Ο καφές της Μαρίας είχε σχεδόν τελειώσει, ο καφές της Ανθής είχε παγώσει εδώ και κανένα εικοσάλεπτο, αλλά εκείνη συνέχιζε να τον πίνει με μικρές γουλιές, χαζεύοντας αφηρημένα τον κόσμο που περνούσε απέναντι από το μαγαζί.
— Ρε συ, Ανθή…
— Μμμ;
— Θυμάσαι αυτόν τον γκόμεν0 που πέθαινες;
Η Ανθή σήκωσε αργά το βλέμμα της.
— Ποιον από όλους;
Η Μαρία έβαλε τα γέλια τόσο δυνατά, που γύρισαν να τις κοιτάξουν από το διπλανό τραπέζι.
— Είσαι ηλίθια, ρε! Τον τελευταίο λέω! Αυτόν που λέγαμε πόσο καλός και ωραίος είναι! Εκείνον που γνωρίσαμε ένα βράδυ, σ’ εκείνο το μπαρ στα Βόρεια!
Η Ανθή έμεινε για δύο δευτερόλεπτα ακίνητη. Μετά άφησε τον καφέ της στο τραπέζι.
— Αααα…
— Αααα, λέει! Τον θυμήθηκε η κυρία!
— Τον Μίλτο εννοείς;
— ΝΑΙ, ΡΕ! ΤΟΝ ΜΙΛΤΟ!
Η Ανθή ξέσπασε σε γέλια.
— Τέτοιος τύπος δεν κυκλοφορεί κάθε μέρα, Ανθούλα! Θυμάσαι που είχαμε φύγει και στο αμάξι μου έλεγες ότι αν σου ξαναμιλήσει, θα πάθεις ανακοπή;
— Εντάξει, τώρα μην τα λες κι εσύ μπροστά στον κόσμο.
— Α, τώρα ντρέπεσαι; Τότε που μου έστελνες screenshots και με ρωτούσες τι εννοούσε με το «χαχα, ναι», δεν ντρεπόσουν;
— Μαρία, θα σου πετάξω τον καφέ στο κεφάλι!
Η Μαρία σήκωσε τα χέρια της γελώντας.
— Εντάξει, εντάξει! Απλώς ρωτάω. Τι να κάνει αυτή η ψυχή;
Η Ανθή κοίταξε τον ουρανό με την έκφραση ανθρώπου που μόλις θυμήθηκε κάτι πολύ μακρινό.
— Τη ζωή του κάνει, Μαρία μου. Τη ζωάρα του!
— Δηλαδή;
— Δηλαδή, τι δηλαδή; Ζει, αναπνέει, κυκλοφορεί, κοιμάται, ξυπνάει. Πιθανότατα έχει φτιάξει και τη ζωή του γενικά. Η ζωή συνεχίζεται…
— Ανθή!
— Τι; Να σου πω ότι κάθε βράδυ κοιτάζει το φεγγάρι και αναρωτιέται πού βρίσκομαι; Δεν το νομίζω.
Η Μαρία χαμογέλασε πονηρά.
— Καλά, εσύ πάντως τον είχες ερωτευτεί!
— Εγώ είχα ερωτευτεί την ιδέα του, κορίτσι μου! Άλλο αυτό!
— Α, μάλιστα! Τώρα το γυρίσαμε στην ψυχολογία!
— Όχι, αγάπη μου! Τώρα μεγαλώσαμε και λίγο!
Η Ανθή δοκίμασε τον καφέ της και έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.
— Παναγία μου, τι πίνω τόση ώρα; Παγωμένο νερό με γεύση απογοήτευσης!
— Όπως ακριβώς η ερωτική σου ζωή!
— ΑΚΡΙΒΩΣ!
Οι δυο τους γέλασαν, αλλά η Μαρία δεν είχε σκοπό να αφήσει το θέμα να πεθάνει τόσο εύκολα.
— Για στάσου, βρε Ανθούλα! Δεν ήταν ότι απλώς τον είδες ένα βράδυ και σου γυάλισε. Μιλούσατε κανονικά.
Η Ανθή χαμογέλασε αμυδρά.
— Μιλούσαμε, ναι.
— Και μάλιστα πολύ!
— Ε, ναι, ρε συ. Στέλναμε μηνύματα, γελούσαμε, λέγαμε τις βλακείες μας, μου έλεγε τα δικά του, του έλεγα τα δικά μου. Ανοιχτήκαμε, φλερτάραμε, πειραζόμασταν. Δεν ήταν ότι ανταλλάξαμε τρία «τι κάνεις;» και δύο «καλά, εσύ;».
— Εσύ γελούσες μέχρι τα αυτιά, θυμάμαι.
— Ε, ναι! Μου άρεσε να μιλάμε. Περίμενα να δω τι θα μου γράψει. Και δεν ήταν μόνο ότι μου άρεσε εμφανισιακά. Ένιωθα όμορφα μαζί του, χωρίς να έχει συμβεί τίποτα ιδιαίτερο.
— Αυτό σου έλεγα κι εγώ τότε. Ότι κάτι υπάρχει!
— Ναι, αλλά αυτό το «κάτι» μπορεί να είναι κάτι, μπορεί να είναι τίποτα, μπορεί απλώς ο άλλος να περνάει καλά όσο τον βολεύει και μετά να αποφασίζει ότι δεν έχει όρεξη.
— Καλά, δεν μπορούμε να ξέρουμε…
— Εγώ ξέρω ότι εξαφανίστηκε, Μαρία!!!
Η Μαρία έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Ορίστε;
— Άρχισε να αλλάζει. Να χάνεται λίγο, να μην έχει την ίδια διάθεση. Στην αρχή λες «εντάξει, μπορεί να έχει δουλειές, μπορεί να έχει τα δικά του». Δεν είμαι και άνθρωπος που απαιτεί να μου δίνει ο άλλος αναφορά κάθε τρεις ώρες.
— Ευτυχώς, γιατί θα είχαμε χάσει όλοι τον ύπνο μας.
— Άντε παράτα με! Με αφήνεις να μιλήσω;
Η Μαρία γέλασε και της έκανε νόημα να συνεχίσει.
— Κάποια στιγμή, όμως, καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει αλλάξει και μένεις να αναρωτιέσαι τι έγινε, αν έκανες κάτι, αν απλώς δεν ήθελε άλλο και ο άλλος δεν μπαίνει καν στον κόπο να σου πει δυο κουβέντες.
— Του ζήτησες ποτέ εξηγήσεις;
— Τι εξηγήσεις να ζητήσω μωρέ; Και στην τελική, δεν του ζήτησα να με ερωτευτεί, Μαρία. Δεν του ζήτησα να είμαστε μαζί, ούτε υποσχέσεις, αποκλειστικότητες, δαχτυλίδια και κοινό στεγαστικό δάνειο.
— Αν και το στεγαστικό θα το συζητούσες, αν ήταν καλό παιδί.
— ΜΑΡΙΑ!
— Εντάξει, συνεχίζω να ακούω!
Η Ανθή χαμογέλασε και ύστερα σοβάρεψε.
— Αυτό που θα ήθελα ήταν στοιχειώδης ειλικρίνεια. Αν δεν ήθελε να συνεχίσουμε να μιλάμε, ας μου το έλεγε. Αν άλλαξε γνώμη, πάλι εντάξει. Δεν θα πέθαινα αλλά είναι διαφορετικό να σου λέει κάποιος «δεν θέλω» και διαφορετικό να σε αφήνει να αναρωτιέσαι τι σκατά συνέβη.
— Μπορεί να μην ήξερε ούτε ο ίδιος τι ήθελε…
— Και γιατί πρέπει να το πληρώνω εγώ αυτό;
Η Μαρία δεν απάντησε αμέσως.
— Ξέρεις τι με πειράζει περισσότερο; συνέχισε η Ανθή. Ότι εγώ ήμουν εκεί. Όχι επειδή είχα κάποια υποχρέωση απέναντί του, αλλά επειδή το ήθελα. Μου άρεσε να τον ακούω, να τον πειράζω, να τον στηρίζω, να γελάμε με τις βλακείες μας. Ήμουν εκεί σαν κεράκι αναμμένο, ρε Μαρία, και το έκανα επειδή μου έβγαινε. Δεν καθόμουν να υπολογίζω τι θα πάρω πίσω για κάθε μήνυμα.
— Δεν έκανες κάτι λάθος επειδή έδειξες ενδιαφέρον.
— Το ξέρω, αλλά όταν ο άλλος απομακρύνεται, αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως ήσουν πολύ διαθέσιμη, μήπως έδειξες παραπάνω ενδιαφέρον, μήπως έπρεπε να κάνεις κι εσύ την αδιάφορη για να σε θέλει περισσότερο.
— Εσύ δεν μπορείς να κάνεις την αδιάφορη ούτε για δέκα λεπτά…
— ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΟΥ! Αν χαρώ που μου έστειλες, θα σου απαντήσω. Αν μου αρέσει να μιλάμε, θα το δείξω. Δεν θα κάτσω να κάνω στρατηγική για να μη φανεί ότι ενδιαφέρομαι.
— Καλά κάνεις!
— Ναι, αλλά ο άλλος μπορεί να βαρεθεί, να αλλάξει γνώμη και να εξαφανιστεί. Κι εσύ μένεις να αναρωτιέσαι αν αυτό που για σένα ήταν όμορφο, για εκείνον ήταν απλώς ένας τρόπος να περνάει την ώρα του.
Η Μαρία ακούμπησε το χέρι της στο τραπέζι.
— Δεν ξέρεις αν ήταν έτσι για εκείνον.
— Το ξέρω. Μπορεί να του άρεσε, μπορεί να περνούσε όμορφα, μπορεί να ένιωθε κι εκείνος αυτή την οικειότητα. Δεν λέω ότι όλα ήταν ψέματα, αλλά δεν μπορώ να ξέρω τι ένιωθε ένας άνθρωπος που επέλεξε να μη μου το εξηγήσει. Δεν θέλω να εφευρίσκω δικαιολογίες για να βγάζει νόημα η συμπεριφορά του.
Η Ανθή πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Και κάπου εκεί απογοητεύομαι. Όχι επειδή δεν με διάλεξε. Δεν γίνεται να μας διαλέγουν όλοι. Με απογοητεύει που βλέπεις κάτι όμορφο να δημιουργείται και μετά ο άλλος να φέρεται σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Η Μαρία την κοίταξε για λίγο.
— Ξέρεις τι σκέφτομαι; Ότι δεν στενοχωριέσαι μόνο για τον Μίλτο. Σου θυμίζει κι άλλα πράγματα.
Η Ανθή χαμογέλασε αχνά.
— Ναι…
— Τι;
Η Ανθή ανακάτεψε τον καφέ της.
— Είναι άσχημο να γνωρίζεις ανθρώπους μέσα σ’ αυτόν τον σκατόκοσμο και να λες «κοίτα να δεις, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που λάμπουν». Που σε κάνουν να γελάς, να αισθάνεσαι άνετα, να είσαι ο εαυτός σου και μετά να βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους να καταστρέφουν μόνοι τους κάτι όμορφο, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να σου εξηγήσουν το γιατί.
— Σε έχει απογοητεύσει πολύ, ε;
— Δεν είναι μόνο αυτός. Είναι που κάποια στιγμή κουράζεσαι να βλέπεις το ίδιο πράγμα με διαφορετικά πρόσωπα.
Η Μαρία έγειρε λίγο προς το μέρος της.
— Και τι σου λέει ο ψυχολόγος σου γι’ αυτό;
Η Ανθή γέλασε.
— Αχ, εκεί να δεις.
— Τι του λες;
— Ότι φοβάμαι…
— Τι φοβάσαι; Ότι δεν θα βρεις κάποιον να σε αγαπήσει;
— Όχι, ρε Μαρία. Δεν φοβάμαι μήπως κάποιος δεν θελήσει να είναι μαζί μου. Δεν γίνεται να με θέλουν όλοι, ούτε θέλω να με θέλουν όλοι. Φοβάμαι μήπως γίνει άλλος ένας.
— Άλλος ένας τι;
Η Ανθή σήκωσε το βλέμμα της.
— Άλλος ένας άνθρωπος που κάποτε θεωρούσα ξεχωριστό. Δεν μιλάω απαραίτητα για έρωτες αγάπες. Μιλάω για ανθρώπους που θαύμαζα, εκτιμούσα, εμπιστευόμουν. Που τους είχα βάλει σε μια θέση μέσα μου που δεν την είχε ο καθένας και μετά, με τον καιρό, άρχισα να βλέπω πράγματα που δεν ταίριαζαν καθόλου με την εικόνα που είχα φτιάξει.
— Και σε πονάει που διαψεύστηκες;
— Με απογοητεύει που μερικές φορές αργώ να καταλάβω. Ενθουσιάζομαι με αυτό που βλέπω, συμπληρώνω μόνη μου τα κενά και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ ότι ο άνθρωπος απέναντί μου δεν είναι αυτός που νόμιζα.
— Και μετά τους βγάζεις από τη ζωή σου;
— Ναι! Όχι επειδή δεν υπήρξαν σημαντικοί, αλλά επειδή κάποια στιγμή καταλαβαίνω ότι δεν είναι αυτό που πίστευα. Και ξέρεις ποιο είναι το περίεργο; Κάποτε ήμουν σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς κάποιους ανθρώπους. Σήμερα, όμως, η ζωή μου συνεχίζεται κανονικά. Δουλειά, φίλοι, γέλια, σχέδια. Δεν τους αναζητώ, δεν περιμένω να γυρίσουν. Δεν λείπει ένα κομμάτι μου επειδή δεν υπάρχουν πια στη ζωή μου.
— Άρα δεν ήταν τόσο σημαντικοί όσο νόμιζες;
— Ήταν σημαντικοί για μένα απλώς δεν ήταν αναντικατάστατοι! Βασικά, ίσως να μην ήταν τόσο ξεχωριστοί όσο τους είχα φανταστεί.
Η Μαρία έγειρε προς το μέρος της.
— Και με τον Μίλτο φοβάσαι ότι θα συμβεί το ίδιο;
— Ναι… Μήπως έχω δει κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που υπήρχε πραγματικά. Μήπως ενθουσιάστηκα με αυτό που θα μπορούσε να γίνει, πριν προλάβω να γνωρίσω τον άνθρωπο που πραγματικά είναι.
— Μα μπορεί απλώς να μη θέλει να συνεχίσει να μιλάτε. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κακός άνθρωπος.
— Το ξέρω. Δεν τον καταδικάζω επειδή απομακρύνθηκε απλώς δεν θέλω να κάνω πάλι το ίδιο λάθος. Να δίνω σε κάποιον μια θέση που δεν έχει ακόμη κερδίσει.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή και ύστερα χαμογέλασε ειρωνικά.
— Και το χειρότερο είναι ότι δεν θέλω να γίνω κυνική. Δεν θέλω να αρχίσω να αντιμετωπίζω κάθε άνθρωπο σαν να είναι ο επόμενος που θα με απογοητεύσει. Θέλω να μπορώ να χαρώ όταν μου αρέσει κάποιος, να γελάσω μαζί του, να του δείξω ενδιαφέρον χωρίς να σκέφτομαι πότε θα εξαφανιστεί.
— Τότε μην αλλάξεις αυτό το κομμάτι σου!
— Δεν θέλω να το αλλάξω! Θέλω απλώς να μάθω να αφήνω τον χρόνο να μου δείχνει ποιος είναι ο άλλος, αντί να συμπληρώνω μόνη μου τα κενά επειδή μου αρέσει αυτό που βλέπω.
Η Μαρία χαμογέλασε.
— Αυτό, πάντως, είναι πολύ σωστό.
— Μην το συνηθίσεις!
— Καλά, μη φοβάσαι. Σε ξέρω.
Η Ανθή γέλασε.
— Ρε συ, ίσως αυτό να είναι όλο. Δεν θέλω να σταματήσω να βλέπω κάτι όμορφο στους ανθρώπους. Θέλω απλώς να μη βιάζομαι να αποφασίζω ότι είναι ξεχωριστοί πριν τους γνωρίσω πραγματικά.
— Και ο Μίλτος;
— Ο Μίλτος θα δείξει. Αν θέλει να είναι στη ζωή μου, θα φανεί. Αν δεν θέλει, επίσης θα φανεί. Δεν χρειάζεται να αναλύω κάθε του κίνηση μέχρι να βρω μια απάντηση που να με βολεύει.
— Και αν σου στείλει σήμερα;
Η Ανθή σήκωσε το φρύδι της.
— Τι να μου στείλει;
— Ένα «τι κάνεις;».
Η Ανθή έμεινε για λίγο σιωπηλή και μετά χαμογέλασε.
— Θα το διαβάσω.
— Και;
— Και πιθανότατα θα χαρώ, γιατί μου άρεσε ο άνθρωπος. Δεν είμαι πέτρα, αλλά δεν σημαίνει ότι θα κάνω σαν να μην έγινε τίποτα. Αν θέλει να ξαναμιλήσουμε, θα κοιτάξω τι κάνει, όχι μόνο τι λέει. Δεν θέλω να μαντεύω ούτε να αποκρυπτογραφώ κάθε μήνυμα…
— Μάλιστα…
— Και μεταξύ μας, ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι μερικές φορές ενθουσιαζόμαστε με αυτό που θα μπορούσε να γίνει ένας άνθρωπος και προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι κάποια στιγμή θα γίνει.
Η Μαρία την κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει.
— Ρε συ, πότε έγινες τόσο σοφή;
— Από τότε που έγινα τόσο μαλάκ@ς !
— Α, μάλιστα! Μιλάει η εμπειρία!
— Η εμπειρία ουρλιάζει, Μαρία. Εγώ απλώς προσπαθώ να την ακούσω…
Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν σιωπηλές. Ένας σερβιτόρος πέρασε δίπλα τους, η Μαρία παρήγγειλε άλλον έναν καφέ και η Ανθή έβγαλε το κινητό της από την τσάντα για να δει την ώρα.
Η Μαρία έσκυψε προς το μέρος της.
— Για κάτσε. Μήπως έχεις μπει στο προφίλ του;
Η Ανθή γύρισε αργά το κεφάλι της.
— Μαρία, αν δεν σταματήσεις, θα γίνεις η πρώτη γυναίκα στην ιστορία που θα δολοφ0νηθεί με κουταλάκι του εσπρέσο!
— Άρα έχεις μπει!
— Δεν είπα αυτό!
— Ούτε είπες ότι δεν έχεις μπει!
— Είσαι ανυπόφορη!
— Κι εσύ ενδιαφερόμενη!
Η Ανθή ξέσπασε σε γέλια και της πέταξε μια χαρτοπετσέτα.
— Άντε παράτα με, ρε!
— Με αγάπη πάντα!
Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε δύο καφέδες, τρεις βρισιές και μια συζήτηση που ξεκίνησε από έναν άντρα και κατέληξε στην ανθρώπινη φύση, η Ανθή συνειδητοποίησε κάτι.
Δεν είχε ξεχάσει τον Μίλτο, ούτε είχε πάψει να θέλει να τον ξανασυναντήσει, απλώς δεν ήθελε να βιαστεί να τον κάνει κάτι που δεν είχε ακόμη αποδείξει ότι είναι.
Ίσως αυτό να φοβόταν περισσότερο. Όχι ότι θα τον έχανε, αλλά ότι θα ανακάλυπτε πως τον είχε φανταστεί διαφορετικό. Είχε ξαναβάλει ανθρώπους σε βάθρα, είχε πιστέψει πως ήταν αναντικατάστατοι και τελικά τους είχε αφήσει πίσω. Η ζωή της συνεχίστηκε κανονικά, ακόμη κι όταν κάποτε πίστευε πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτούς.
Δεν ήθελε, όμως, να γίνει κυνική. Ήθελε να εξακολουθεί να ενθουσιάζεται, να γελάει, να εμπιστεύεται και να βλέπει κάτι όμορφο στους ανθρώπους, απλά να μάθει να ξεχωρίζει αυτό που υπάρχει από αυτό που θα ήθελε να υπάρχει.
Ίσως αυτό να είναι το πιο περίεργο με τους ανθρώπους: πόσο σημαντικοί γίνονται στο μυαλό μας και πόσο φυσιολογικά συνεχίζεται η ζωή όταν τους βλέπουμε τελικά όπως πραγματικά είναι.
Η Ανθή δεν χρειαζόταν να αποφασίσει από τώρα ποιος ήταν ο Μίλτος. Ο χρόνος και οι πράξεις του θα έδειχναν.
Εκείνη είχε μια ζωή να ζήσει…
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
