένα αρνητικό τεστ.

Όταν, μετά από τέσσερα χρόνια προσπαθειών, ο γιατρός τούς πρότεινε την εξωσωματική γονιμοποίηση, η Ειρήνη ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Ο Γιάννης, πάλι, έγειρε πίσω στην καρέκλα, κοίταξε το ταβάνι και ψιθύρισε:
– Δηλαδή, για να καταλάβω… πάμε σε επιστημονική φαντασία τώρα;
Η Ειρήνη γέλασε, παρόλο που τα μάτια της είχαν ήδη βουρκώσει.
– Εσύ, πάντως, θα είσαι ο πρώτος άνθρωπος που θα ρωτήσει αν το μωρό θα έρθει με διαστημόπλοιο.
– Αρκεί να έρθει. Θα του φτιάξω και χώρο στάθμευσης.
Έτσι ήταν ο Γιάννης. Όταν δεν ήξερε πώς να διώξει τον φόβο, του φορούσε ένα αστείο πρόσωπο. Κι εκείνη τον αγαπούσε και γι’ αυτό.

Η απόφαση πάρθηκε ένα βράδυ πάνω από ένα κουτί μισοφαγωμένης πίτσας. Δεν υπήρξαν μεγάλες διακηρύξεις ούτε υποσχέσεις πως όλα θα πήγαιναν καλά. Μόνο δύο χέρια ενωμένα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
– Θα το κάνουμε; ρώτησε η Ειρήνη.
– Θα το κάνουμε. Και θα είμαστε η καλύτερη ομάδα που πάτησε ποτέ σε εργαστήριο.

Το πρώτο βήμα ήταν η μεταμόρφωση του ψυγείου. Δίπλα στη μαρμελάδα φράουλα και στο τάπερ με τα κεφτεδάκια εμφανίστηκαν κουτιά με φάρμακα και μαντηλάκια με οινόπνευμα.
– Αν μπει η μάνα σου και δει το ψυγείο, θα νομίζει ότι κάνουμε εμπόριο ορμονών, σχολίασε ο Γιάννης.
– Αν μπει η μάνα σου, το τελευταίο που θα προσέξει είναι τα φάρμακα. Θα παραπονεθεί επειδή δεν έχουμε μαγειρέψει φακές.
– Σωστά. Και μετά θα μας ρωτήσει πότε θα κάνουμε παιδί, γιατί οι φακές χωρίς εγγόνι δεν χωνεύονται.
Η Ειρήνη του πέταξε μια χαρτοπετσέτα.

Οι ενέσεις έγιναν η δική τους, ιδιότυπη ιεροτελεστία. Ο Γιάννης ανέλαβε τον ρόλο του νοσοκόμου με σοβαρότητα που άγγιζε τα όρια της κωμωδίας.
– Λοιπόν, Ειρηνάκι, εισπνοή, εκπνοή. Θα το κάνω γρήγορα, σαν επαγγελματίας.
– Μη χτυπάς τη βελόνα έτσι! Δεν είσαι σε νοσοκομειακό σίριαλ!
– Έχω αγχωθεί, κυρία μου. Είναι η πρώτη μου μέρα στη δουλειά.

Κάθε φορά που εκείνη έσφιγγε τα δόντια, εκείνος έβρισκε έναν απίθανο τρόπο να την κάνει να γελάσει. Άλλοτε της περιέγραφε πώς θα ήταν αν ζούσαν στον Μεσαίωνα κι άλλοτε ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να πληρώνεται υπερωρίες.

Ένα βράδυ, η Ειρήνη κοίταξε τα μικρά σημαδάκια στην κοιλιά της.
– Γιάννη, έχω γίνει σαν ελβετικό τυρί.
– Είσαι το πιο όμορφο ελβετικό τυρί του κόσμου.
– Δεν υπάρχει πιο ρομαντικός άντρας από σένα.
– Το ξέρω. Να με προτείνεις για βραβείο.
Γέλασαν. Κι εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στα φάρμακα και στην ακαταστασία της κουζίνας, η ζωή τους έμοιαζε πάλι με τη δική τους ζωή.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, η Ειρήνη προσπαθούσε να συμπεριφέρεται φυσιολογικά. Πήγαινε στη δουλειά, απαντούσε στα μηνύματα των φίλων της, αγόραζε ψωμί επιστρέφοντας στο σπίτι. Μόνο που τώρα κάθε μικρή ενόχληση στο σώμα της αποκτούσε σημασία και κάθε πρωινό ξεκινούσε με μια σκέψη που δεν τολμούσε να πει δυνατά.Ο Γιάννης το είχε καταλάβει.
Ένα απόγευμα, τη βρήκε να κοιτάζει αφηρημένα έξω από το παράθυρο.
– Πού ταξιδεύει το μυαλό σου;
– Πουθενά.
– Ωραία. Γιατί εγώ πεινάω και χρειάζομαι συγκυβερνήτη για την παραγγελία.

Παρήγγειλαν σουβλάκια και έβαλαν μια κωμωδία. Στα μισά της ταινίας, η Ειρήνη αποκοιμήθηκε στον ώμο του. Ο Γιάννης χαμήλωσε την τηλεόραση και της χάιδεψε τα μαλλιά.
Δεν της έλεγε πια συχνά «όλα θα πάνε καλά». Είχε καταλάβει πως κανείς δεν μπορούσε να το υποσχεθεί. Προτιμούσε να της λέει «είμαι εδώ». Ήταν κάτι που μπορούσε να της προσφέρει χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει το αύριο.

Την ημέρα της εμβρυομεταφοράς, επιστρέφοντας στο σπίτι, η Ειρήνη τον ρώτησε:
– Και τώρα;
– Τώρα θα κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα.
–  Τι;
–  Θα ζήσουμε. Θα φάμε, θα δούμε ταινίες, θα τσακωθούμε για το κλιματιστικό και θα προσπαθήσουμε να μην ψάχνουμε συμπτώματα στο διαδίκτυο.
–  Εσύ θα προσπαθήσεις να μην ψάχνεις συμπτώματα. Εγώ θα κάνω έρευνα υψηλού επιπέδου.
–  Τότε απαιτώ να αναλάβεις και την ευθύνη αν διαβάσεις ότι πρέπει να κοιμόμαστε ανάποδα για να πετύχει.

Για μερικές ημέρες, κατάφεραν να κρατήσουν τη συμφωνία τους. Πήγαν για φαγητό με φίλους, περπάτησαν δίπλα στη θάλασσα, μίλησαν για τις διακοπές που ήθελαν να κάνουν το καλοκαίρι. Δεν σταμάτησαν να ελπίζουν, αλλά προσπάθησαν να μην αφήσουν την ελπίδα να καταπιεί κάθε άλλη επιθυμία τους. Ώσπου ήρθε η ημέρα του αποτελέσματος.

Η Ειρήνη καθόταν στον καναπέ με το κινητό στα χέρια. Ο Γιάννης περπατούσε από την κουζίνα στο σαλόνι και πίσω.
– Αν συνεχίσεις έτσι, θα ανοίξεις καινούργιο διάδρομο στο σπίτι, του είπε.
– Ελέγχω αν τα πλακάκια είναι σωστά τοποθετημένα.
– Εδώ είναι ξύλινο το πάτωμα.
– Μη με μπερδεύεις με τεχνικές λεπτομέρειες τώρα.
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, σταμάτησαν και οι δύο να αναπνέουν για μια στιγμή. Η απάντηση δεν ήταν εκείνη που περίμεναν. Η πρώτη προσπάθεια δεν είχε πετύχει.

Η Ειρήνη άφησε το κινητό στον καναπέ. Δεν έκλαψε αμέσως. Κοίταξε τον τοίχο απέναντί της σαν να προσπαθούσε να καταλάβει πώς μπορούσε ο κόσμος να συνεχίζει να υπάρχει ενώ μέσα της κάτι είχε μόλις σταματήσει. Ο Γιάννης κάθισε δίπλα της.
– Έλα εδώ, της είπε.
Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και τότε ξέσπασε.
Δεν της είπε ότι θα προσπαθούσαν ξανά. Δεν της είπε να είναι δυνατή. Δεν της ζήτησε να κοιτάξει τη θετική πλευρά. Την κράτησε μόνο κοντά του, όσο εκείνη άφηνε τα δάκρυά της να βγουν.Ύστερα από ώρα, σήκωσε το κεφάλι της.
– Συγγνώμη.
– Για ποιο πράγμα;
– Που δεν τα κατάφερα.
Εκείνος την κοίταξε με έκπληξη, σχεδόν θυμό, όχι μαζί της αλλά με εκείνη τη σκέψη που την έκανε να φορτώνεται μια ευθύνη που δεν της ανήκε.
– Ειρήνη, δεν δίνουμε εξετάσεις. Δεν υπάρχει βαθμός που πήρες ή δεν πήρες. Είμαστε μαζί σε αυτό. Μαζί, κατάλαβες;
Εκείνη έγνεψε, αλλά τα μάτια της παρέμεναν θλιμμένα.

– Φοβάμαι πως θα κουραστούμε.
– Μπορεί να κουραστούμε. Μπορεί να θυμώσουμε, να στενοχωρηθούμε, να θέλουμε μια μέρα να μη μιλήσουμε σε κανέναν. Αλλά δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε σήμερα τι θα κάνουμε για πάντα. Σήμερα θα παραγγείλουμε πίτσα.
Η Ειρήνη χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της.
– Πάλι πίτσα;
– Έχουμε παράδοση. Οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται με μοτσαρέλα.

Εκείνο το βράδυ δεν μίλησαν για την επόμενη προσπάθεια. Μίλησαν για την πρώτη τους εκδρομή, για ένα ξενοδοχείο όπου ο Γιάννης είχε καταφέρει να κλειδωθεί έξω από το δωμάτιο με τις πιτζάμες, για όλα εκείνα που είχαν ζήσει πριν η αναμονή αποκτήσει τόσο μεγάλο χώρο στη ζωή τους.

Οι εβδομάδες πέρασαν. Η ζωή δεν σταμάτησε, ούτε όμως και η επιθυμία τους. Απλώς έμαθαν να την κρατούν με διαφορετικό τρόπο.

Σε ένα οικογενειακό τραπέζι, μια θεία τους ρώτησε ξανά πότε θα αποκτήσουν παιδί. Η Ειρήνη ένιωσε το γνώριμο σφίξιμο, αλλά αυτή τη φορά δεν βιάστηκε να χαμογελάσει για να καθησυχάσει τους άλλους.
– Όταν έχουμε κάτι να σας πούμε, θα το μάθετε, απάντησε ευγενικά.
Η θεία έγνεψε και άλλαξε κουβέντα. Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Δεν γνώριζε απλώς πόσο βάρος μπορεί να κρύβεται πίσω από μια συνηθισμένη ερώτηση.

Στο αυτοκίνητο, ο Γιάννης την κοίταξε με περηφάνια.
– Αυτό ήταν εξαιρετικό.
– Τι πράγμα;
– Η απάντησή σου. Σύντομη, ευγενική, χωρίς περιττές πληροφορίες. Θα σε προσλάβω για εκπρόσωπό μου.
– Θα χρεώνω ανά ερώτηση.
– Τότε θα μείνουμε πάμφτωχοι. Η οικογένειά μου είναι πολυλογού.
Γέλασαν και αυτή τη φορά το γέλιο τους δεν ήταν προσπάθεια να κρύψουν κάτι. Ήταν απλώς γέλιο.

Το ίδιο βράδυ, συζήτησαν για τη δεύτερη προσπάθεια. Δεν πήραν την απόφαση από φόβο μήπως χάσουν χρόνο, ούτε επειδή κάποιος τους πίεζε. Ήθελαν να συνεχίσουν, αλλά ήθελαν και να το κάνουν με τους δικούς τους όρους.
– Δεν θέλω να γίνει όλη μας η ζωή αυτό, είπε η Ειρήνη.
– Ούτε εγώ. Θέλω να έχουμε και ζωή έξω από τα ραντεβού και τα ημερολόγια.
– Και αν δεν πετύχει ξανά;
– Θα στενοχωρηθούμε. Δεν θα σου πω ψέματα. Αλλά δεν θέλω να ζούμε το αύριο σαν να μας έχει ήδη απορρίψει.

Η Ειρήνη άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το μάγουλο.
– Πότε έγινες τόσο σοφός;
– Από τότε που παντρεύτηκα μια γυναίκα που με διορθώνει κάθε φορά που λέω ανοησίες.
– Άρα έχω κάνει εξαιρετική δουλειά.
– Αναμφισβήτητα.

Η δεύτερη προσπάθεια ξεκίνησε χωρίς μεγάλες υποσχέσεις. Αυτή τη φορά δεν αγόρασαν ημερολόγιο για να σημειώνουν κάθε μικρή λεπτομέρεια. Δεν έψαξαν να βρουν κάποιο σημάδι σε κάθε αλλαγή του σώματος. Έκαναν ό,τι χρειαζόταν, ακολούθησαν τις οδηγίες των γιατρών τους και συνέχισαν την καθημερινότητά τους.
Ο Γιάννης, βέβαια, δεν είχε εγκαταλείψει το χιούμορ του.

– Έχω μια πρόταση, ανακοίνωσε ένα πρωί.
– Ανησυχώ ήδη.
– Για κάθε μέρα που δεν θα μιλάμε για εξωσωματική, θα βάζουμε ένα ευρώ σε ένα κουτί. Μετά θα πάμε ταξίδι.
– Και τις ημέρες που θα μιλάμε;
– Θα βάζουμε δύο ευρώ, επειδή θα έχουμε περισσότερη ανάγκη το ταξίδι.
Η Ειρήνη γέλασε και φίλησε το μάγουλό του.
– Συμφωνώ, κύριε οικονομολόγε.

Τις ημέρες της αναμονής, ωστόσο, ο φόβος επέστρεψε. Δεν μπορούσαν να τον εξαφανίσουν με αστεία, όσο κι αν το προσπαθούσαν. Η Ειρήνη έπιανε τον εαυτό της να σταματά στη μέση μιας δουλειάς, να ακουμπά ασυναίσθητα την κοιλιά της και να αναρωτιέται αν αυτή τη φορά κάτι είχε αλλάξει.

Ο Γιάννης είχε τις δικές του σιωπές. Στη δουλειά έμενε συγκεντρωμένος, με τους φίλους αστειευόταν όπως πάντα, μα κάποιες νύχτες ξυπνούσε και έβρισκε την Ειρήνη να κοιτάζει το ταβάνι.
– Δεν κοιμάσαι; τη ρωτούσε.
– Όχι ακόμη.
– Να σου πω ένα αστείο;
– Εξαρτάται. Αν είναι για το ελβετικό τυρί, θα σε χωρίσω.
– Είχα ετοιμάσει ολόκληρο αφιέρωμα.
Εκείνη γέλασε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσουν τον φόβο τους. Τον αναγνώριζαν πια ο ένας στον άλλον.

Την παραμονή της εξέτασης, αποφάσισαν να βγουν για φαγητό. Η Ειρήνη φόρεσε το αγαπημένο της φόρεμα και ο Γιάννης ένα πουκάμισο που εκείνη ισχυριζόταν ότι τον έκανε να μοιάζει με παρουσιαστή δελτίου ειδήσεων.
– Αν μας ρωτήσουν τι γιορτάζουμε; είπε εκείνος.
– Ότι βγήκαμε από το σπίτι χωρίς να συζητήσουμε για ραντεβού.
– Σημαντικό επίτευγμα. Να παραγγείλουμε και γλυκό.

Έφαγαν, περπάτησαν και σταμάτησαν μπροστά σε μια βιτρίνα με παιδικά ρούχα. Η Ειρήνη κοίταξε για λίγο ένα μικροσκοπικό κίτρινο πουλόβερ.
Ο Γιάννης δεν τη ρώτησε τι σκεφτόταν. Της έπιασε το χέρι και συνέχισαν να περπατούν. Εκείνη η μικρή κίνηση σήμαινε περισσότερα από οποιαδήποτε υπόσχεση.

Το επόμενο πρωί, η Ειρήνη πήγε να κάνει την εξέταση. Ο Γιάννης την περίμενε έξω, με δύο καφέδες στο χέρι. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να της πει κάτι αστείο, αν θα έπρεπε να την αγκαλιάσει ή αν ήταν προτιμότερο να μην πει τίποτα.

Όταν εκείνη εμφανίστηκε στην πόρτα, κατάλαβε από το πρόσωπό της πως η απάντηση δεν είχε έρθει ακόμη.
– Πρέπει να περιμένουμε λίγο, του είπε.
– Ωραία. Έχουμε δύο καφέδες και καθόλου υποχρεώσεις για τις επόμενες δυο ώρες.

Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Η Ειρήνη κρατούσε το χάρτινο ποτήρι με τα δυο της χέρια. Ο Γιάννης της έλεγε μια ιστορία για έναν συνάδελφό του που είχε προσπαθήσει να φτιάξει καφέ και είχε καταλήξει να καθαρίζει ολόκληρη την κουζίνα. Εκείνη τον άκουγε, μα το μυαλό της βρισκόταν αλλού.
Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.

Η Ειρήνη απάντησε. Άκουσε προσεκτικά, έκανε δυο σύντομες ερωτήσεις και έκλεισε.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε.

Ο Γιάννης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
– Ειρήνη;

Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα, αλλά στα χείλη της σχηματιζόταν ένα χαμόγελο που δεν μπορούσε να συγκρατήσει.
– Γιάννη… είναι θετικό.
Εκείνος την κοίταξε σαν να μην είχε καταλάβει.
– Τι είναι θετικό;
Η Ειρήνη γέλασε και έκλαψε ταυτόχρονα.
– Το αποτέλεσμα, βρε Γιάννη! Είμαστε έγκυοι!

Ο καφές παραλίγο να του πέσει από το χέρι. Την αγκάλιασε τόσο σφιχτά που εκείνη αναγκάστηκε να τον σκουντήσει γελώντας.
– Σιγά!
– Συγγνώμη. Απλώς… δεν ξέρω τι να κάνω.
– Ούτε εγώ.

Έμειναν αγκαλιασμένοι στο παγκάκι, ανάμεσα σε ανθρώπους που περνούσαν βιαστικοί, σε αυτοκίνητα που κορνάριζαν και σε μια πόλη που συνέχιζε κανονικά τη μέρα της. Κανείς δεν γνώριζε πως, για τους δυο τους, εκείνη η συνηθισμένη στιγμή είχε μόλις γίνει η αρχή μιας νέας ζωής.

Ο Γιάννης ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της.
– Να σου πω κάτι;
– Τι;
– Νομίζω ότι τελικά το διαστημόπλοιο προσγειώθηκε.
Η Ειρήνη ξέσπασε σε γέλια.
– Είσαι ανεπανάληπτος.
– Και το πλήρωμα πεινάει. Πάμε να φάμε;
– Γιάννη!
– Τι; Δεν γίνεται να υποδεχτούμε το αύριο νηστικοί!

Τους επόμενους μήνες, η χαρά τους μεγάλωνε μαζί με την κοιλιά της Ειρήνης. Δεν έγιναν ξαφνικά άλλοι άνθρωποι. Συνέχισαν να πειράζονται, να διαφωνούν για το τι θα φάνε και να γελούν με τα ίδια αστεία. Μόνο που τώρα, όταν περνούσαν μπροστά από μια βιτρίνα με παιδικά ρούχα, δεν κοιτούσαν μονάχα το γυαλί.

Άρχισαν να ετοιμάζουν το δωμάτιο. Ο Γιάννης επέμενε πως θα το έβαφε μόνος του, μέχρι που κατάφερε να βάψει περισσότερο το πάτωμα παρά τον τοίχο.
– Είσαι σίγουρος ότι δεν χρειάζεσαι επαγγελματία; τον ρώτησε η Ειρήνη.
– Φυσικά. Απλώς δημιουργώ μια νέα τεχνοτροπία.
– Πώς λέγεται;
– «Ο μπαμπάς προσπάθησε».
Η Ειρήνη γέλασε τόσο δυνατά, που αναγκάστηκε να καθίσει. Ο Γιάννης άφησε το πινέλο και πήγε κοντά της.

– Είσαι καλά;
– Μια χαρά. Απλώς σκέφτομαι πως το παιδί μας θα μεγαλώσει σε σπίτι με πολύ χιούμορ και αμφίβολη διακόσμηση.
– Θα έχει τουλάχιστον καλό πατέρα.
– Αυτό θα το κρίνει εκείνο.
Εκείνος γονάτισε μπροστά της και ακούμπησε το χέρι του στην κοιλιά της.

– Άκου να σου πω, μικρέ ή μικρή. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα. Αν το δωμάτιο δεν είναι τέλειο, φταίει η μητέρα σου που με αποσυντονίζει με την ομορφιά της.
– Μην αρχίζεις πάλι, είπε η Ειρήνη, χαμογελώντας.

Στην επόμενη οικογενειακή συγκέντρωση, όταν κάποιος ρώτησε αν είχαν κανένα νέο, η Ειρήνη κοίταξε τον Γιάννη. Εκείνος της έσφιξε το χέρι κάτω από το τραπέζι, όπως έκανε πάντα.

Αυτή τη φορά, όμως, το χαμόγελό της είχε μέσα του ένα μυστικό που δεν ήταν πια βάρος.
– Έχουμε, είπε.
Και το ανακοίνωσαν μαζί. Οι φωνές, οι αγκαλιές και οι ευχές γέμισαν το δωμάτιο. Κανείς δεν χρειαζόταν να τους λυπηθεί. Κανείς δεν χρειαζόταν να τους αντιμετωπίσει σαν ανθρώπους που είχαν περάσει μια δοκιμασία και τώρα δικαιώνονταν. Ήταν ο Γιάννης και η Ειρήνη, ένα ζευγάρι που αγαπούσε τη ζωή και περίμενε με χαρά ένα νέο μέλος στην οικογένειά του.

Εκείνο το βράδυ, όταν επέστρεψαν σπίτι, η Ειρήνη στάθηκε στην πόρτα του παιδικού δωματίου. Ο τοίχος είχε ακόμη μερικές ατέλειες, το πάτωμα χρειαζόταν καθάρισμα και στη γωνία περίμενε μια κούτα με πράγματα που δεν είχαν προλάβει να τακτοποιήσουν.
– Δεν είναι τέλειο… είπε.
– Ούτε εμείς είμαστε.
Εκείνη γύρισε και τον φίλησε.
– Ευτυχώς.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, κοιτάζοντας το μικρό δωμάτιο. Δεν ήξεραν πώς θα ήταν η ζωή τους από εκεί και πέρα. Ήξεραν μόνο πως την ήθελαν, με τις ατέλειες, τις εκπλήξεις και τις καινούργιες της ευθύνες. Ο Γιάννης έδειξε το μικρό κρεβατάκι που είχαν μόλις συναρμολογήσει.
– Λοιπόν, κυρία μου. Νομίζω πως βρήκαμε τη θέση του.
Η Ειρήνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
– Όχι μόνο τη δική του, Γιάννη. Βρήκαμε και τη δική μας.

Γιατί το αύριο που περίμεναν δεν ήταν απλώς ένα παιδί. Ήταν όλα όσα θα μοιράζονταν μαζί του: τα πρωινά με τις αγκαλιές, τα γέλια μέσα στη νύχτα, τα μικρά χέρια που θα αναζητούσαν τα δικά τους, οι ιστορίες που θα έφτιαχναν από την αρχή. Κι αν κάτι είχαν μάθει μέσα σε αυτά τα χρόνια, ήταν πως η αγάπη δεν μετριέται με το πόσο γρήγορα φτάνεις εκεί που ονειρεύεσαι. Μετριέται και με τον τρόπο που κρατάς το χέρι του άλλου όσο περιμένετε.

Ο Γιάννης έσβησε το φως του δωματίου και άφησε την πόρτα μισάνοιχτη.
– Να αφήσουμε λίγο φως; ρώτησε.
– Γιατί;
Χαμογέλασε.
– Για να ξέρει το αύριο πού να μας βρει.
Και η Ειρήνη, κρατώντας το χέρι του, χαμογέλασε κι εκείνη.
Εκείνη την στιγμή μετά από πολύ καιρό, χαλάρωσαν γιατί δεν μετρούσαν τις μέρες που απέμεναν. Ονειρεύονταν όλες εκείνες που έρχονταν.

Νατάσα Ξαγοράρη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading