Το τέλειο διαμέρισμα

«Σε χρειάζομαι, έλα γρήγορα!»

«Τι έγινε, Μάνο; Πού είσαι;»

«Σου στέλνω την διεύθυνση. Βιάσου!»

Η Έλενα σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ και πέταξε από πάνω της την χνουδωτή ρόμπα. Ίσα που είχε προλάβει να βολευτεί και να διαβάσει μια σελίδα από το βιβλίο της. Ο καφές ακόμα άχνιζε στο τραπεζάκι. Σάββατο μεσημέρι. Τι στο καλό έπαθε πάλι;

Κοίταξε τα ρούχα της. Μια παλιά φόρμα και ένα ξεφτισμένο μπλουζάκι φορούσε. Ας είναι. Έδεσε τα αθλητικά της, πέταξε πάνω της μια μακριά καπαρντίνα να μην φαίνονται τα ρούχα και μπήκε στο αμάξι. Είχε αρχίσει να βρέχει πάλι και όσο οδηγούσε σκεφτόταν τον ζεστό της καφέ που άφησε πίσω στο σπίτι και πως αν δεν ήταν κάτι σοβαρό δεν την γλύτωνε αυτή τη φορά ο Μάνος.

Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο και μετρούσαν ήδη δέκα χρόνια φιλίας. Αυτά τα χρόνια έκαναν πολλές χαζομάρες μαζί. Μοιραίες αποφάσεις, κακές δουλειές, λάθος ανθρώπους που έβαλαν στην ζωή τους, όλα τα πέρασαν μαζί. Πάντα υπερασπίζονταν αλλά και πείραζαν ο ένας τον άλλον. Ανταγωνίζονταν ποιος έκανες τις μεγαλύτερες βλακείες στην ζωή του. Μπορεί να γκρίνιαζαν αλλά κατά βάθος αγαπούσαν ο ένας τις ατέλειες του άλλου. Μάλλον αυτός ήταν ο λόγος που είχαν κολλήσει μαζί. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον να συνεχίσει παρά τις δυσκολίες και τα λάθη που έκαναν. Και ίσως αυτή να είναι η βάση κάθε σχέσης.

«Έφτασα! Είμαι από κάτω»

«Ανέβα στον τρίτο!»

Η Έλενα ανέβηκε από τις σκάλες γιατί φοβόταν το ασανσέρ και έφτασε στον όροφο όπου είδε την πόρτα ενός διαμερίσματος ανοιχτή και την φωνή του Μάνου να ακούγεται από μέσα. Μπήκε και αντίκρυσε ένα άδειο διαμέρισμα, μια γυναίκα να κρατά έναν φάκελο και τον Μάνο να στέκεται δίπλα στο παράθυρο φορώντας κοστούμι που της έκανε εντύπωση γιατί ήξερε πόσο σιχαινόταν τα επίσημα ρούχα.

«Α! Να! Ήρθε η καλή μου!»

«Η ποια;»

«Η καλή μου!» επανέλαβε μέσα από το σφιγμένο του χαμόγελο και την τράβηξε κοντά του. «Από εδώ η κυρία Αγγελική, αυτή η υπέροχη κυρία με το εξαιρετικό γούστο που θα μας δείξει αυτό το τέλειο διαμέρισμα που το θέλουμε πάρα πολύ και πρέπει να το αποκτήσουμε οπωσδήποτε γιατί είναι σε αυτήν την φοβερή γειτονιά, είναι κοντά στην δουλειά μου και για να μην πολυλογώ είναι το τέλειο διαμέρισμα! Να σας συστήσω την Έλενα, την γυναίκα μου»

«Την ποια;»

«Σταμάτα να μουρμουράς στο αυτί μου και δώσε το χέρι σου στην γυναίκα»

«Ναι… Γεια σας. Χαίρω πολύ. Είμαι η γυναίκα»

«Τέλεια! Έλεγα πριν στον κύριο Μάνο ότι η πολυκατοικία αυτή είναι οικογενειακή και δεν προτιμούν τους εργένηδες. Προφανώς έκρινα βιαστικά γιατί αμέσως σας πήρε τηλέφωνο και ευχαριστώ που ήρθατε τόσο σύντομα γιατί έχω άλλο ένα ζευγάρι σε μισή ώρα που θέλει να το δει και πιθανόν να το έδινα σε αυτούς»

«Ναι, ευτυχώς που ήρθες τόσο γρήγορα. Από ό,τι βλέπετε η γυναίκα μου είναι εθελόντρια σε ένα άσυλο και βοηθάει στο συσσίτιο. Εκεί ήταν τώρα»

«Τι λες, ρε Μάνο;»

«Αφού ήρθες ντυμένη σαν άστεγη, τι να πω και εγώ;»

«Είσαι χαζός; Σάββατο μεσημέρι είναι και ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ, με παίρνεις και λες να έρθω αμέσως, πώς περίμενες να εμφανιστώ, με καμία τουαλέτα;»

«Σώπα μην μας ακούσει. Κάνε μου την χάρη να πάρω το διαμέρισμα και από εμένα ό,τι θες! Θα στο χρωστάω αιώνια!»

«Έτσι λες κάθε φορά!»

«Και πώς θα πληρώνεις εσύ τόσο ακριβό διαμέρισμα, μου λες;»

«Πήρα προαγωγή, με έκανε υπεύθυνο! Δεν φαντάζεσαι τι έγινε στην δουλειά σήμερα όταν ανακοινώθηκε, έσκασαν από την ζήλια τους! Δεν το περίμεναν. Και εγώ όμως είχα ρίξει δουλειά, είπα αυτή τη φορά θα πετύχω, τέρμα τα αστεία. Και τα κατάφερα. Ήρθα αμέσως να καπαρώσω το διαμέρισμα, δεν πρόλαβα να σε πάρω τηλέφωνο πρώτα»

«Ρε, Μάνο, δεν το πιστεύω, συγχαρητήρια!» τον αγκάλιασε σφιχτά.

«Ναι, σου λέω. Παίξε λίγο τον ρόλο να το πάρω»

«Και μετά; Δεν θα καταλάβουν ότι δεν ζω εδώ;»

«Αφού κάθε μέρα σπίτι μου είσαι, ρε Έλενα»

«Έχεις ένα δίκιο. Αυτό είναι και πιο κοντά. Θα γλυτώσω και τα χιλιόμετρα. Ω! Δες ένα μπαλκόνι! Όλη η πόλη πιάτο. Και τα παράθυρα φοβερά. Εδώ θα βάλεις την βιβλιοθήκη και τους δίσκους. Εκεί την τραπεζαρία. Το μπάνιο έχει μπανιέρα ή ντουζιέρα; Πόσα υπνοδωμάτια; Έχει αποθήκη; Το πάρκινγκ είναι κοινόχρηστο; Πόσα τετραγωνικά είναι το μπάνιο;»

«Βλέπω ενθουσιάστηκε η σύζυγός σας!»

«Ναι! Θα το πάρουμε!»

Έτσι πήρε ο Μάνος το διαμέρισμα των ονείρων του. Και είχε ξεχάσει το ψέμα που είπε για μερικές μέρες μέχρι να τελειώσει με την μετακόμιση. Ώσπου οι νέοι γείτονες τους κάλεσαν σε ένα πάρτι για να τους υποδεχτούν. Εκεί είχαν σκοπό να μάθουν τα πάντα για την γνωριμία τους, τον γάμο τους, όλη τους την ζωή με κάθε λεπτομέρεια.

«Είχε κλείσει τραπέζι στο αγαπημένο μου εστιατόριο. Κλείναμε δύο χρόνια σχέσης. Φορούσα ένα υπέροχο μακρύ φόρεμα που μου το είχε κάνει δώρο στα γενέθλιά μου τον προηγούμενο μήνα. Παρήγγειλε σαμπάνια και το μονόπτερο ήταν μέσα στο ποτήρι! Ακούγεται κοινότυπο αλλά ήταν τόσο μοναδική στιγμή. Έπαιζε κλασσική μουσική, διάλεξε και το αγαπημένο μου γλυκό που ήταν το τέλειο κλείσιμο της βραδιάς. Ναι, εννοείται ότι γονάτισε. Φυσικά και δάκρυσα. Όχι, δεν είχα σκεφτεί πώς θα ήταν το νυφικό μου. Δοκίμασα πάρα πολλά μέχρι να καταλήξω. Ήταν μακρύ, κατάλευκο, γεμάτο κρύσταλλα ραμμένα στο χέρι. Και η δαντέλα γαλλική εννοείται. Μια ουρά! Εφτά παρανυμφάκια την σήκωναν. Πώς ένιωσα όταν τον είδα; Χάρηκα! Φυσικά αφού είμαι τόσο ερωτευμένη! Τι δουλειά κάνω; Δουλεύω σε μια διαφημιστική. Ο Μάνος; Ε, κάτι με τεχνολογία. Σε μια εταιρεία. Είναι υπεύθυνος της ομάδας του. Παιδιά; Όχι δεν έχουμε. Ακόμη. Όνειρα; Πολλά! Να γυρίσουμε όλον τον κόσμο. Από το πανεπιστήμιο το λέμε. Ναι, τότε γνωριστήκαμε, δεν το είπα; Πώς με κέρδισε; Εκτός από κούκλος είναι και πολύ ευαίσθητος. Απλά αυτήν την πλευρά του δεν την ξέρει κανείς. Συλλέγει παλιούς δίσκους, κάνει ανακύκλωση, βοηθάει γιαγιάδες με τα ψώνια τους, ταΐζει γάτες, τα Χριστούγεννα παίρνει δώρα στα παιδιά των συναδέλφων του, βοηθά στην εκκλησία, λέει καλημέρα σε αγνώστους στον δρόμο, μιλάει στα φυτά του, βγάζει έξω τις αράχνες χωρίς να τις σκοτώνει, δεν βλέπει ειδήσεις γιατί δεν αντέχει πόσο σκληρός είναι αυτός ο κόσμος, όταν αρρωσταίνει το παίζει σκληρός γιατί λέει πως δεν θέλει να με κουράζει αλλά στην πραγματικότητα δεν του αρέσει η κοτόσουπά μου, έχει ένα κουτί με αναμνηστικά από την ζωή μας, εισιτήρια από συναυλίες, πέτρες από παραλίες, χαρτοπετσέτες από ταβέρνες, καρτελάκια από δώρα που του έκανα. Έχει την φωτογραφία μου στο γραφείο του. Με φιλάει στα μαλλιά. Είναι πάντα δίπλα μου. Όχι, όχι, δεν κλαίω. Απλά πρέπει να φύγω. Να φύγουμε. Μάνο! Μπορούμε να φύγουμε; Νιώθω μια ξαφνική αδιαθεσία. Συγγνώμη και ευχαριστούμε πολύ για το πάρτι. Ήταν όλα τέλεια!»

Ο Μάνος την πήρε από το χέρι χωρίς να πει κουβέντα και χαιρέτισε με ένα χαμόγελο τους υπόλοιπους. Για μια στιγμή νόμιζε ότι η Έλενα φορτίστηκε από τα πολλά ψέματα. Μα στο τέλος, όσα είπε για εκείνον, ήταν όλα αλήθεια. Πρώτη φορά άκουγε να λέει σε άλλους πώς νιώθει για αυτόν. Ένιωσε τόσο περήφανος και συγκινημένος. Την έσφιξε πάνω του και την φίλησε στα μαλλιά. Συμφώνησαν να μείνει στο διαμέρισμά του και να μην οδηγήσει τόσο αργά. Ο κακός καιρός ήταν εκείνη τη στιγμή μια καλή δικαιολογία.

Άλλαξαν ρούχα και άραξαν στον καναπέ να δουν ταινία. Εκείνος είχε χαθεί στις σκέψεις του. Θυμόταν όσα είπε η Έλενα στο πάρτι και αυτά που ήταν ψέματα και αυτά που ήταν αλήθεια. Πόσο τυχερός θα ήταν αν όλα ήταν αλήθεια. Γρήγορα η Έλενα αποκοιμήθηκε και ο Μάνος την σκέπασε με μια κουβέρτα στην αγκαλιά του. Την κοίταξε και φίλησε τα μαλλιά της. Ίσως να ήταν όντως ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο και να μην το είχε καταλάβει.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading